Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ~ Μητρ. Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου

    Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου 
Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεου Βλάχου

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό Κεφάλαιον, καί τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος 
Μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται, 
καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καί ἡμεῖς σύν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ
 βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ».


Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικο-θεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία. 

Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενότατα με την Χριστολογία. 

Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε σε συνδυασμό με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. 

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχει άγιος ο οποίος δεν την αγαπά...

«Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε Ουρανοί Θεού την δόξαν»

α) Τι σημαίνει ευαγγελισμός

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνει η μητέρα Του (βλ. Λουκά α’, 26-56). 

Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήσει για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία. 

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. 

Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως. 

Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. 

Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυέννιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.

«Χαίροις μετά Θεόν η θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα»
~ Άγιος Ανδρέας Κρήτης

β) Η θέωση της Παναγίας

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθεί, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. 

Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού, έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. 

Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. 

Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση. Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθεί την επίσκεψη του αρχαγγέλου. 

Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. 

Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάσει στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νου. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νου. 

Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. 

Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνει Μητέρα του Χριστού, να δώσει την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. 

Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. 

Προ της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

«Χαῖρε Μαρία...»

«Χαῖρε Μαρία...» ~ Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου 
«Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία»


Ένας Χριστιανός ονόματι Ιωάννης ήταν πολύ ευλαβής και πλούσιος, αλλά αγράμματος. Είχε λίγη περιουσία, την μοίρασε όλη στους φτωχούς και πήγε στο Μοναστήρι. Όμως στενοχωριόταν επειδή δεν ήξερε να διαβάζει προσευχές όπως οι άλλοι μοναχοί, γιατί είχε δύσκολο νου και δεν έπαιρνε καθόλου τα γράμματα. Δεν γνώριζε ούτε μία ευχή να πει απ’ έξω, ούτε το Πάτερ Ημών.

Οι πατέρες προσπάθησαν να του μάθουν γράμματα, του ερμήνευσαν προσευχές, ψαλμούς. Δεν μπορούσε να μάθει τίποτα.

Κάποιος όμως έμπειρος και ενάρετος γέροντας προσφέρθηκε τότε να τον βοηθήσει. Του διάβασε μια-μια λοιπόν όλες τις ευχές και τον ρώτησε ποια του φαινόταν ωραιότερη για να την μάθει.

Πιο πολύ μ’ αρέσει, λέει, το «Θεοτόκε Παρθένε»Και ο ενάρετος αυτός μοναχός έβαλε κόπο πολύ και του 'μαθε την ωραία αυτή ευχή προς την γλυκιά μας Παναγία:

«Θεοτόκε Παρθένε, Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη, σύ ἐν γυναιξί, καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Όταν με την συνεχή επανάληψη και την πολυκαιρία επιτέλους την αποστήθισε, ο αμαθής μοναχός χάρηκε πολύ, σαν να απέκτησε θησαυρό πολύτιμο και την έλεγε ασταμάτητα εκατοντάδες φορές την μέρα και την νύχτα και στις αγρυπνίες και παντού. 

Τα χείλη του συνεχώς εκινούντο. Απέφευγε να λέγει λόγια περιττά και απομακρυνόταν από τους άλλους μοναχούς για να λέει όλο και περισσότερο την προσευχή αυτή και να απολαμβάνει την γλυκύτητά της.

- Γιατί μας αποφεύγεις ευλογημένε; Του είπε μια ημέρα ένας αδελφός. 

- Για να λέω κάποτε-κάποτε το «Χαῖρε Μαρία...» αδελφέ μου, γιατί είμαι αμαρτωλός. 

Από τότε λοιπόν οι πατέρες χαϊδευτικά τον πείραζαν και τον έλεγαν «Χαῖρε Μαρία...» και όχι με το όνομά του. Έλα εδώ «Χαῖρε Μαρία...», πήγαινε εκεί «Χαῖρε Μαρία...», κάνε τούτο «Χαῖρε Μαρία...», κάνε το άλλο...

Ετούτος όμως ο μακάριος τα δεχόταν όλα με χαρά και αγαλλίαση...

Έλεγε λοιπόν αδιάκοπα για πολλά χρόνια και με πολύ ευλάβεια την αγία αυτή ευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο, ως την ώρα της κοιμήσεώς του, που χωρίστηκε η μακαρία και ευλογημένη ψυχή του απ’ το σώμα του.

Οι μοναχοί κατά τον θάνατό του, καθώς διάβαζαν το ψαλτήριο και εν συνεχεία την νεκρώσιμο ακολουθία του, αισθάνθηκαν όλοι τους μια άρρητη ευωδία που προερχόταν από το ιερό του λείψανο και γι’ αυτόν τον λόγο τον ενταφίασαν σε έναν ξεχωριστό τόπο πίσω από το Άγιον Βήμα.

Η ευωδία αυτή όχι μόνο δεν λιγόστεψε μετά την ταφή αλλά καθημερινά και αυξάνετο. Την ενάτη μέρα όταν πήγαν με τον Ηγούμενο να του διαβάσουν τρισάγιο και να τον μνημονεύσουν, είδαν ένα παράδοξο θαύμα και απόρησαν όλοι.

Είχε φυτρώσει στον τάφο του ένας ωραιότατος κρίνος και στο κάθε φύλλο του ήσαν γραμμένα με χρυσά γράμματα οι λέξεις: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία»Η ευωδία του κρίνου εκείνου δεν έμοιαζε με την μοσχοβολιά κανενός επίγειου άνθους. 

Τότε ο Ηγούμενος είπε στους αδελφούς: «Πατέρες μου από αυτό το θαυμάσιο, ας γνωρίσουμε πόση αγιοσύνη είχε τούτος ο τρισμακάριος και πόσο πόθο και αγάπη έτρεφε προς την Κυρία μας του ουρανού την Υπεραγία Θεοτόκο. Ασφαλώς η ρίζα αυτή του κρίνου θα βρίσκεται βαθιά στην καρδιά του».

Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια στην εκταφή, όπως μας διασώζει η ευσεβής παράδοσις, είδαν με τα μάτια τους οι μοναχοί και διαπίστωσαν ότι ο κλώνος αυτού του υπερθαύμαστου ολόλευκου κρίνου εξήρχετο απ' το στόμα του. 

Οι δε ρίζες του ήσαν ριζωμένες στην άλιωτη και ευωδιάζουσα καρδιά του. Από εκεί είχε φυτρώσει ο ιερός εκείνος κρίνος...

Όλο του το σώμα, τα οστά του δηλαδή, ήτανε λιωμένα με χρώμα κεχριμπαριού και μόνο αυτό το κομμάτι ήταν άλιωτο, πράγμα το οποίον το βλέπουμε και στις ημέρες μας, όταν εγένετο η εκταφή, η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Λουκά, Επισκόπου Συμφερουπόλεως, ιατρού και θαυματουργού. 

Όλα ήσαν λιωμένα πλην της καρδιάς του...


Σχόλιο Λόγος Φωτός: Η Παναγία μας μεσολαβεί για να λάβουν οι μοναχοί και οι λαϊκοί νοερά προσευχή... «Δέν δίνεται ἕνα χάρισμα ἀπό τόν Θεό εἰς τόν ἄνθρωπο, εἰ μή διά μέσου τῆς Παναγίας...» ~ Όσιος γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης 


Και μία συγκλονιστική μαρτυρία, για την συμβολή της Κυρίας Θεοτόκου. Την μεταλαμπάδευση του «άυλου πυρ», του Φωτός της Μεταμορφώσεως - μέσω της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Πορταΐτισσας - σε προσκυνητή, που αποτέλεσε το κάλεσμα της μοναχικής του κλήσης:

«Έφτασα στη Μονή, όπου συνάντησα τους δύο συμφοιτητές μου, Κύπριοι στην καταγωγή. Άρχισε ο ένας να μου εξιστορεί πώς έγινε μοναχός. Ο ίδιος δεν είχε καμιά σκέψη να γίνει μοναχός. Μάλιστα είχε έρθει στο Άγιο Όρος κάποιες φορές, τριγύρισε, τού άρεσε, αλλά μέχρι εκεί...

Την τελευταία όμως φορά που επισκέφτηκε το Άγιο Όρος, πήγε και προσκύνησε την Παναγία στην Ιερά Μονή Ιβήρων:

- Ξαφνικά, ένοιωσα μια φωτιά να βγαίνει από την εικόνα και να μπαίνει μέσα μου.

- Και μετά τι έγινε;

- Ήρθα, στη Θεσσαλονίκη, έκατσα περίπου τρεις μήνες, αλλά δεν άντεξα άλλο...Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Τίποτα πια δεν ήταν στη ζωή μου το ίδιο μετά από αυτό. Με πιστεύεις;

- Σε πιστεύω...»

Το πρώτο μισό του Αρχαγγελικού, Θεομητορικού χαιρετισμού, δηλαδή το «χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ·» αποτελούν τα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο μέρος δηλαδή το «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου» αποτελούν τμήμα του «ασπασμού» της Ελισάβετ στην Παναγία μας, όταν η Θεοτόκος την επισκέφτηκε και έμεινε μαζί της για τρεις μήνες.

Η προσφώνηση «Θεοτόκε Παρθένε» και η κατακλείδα του ύνου «ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν» αποτελούν μεταγενέστερη προσθήκη.

«Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις,
 ενώπιον των Αγγέλων, παρακαλώ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει...»

«Χαῖρε Μαρία...» ~ Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου
 «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία»



Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι: «Πεθαίνουμε, αλλά δεν προσκυνούμε...»

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι:
«Πεθαίνουμε αλλά δέν προσκυνούμε...»
Ένα συγκλονιστικό κείμενο που περιγράφει το χρονικό της Εξόδου 
από τον ηρωϊσμό και την αυτοθυσία 
προς την Αιωνιότητα...
(10 Απριλίου 1826)


«Στο μεταξύ η πολιορκία τού Μεσολογγίου είχε μπει στον έβδομο μήνα. Ο ελληνικός στόλος, ελλείψει εφοδίων και χρημάτων δεν μπορούσε να παραμείνει περισσότερο. Ο Ανδρέας Μιαούλης απέπλευσε από τον κόλπο του Μεσολογγίου στα μέσα του Οκτωβρίου του 1825 για να δώσει τη θέση του στον τουρκικό στόλο που καραδοκούσε.

Μάταια η πολιτική επιτροπή της Ιεράς Πόλεως εκλιπαρούσε το Εκτελεστικό να μην αποσύρει τον ελληνικό στόλο, μάταια ζητούσε τρόφιμα και πολεμοφόδια, μάταια ζητούσε μισθούς για να πληρώσουν οι καπετάνιοι Κίτσος Τζαβέλας, Γεώργιος Κίτσος, Λάμπρος Βέϊκος, Νότης Μπότσαρης, Χρήστος Φωτομάρας και Νικόλαος Ζέρβας τα στρατεύματά τους.

Στις 11 Νοεμβρίου 1825, ο Ιάκωβος Μάγερ, ο οποίος είχε βαπτιστεί Ορθόδοξος, έστειλε επιστολή στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας βοήθεια.

Με την επιστολή αυτή εξέθετε τη δραματική κατάσταση των κατοίκων τής πόλης. 1.200 στρατιώτες είχαν πεθάνει καίιπεριφέρονταν στους δρόμους οι χήρες τους και τα ορφανά τους χωρίς να έχουν στον ήλιο μοίρα.

Ο θάνατος από τις αρρώστιες και την πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο. Δεν υπήρχε χώρος μέσα στην πόλη για να θάβονται οι πεθαμένοι. Το τείχος είχε υποστεί σημαντικές φθορές, όπως και τα σπίτια των κατοίκων.

Το κρύο άρχισε να σκοτώνει τα μωρά και τα μικρά παιδιά...

«Μα είναι δυνατόν,» έγραφε ο Μάγερ, «να μην μπορεί η Σεβαστή Διοίκησις να στείλει λίγο ψωμί στο Μεσολόγγι, για να μην πεθάνει ο πληθυσμός από την πείνα;...»

Σε δική του επιστολή, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, απευθυνόμενος στον πρόεδρο τής κυβερνήσεως Γεώργιο Κουντουριώτη, αφού τού εξέθετε την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τις ανάγκες τους για τρόφιμα, προέβλεπε ότι «αν δεν έρθει η θαλάσσια δύναμις, το Μεσολόγγι δεν χάνεται από το τουφέκι και το σπαθί, αλλά χάνεται μόνο από λιμό. Και χανόμενο το Μεσολόγγι, χάνεται η πατρίς».

Ο Παπαδιαμαντόπουλος είχε πάει στη Ζάκυνθο για να ζητήσει τρόφιμα και χρήματα. Οι Ζακυνθινοί φίλοι του, τού πρότειναν να τον φιλοξενήσουν και να μην επιστρέψει στο Μεσολόγγι όπου κινδύνευε η ζωή του. Ο Παπαδιαμαντόπουλος τούς απάντησε ότι η θέση του ήταν στο Μεσολόγγι.

Τα Χριστούγεννα τού 1825, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (Ρογοί, χωριό τής επαρχίας Καλαβρύτων) έδωσε εντολή να κτυπήσουν οι καμπάνες των εκκλησιών χαρμόσυνα. Όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου έτρεξαν στις εκκλησίες να γιορτάσουν τη Γέννηση του Ιησού και να προσευχηθούν για τη σωτηρία της πόλης τους.

Τήν παραμονή τών Χριστουγέννων, ο καλός ιερέας πού στή νεαρή του ηλικία είχε υποστεί βασανιστήρια καί φυλακίσεις από τούς Τούρκους, είχε στείλει επιστολή πρός όλους τούς κληρικούς καί ιερομονάχους τής πόλεως,

μέ τήν προτροπή: «Αύριον μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας, οι μέν ιερείς, ιερομόναχοι καί μοναχοί νά συναχθήτε εις τήν κατοικίαν μου όλοι διά νά πηγαίνωμεν εις τήν μεγάλην τάπιαν (προμαχώνα τού Μπότσαρη),

οι δέ πρόκριτοι, εντόπιοι καί ξένοι μαζί μέ όλον τόν λαόν χωρίς νά φροντίσουν καφέδες καί ρακιά, νά τρέξουν εις τήν ιδίαν τάπιαν, μέ όλην τήν προθυμίαν, ο μέν μέ τσαπί, ο δέ φτυάρι, καί άλλος μέ καλάθι, όποιος έχει, καί νά δουλεύσωμεν όλοι μέ πατριωτισμόν, καθώς καί άλλοτε διορθώνοντες αυτήν τήν τάπιαν».

Ο μεγαλύτερος καί ανίκητος όμως εχθρός ήταν η πείνα. Είχαν εξαντληθεί όλα τά τρόφιμα καί είχαν φαγωθεί όλα τά ζώα. Καί όπως σωστά παρατηρούσαν οι Τουρκαλβανοί πού έπιαναν τήν κουβέντα μέ τήν φρουρά τού Μεσολογγίου, τά γαϊδούρια είχαν πάψει νά γκαρίζουν.

Αλλά καί η λιμνοθάλασσα είχε κατακλυστεί από εχθρικά πλοιάρια πού καθιστούσαν τήν αλιεία αδύνατη. Οι μανάδες έβλεπαν πλέον τά παιδιά τους νά πεθαίνουν από τίς αρρώστειες καί από τήν έλλειψη τροφής. Τά πτώματα μαζεύονταν κατά δεκάδες από τούς δρόμους...


Και όμως στις προτάσεις των δύο πασάδων για παράδοση της πόλης, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» απαντούσαν: «Πεθαίνουμε αλλά δεν προσκυνούμε».

Πείνα! Τόν Μάρτιο τού 1826 η κατάσταση ήταν απελπιστική. Τό Μεσολόγγι ψυχοραγούσε. Οι σκελετωμένοι Μεσολογγίτες έψαχναν τρόπους νά πολεμήσουν τήν πείνα τους, άλλοτε βράζοντας φύκια καί καβούρια, άλλοτε βράζοντας ό,τι χορταράκι φύτρωνε από εδώ καί από εκεί.

Οι πιό τυχεροί έβρισκαν νά φάνε μία γάτα ή έναν ποντικό. Οι βρώμικες τροφές προκαλούσαν τύφο καί δυσεντερία καί προσέθεταν νέα δεινά στούς Μεσολογγίτες. Πολλοί έπεφταν στούς δρόμους λιπόθυμοι γιά νά μήν ξανασηκωθούν. Περίπου 2000 πέθαναν από τόν λιμό (πείνα) καί από τίς ασθένειες.

Οι ζωντανοί βαρυγκομούσαν: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι... Βάστα!..»

Η ελληνική κυβέρνηση σέ συνεργασία μέ τούς προεστούς τής Ύδρας δέν μπόρεσε ή δέν θέλησε νά οργανώσει ένα ισχυρό στόλο πού θά μπορούσε νά σπάσει τόν θαλάσσιο αποκλεισμό τού Μεσολογγίου καί νά εφοδιάσει τούς πεινασμένους μέ τά πολύτιμα τρόφιμα.

Στη Ζάκυνθο είχαν συγκεντρωθεί προμήθειες χάρις στις προσπάθειες του Ελβετού τραπεζίτη και φίλου τού Καποδίστρια, Εϋνάρδου (Jean-Gabriel Eynard), οι οποίες περίμεναν τα πλοία πού θα τις μετέφεραν στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»

Ο Ανδρέας Μιαούλης πού γνώριζε πολύ καλά τήν απελπιστική κατάσταση τών πολιορκημένων, εσπευσμένα καί έχοντας στήν διάθεσή του μόνο λίγα μπρίκια, έφθασε στή Ζάκυνθο στίς 31 Μαρτίου 1826. Αφού φόρτωσε τά τρόφιμα, άνοιξε πανιά γιά τήν λιμνοθάλασσα τού Μεσολογγίου.

Δυστυχώς όμως ο ενωμένος μουσουλμανικός στόλος τών Τούρκων, τών Αιγυπτίων καί τών Αλγερινών περιπολούσε στήν περιοχή μεταξύ Κάβου Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί Κάβου Σκροφών, καθιστώντας αδύνατη τήν διέλευση τών μικρών ελληνικών πλοίων.

Αλλά καί πάλι άν περνούσε κανένα πλοίο, δέν θά μπορούσε νά προσφέρει καμία βοήθεια στούς αποκλεισμένους, αφού τό Βασιλάδι, πού ήταν η θέση κλειδί γιά τήν επικοινωνία τών αποκλεισμένων μέ τόν ελληνικό στόλο, βρισκόταν πλέον σέ εχθρικά χέρια.

Ο Μιαούλης κατόρθωσε νά φθάσει στό νησάκι Πεταλά, δυτικά από τό Μεσολόγγι, όπου συνάντησε τόν Αναστάσιο Παπαλουκά, έναν από τούς ελάχιστους διασωθέντες τής μάχης τού Βασιλαδίου, ο οποίος θά αναλάμβανε νά μεταφέρει τά τρόφιμα διά μέσου κρυφών περασμάτων πρός τήν πόλη τού Μεσολογγίου. Καμία όμως από τίς βάρκες μέ τίς προμήθειες δέν κατάφερε νά σπάσει τόν στενό αποκλεισμό καί γύρισαν όλες άπρακτες πίσω στόν Πεταλά. 

Το Μεσολόγγι καταδικάστηκε σε θάνατο!...

Η στέρηση τών τροφών ήταν γενική. Δέν υπήρχαν πλούσιοι καί φτωχοί ούτε άρχοντες καί υπηρέτες. Πλούσιος ήταν μόνο όποιος έβρισκε ακόμα καί ένα κομμάτι δέρμα καί τό έβαζε στό στόμα του γιά νά τό μασήσει.

Ο Πατρινός έμπορος Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, από τούς πρωτεργάτες τής επανάστασης στήν Πάτρα, είχε ένα άλογο τό οποίο τό συντηρούσε γιατί αυτό αποτελούσε τήν μόνη του σωτηρία, στήν περίπτωση τής εξόδου. Γέρος όπως ήταν, δέν θά μπορούσε νά τρέξει νά ξεφύγει.

Τό έδωσε όμως τό άλογο στούς στρατιώτες, πού φύλαγαν τίς ντάπιες τού Μεσολογγίου, καταδικάζοντας τόν εαυτό του σέ θάνατο. Ο γιατρός Στεφανίτσης μαγείρεψε τόν σκύλο του καί σέ όλους έλεγε ότι ήταν τό καλύτερο γεύμα πού είχε φάει ποτέ.

Ο Σμυρνιός Νικολαΐδης, πού δούλευε μαζί μέ τόν Μάγερ στήν εφημερίδα, έσφαζε καί έτρωγε όποια γάτα έβρισκε κρυμμένη στά ερείπια. Η Μεσολογγίτισα Βαρβάρηνα έσφαξε τό γαϊδουράκι της καί μάζεψε τίς γειτόνισσές της καί τό μοιραστήκανε.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Τό διά Σταυροῦ μαρτύριο τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γεωργίου Σκρέκα

Τό διά Σταυροῦ μαρτύριο 
τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γεωργίου Σκρέκα 
-Μεγάλη Παρασκευή 13 Ἀπριλιου 1947- 
Πρωτ. Φωτοπούλου Ἰωάννου



Εἰσερχόμενοι στήν Μ. Ἑβδομάδα τῶν Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καλούμαστε νά «συμπορευθῶμεν Αὐτῷ καί συσταυρωθῶμεν καί νεκρωθῶμεν δι’Αὐτόν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς ἵνα καί συζήσωμεν Αὐτῷ». Αὐτό ἀκριβῶς παριστάνει μιά τοιχογραφία στήν ἱ. Μονή Διονυσίου στό ἅγιο Ὄρος, ὅπου εἰκονίζεται ὁ Ἑσταυρωμένος μοναχός. 

Ἕνας μοναχός πάνω στό σταυρό μέ τά χέρια ἁπλωμένα καρτερικός δέχεται τά βέλη τῶν ἐπιθέσεων τῶν παθῶν πού ὑποβάλλουν οἱ δαίμονες: ὑπερηφάνεια, πορνεία, φιλαργυρία φθόνος κατάκριση. Μένει ὅμως στό σταυρό ἀκολουθώντας τόν Χριστό, συσταυρούμενος μέ Αὐτόν πού ανῆλθε στόν Σταυρό νεκρώνοντας τόν παλαιό ἄνθρωπο, χύνοντας τό πανάχραντο αἷμα Του πεθαίνοντας καί ἀναπλάθοντας τόν ἄνθρωπο. Ὅμως ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά συμμετάσχει σ΄αὐτό τον Σταυρό πολεμώντας τά πάθη γιά νά κάνει δική του τή νίκη τοῦ Χριστοῦ, νά γίνει καινούργιος ἄνθρωπος...


Ριζική πάντως καί τελειωτική νίκη κατά τῶν τριῶν αὐτῶν ἐχθρῶν τοῦ χριστιανοῦ, τῆς σάρκας, τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου ἐπιτυγχάνουν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες. Ἀψηφοῦν τή «γλυκειά» ζωή, τήν ὁποία ὡς εὐάρεστη θυσία τήν προσφέρουν στόν Θεό καταλαμβανόμενοι ἀπό θεῖον ἔρωτα. 

Δίνουν τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Θεάνθρωπο Χριστό ἐλπίζοντας στά ἀγαθά, πού νοῦς δέν τό φαντάστηκε, μάτι δέν εἶδε κι αὐτί δέν ἄκουσε. 

Κατά τή διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τους ἤ καί μετά τήν τελείωσή τους συμβαίνουν θαυμαστά γεγονότα. Ἀκολουθοῦν θαύματα τά ὁποῖα ἐπιτελεῖ ὁ Κύριος μέ τά ἐνδύματά τους, μέ τό αἷμα τους μέ τά τίμια λείψανά τους. 

Ἄλλοτε Θεῖο φῶς, ἄκτιστο καταλάμπει μετά τό μαρτύριο τά σώματα τῶν μαρτύρων, καί ἄρρητη, ὑπερκόσμια εὐωδία πλημμυρίζει τούς προσκυνοῦντας τά Ἅγιά τους λείψανα...

Εἶναι σέ ὅλους γνωστοί οἱ παλαιοί μάρτυρες, τῶν ὁποίων πολλοί ἐξ ἡμῶν φέρουμε τά ὀνόματά τους. Ὅμως ὁ καλός Θεός γιά νά δυναμώνει, νά θερμαίνει τήν πίστη τῶν ὀρθοδόξων οἰκονομεῖ καί τήν παρουσία καί ἄλλων νεωτέρων μαρτύρων. Πάρα πολλοί οἱ νεομάρτυρες τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπως ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁὙδραῖος, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐν Ἰωαννίνοις, ὁ ἅγιος Θεόδωρος τῆς μιτυλήνης, ἠ ἁγία ὁσιομάρτυς Φιλοθέη καί ἄλλοι γνωστοί καί ἄγνωστοι. Πολλῶν τά μαρτύρια ἔχει καταγράψει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Νέο Μαρτυρολόγιο. 

Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνος ἔχουμε μιά μεγάλη στρατιά μαρτύρων πού δίνουν τήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί ὑπομένουν μαρτύρια καί θάνατο στά ἀθεϊστικά καθεστῶτα. Στήν πατρίδα μας κατά τή διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου ἔχουμε ἄνω τῶν 250 κληρικούς πού μαρτύρησαν γιά τό Χριστό, πολλοί ἐκ τῶν ὁποίων μέ φρικτά βασανιστήρια. 

Ἐφέτος στίς 13 Ἀπριλίου 2017 συμπληρώνονται 70 χρόνια ἀπό τό μαρτύριο ὄχι ἑνός ἐσταυρωμένου μοναχοῦ, ἀλλά ἑνός ἐσταυρωμένου ἱερέως, τοῦ ἱερομάρτυρος Γεωργίου Σκρέκα στό Νεραϊδοχώρι Τρικάλων. Ὁ θαυμαστός αὐτός μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε στή Μεγάρχη Τρικάλων τό 1910. Τέλειωσε τό Δημοτικό σχολεῖο καί τό ἑλληνικό σχολεῖο. Εννιά χρόνια ἦσαν τότε οἱ ἐγκύκλιες σπουδές. Πηγαίνει στό στρατό καί στή συνέχεια ἐπιστρέφοντας στό χωριό του ἐπιδίδεται σέ ἀγροτικές ἐργασίες. 

Ὅμως μέσα του τόν κατατρώγει ἡ ἐπιθυμία νά προσφέρει τόν ἑαυτό του στήν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ, νά γίνει ἱερεύς. Σέ ἡλικία 23 ἐτῶν νυμφεύεται ἕνα καλό καί ἁγνό κορίτσι ἀπό τό χωριό του τήν Ευθυμία Ντούμα μέ τήν ὁποία ἔκανε 6 παιδιά (ζοῦν σήμερα τά 5). Τὀ 1938 σέ ἠλικία 28 ἐτῶν ἔχοντας ἤδη φοιτήσει σέ κάποιο σύντομο ἱερατικό σεμινάριο, ὅπου μέ ζῆλο καταρτίσθηκε γιά τό μεγάλο ἔργο τῆς ἱερατικῆς διακονίας, χειροτονεῖται διάκονος στήν ἱερά Μονή ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων καί δύο μέρες ἀργότερα πρεσβύτερος. 

Τοποθετεῖται γιά λίγο ὡς ἐφημέριος στά χωριά Νικλίτσι καί Κρανιά Καλαμπάκας καί τό 1941, ὅταν δημιουργήθηκε κενό στή Μεγάρχη, τό χωριό του, τοποθετεῖται ἐκεῖ ὡς μονιμος ἐφημέριος στόν παλαιό ναό Ἀναλήψεως, ὅπου παραμένει μέχρι τό μαρτύριό του.


Σεμνός καί πιστός στό ἱερατικό του καθῆκον ὁ π. Γεώργιος, ὑπηρέτησε τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς του συγχωριανούς μέ συνέπεια κατά τή γερμανική κατοχή καί στή συνέχεια κατά τή διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου. Πάθη καί μίση φοβερά ἐγκλήματα ἦταν τά χαρακτηριστικά τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἀδέλφια καί γονεῖς φονεύονταν μεταξύ τους. Δυό φορές οἱ ἀριστεροί ἀντάρτες συνέλαβαν τόν παπα-Γιώργη, ἀλλά καί τίς δυό φορές γλύτωσε. Πρέπει ἐδῶ νά ποῦμε ὅτι ὁ συνεφημέριος του εἶχε συνταχθεῖ μέ τους ἀθέους. 

Ὁ π. Γεώργιος ἔμεινε μακριά ἀπό τά κομματικά μίση, παράδειγμα καλοσύνης, ἀγάπης, ἀλλά καί πιστότητος στό καθῆκον του. Εἶχε γράψει σέ κάποιον θεῖο του: «Ἡ κατάσταση ἐδῶ στό χωριό, θεῖε μου, εἶναι πολύ δύσκολη. Ἐγώ ὅμως εἶμαι ἀποφασισμένος νά μείνω ἐδῶ μέχρι τέλους καί νά ἐκπληρώσω τό ἔργο πού μοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Κύριος, ὁσονδήποτε ἐπικίνδυνο καί ἄν εἶναι». 

Μέσα σ’αὐτό τό πλαίσιο τῆς διακονίας του, χωρίς νά λογαριάζει τήν ἀσφάλεια τή δική του καί τῆς οἰκογενείας του, φιλοξενοῦσε στό σπίτι του τούς πάντες. Ὅπως ἔλεγε ἡ πρεσβυτέρα του: «στό σπίτι μας ὅλοι χωροῦσαν. Καλοί, κακοί, φίλοι, έχθροί...Οἱ φιλοξενούμενοι γιά μᾶς ἦταν ἱερά πρόσωπα». Συνέβη κάποτε νά φιλοξενοῦν ἀξιωματικούς τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ στό πάνω πάτωμα καί κάτω ἀντάρτες. Ὁ π. Γεώργιος ὅλους τούς εὐεργετοῦσε ἀκόμη καί τόν ἀποστάτη συνεφημέριο του, πού τοῦ ἔστελνε τό μισθό του στό βουνό ὅπου κρυβόταν. Ἀλλά ὅπως συνέβη καί μέ τόν Κύριό μας συνεργείᾳ τοῦ Σατανᾶ, οἱ ἄθεοι φθόνησαν καί μίσησαν τόν ἀγαθό ἱερέα τοῦ Ὑψίστου. 

Ξαφνικά κάποιο θεϊκό σημάδι τάραξε τό χωριό τῆς Μεγάρχης. Τήν παραμονή τοῦ Ευαγγελισμου 1947 οἱ καμπάνες καλοῦσαν τό λαό τοῦ Θεοῦ στήν Ἐκκλησία τῆς ἀναλήψεως νά δοῦν ἕνα θαῦμα. Οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας δάκρυζαν . Ἕνας εὐλαβής χριστιανός ὀνόματι Ξυδᾶς γύριζε στό χωριό καί ἔδειχνε τό μουσκεμένο μαντήλι μέ τό ὁποῖο σκούπιζε τίς δακρυσμένες εἰκόνες. Σημεῖο φοβερό πού προμήνυε τά πάθη καί τά μαρτύρια τοῦ ἱερέως πού θά ἀκολουθοῦσαν. 

»Νά, πῶς μᾶς πε­ρι­γρά­φει τά γε­γο­νό­τα ἡ τι­μί­α πρε­σβυ­τέ­ρα Εὐ­θυ­μί­α:

«Ἦταν πα­ρα­μο­νή τῆς 25ης Μαρ­τί­ου 1947. Ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα, ἐ­νῶ ὁ πα­πα–Γιώργης ἀ­που­σί­α­ζε, ἡ καμπά­να τοῦ χω­ριοῦ τῆς Ἀ­νά­λη­ψης καί τό σή­μαν­τρο τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου χτυ­ποῦ­σαν, για­τί κυ­κλο­φό­ρη­σε τό νέ­ο ὅ­τι οἱ εἰ­κό­νες τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, καί συγ­κε­κρι­μέ­να τῆς Πα­να­γί­ας καί τοῦ Χρι­στοῦ, δά­κρυ­ζαν. Τά γυναικό­παι­δα, ἀλ­λά καί πολ­λοί ἄν­τρες ἔ­τρε­ξαν νά δοῦν τό θαῦ­μα. Στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἀ­νά­λη­ψης, ὅ­πως ἔλεγε ὁ κα­πε­τάν Ξιδᾶς πού γυ­ρό­φερ­νε στό χω­ριό, γιά νά πι­στέ­ψη ἔ­βγα­λε τό μαν­τή­λι καί σπού­πι­σε τίς εἰκό­νες. Τό μαν­τή­λι ἔ­γι­νε μού­σκε­μα καί οἱ εἰ­κό­νες ξα­να­δά­κρυ­σαν.

Εἶ­χα πά­ει καί ἐ­γώ μέ­χρι ἐ­κεῖ γιά νά μάθω κα­λύ­τε­ρα. Ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἐκ­κλη­σί­α βρῆ­κα τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ Θύ­μιου Ἴ­τσιου “Σμα­ΐ­λαι­να”, πού, σάν τήν ρώ­τη­σα, μοῦ εἶ­πε γιά τό θαῦ­μα, πού καί ἡ ἴ­δια εἶ­χε δεῖ. Τό­τε ἐ­γώ, ἐ­πει­δή δέν ἤ­μουν κα­θα­ρή (εἶ­χα περίοδο), δέν θέ­λη­σα νά μπῶ στήν ἐκ­κλη­σί­α. Γι᾽ αὐ­τό ἔ­δω­σα ἕ­να “φράγ­κο” (χρή­μα­τα, δη­λα­δή) στήν γριά Σμα­ΐ­λαι­να νά ἀ­νά­ψη γιά μέ­να ἕ­να κε­ρί. Δέν μπῆ­κα νά δῶ μέ τά μά­τια μου, καί για­τί πί­στε­ψα αὐ­τά πού ἄκου­σα, ἀλ­λά καί για­τί ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες ἦ­ταν ἀ­κά­θαρ­τες (εἶ­χαν πε­ρί­ο­δο) δέν ἔ­κα­νε νά μπαί­νουν στήν ἐκκλη­σί­α. Τό­τε ἔ­τσι τό “ἐ­ξε­τά­ζα­με”!».

«Ἁγία πρε­σβυ­τέ­ρα! Γνω­ρί­ζει κα­λά καί σέ­βε­ται ἔμ­πρα­κτα τούς ἱ­ε­ρούς κα­νό­νες. Δέν ἐ­ξε­τά­ζει τό γιατί καί πῶς, δέν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται στόν λο­γι­σμό της καί τήν φυ­σι­κή γυ­ναι­κεί­α πε­ρι­έρ­γεια νά δῆ μέ τά μά­τια της τό ὑπερ­φυ­σι­κό θέ­α­μα. Δέν δί­νει ἀ­πό μό­νη της δι­και­ώ­μα­τα στόν ἑ­αυ­τό της. Πει­θαρ­χεῖ ἀ­πό­λυ­τα στούς ἱ­ε­ρούς κα­νό­νες τῶν θε­ο­φό­ρων πα­τέ­ρων τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Τέ­τοι­ας πρε­σβυ­τέ­ρας ἀ­ξι­ώ­θη­κε ὁ ἱερομάρτυς πα­πα–Γι­ώρ­γης γιά νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν μα­ζί ζεῦ­γος δι­α­λεγ­μέ­νο ἀ­πό τόν Θε­ό. Ἀ­πό αὐ­τό τό ἱερατι­κό ζεῦ­γος γεν­νή­θη­καν ἕ­ξι παι­διά…

Ὁ ἱερεύς Γεώργιος ἔνιωθε τή δοκιμασία νά πλησιάζει. Στίς 27 Μαρτίου ἦταν ἡ τελευταία φορά πού συνέφαγε μέ τήν οἰκογένειά του, ἀλλά καί ἄλλους στενούς συγγενεῖς του δίνοντάς τους τίς τελευταῖες συμβουλές καί νουθεσίες, προπάντων γιά τήν ἀγάπη πού ἔπρεπε νά ἔχουν μεταξύ τους. 

Τό βράδυ 27 πρός 28 Μαρτίου οἱ ἀντάρτες σάν ἄγρια θηρία ὅρμησαν νά συλλάβουν τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τούς ὑποδέχτηκε μέ καλοσύνη: «Ὁρίστε, ἐλᾶτε παιδιά κοπιάστε, περάστε μέσα» . Πρός στιγμή τά χάνουν, ἀλλά στή συνέχεια τόν συλλαμβάνουν μέ βρισιές καί βλαστήμιες. Τόν χώνουν στό σταῦλο καί ἀρχίζουν νά τόν δέρνουν και νά τόν βασανίζουν μέσα στό σκοτάδι . Μάταια προσπαθοῦσε ἡ πρεσβυτέρα του νά τόν βοηθήσει. Οἱ ἄθεοι ἅρπαξαν ὅλα τά ζῶα τῆς οἰκογένειας, ὅλα τά τροφιμα καί ὅ,τι ἄλλο εἶχε κάποια ἀξία. Κάποιος ἀντάρτης ἔδεσε τόν ἱερέα πίσω ἀπό τό ἄλογό του καί τόν ἔσερνε ματωμένο καί ντυμένο μόνο μέ τή φανέλα καί τό σχισμένο παντελόνι του στούς τραχεῖς δρόμους τοῦ χωριοῦ.

Στή συνέχεια τόν πέρασαν ἀπό τά χωριά, Γοργογύριο, Τύρνα Ξυλοπάρικο. Ἀπό τόν παπᾶ τοῦ Γοργογυρίου ἔχουμε τά τελευταῖα λόγια τοῦ ἱερομάρτυρος. Εἶπε στόν ἱερέα: «Ὅ,τι μοῦ ζητησαν τούς τό ἔδωσα...Τώρα ἀφοῦ πῆραν καί ὅ,τι ἄλλο εἶχε ἀπομείνει, πῆραν καί μένα. Τό μόνο κακό πού τούς ἔκανα ἦταν ὅτι δέν πήγαινα μαζί τους...Προσευχήσου καί σύ μαζί μου... νά εἶναι τό τέλος μου σύντομο, μέ μιά σφαῖρα στό κεφάλι ὄχι μέ βασανιστήρια». Συμφωνα μέ ἄλλη μαρτυρία [1] πρόσθεσε: «Ὁ Θεός γνωρίζει τι θά ἀπογίνω. Ἐάν διά τοῦ μαρτυρίου μέ καλεῖ πλησίον Του, ἄς εἶναι εὐλογημένο τό ὄνομά Του, τό θέλημά Του ἄς γίνει». Βλέποντας δέ τήν πρεσβυτέρα του ἀπό μακριά τῆς εἶπε: «Ἐδὼ εἶσαι καί σύ παπαδιά; Ἔλπιζε εἰς τόν Θεόν. Ἐκεῖνος διευθύνει, ὑπομονή».

Τέλος ἔφθασαν στό κρησφύγετό τους, στό Νεραϊδοχώρι τῆς Πίνδου. Ἐκεῖ ἀπό τίς 29 Μαρτίου μέχρι τή Μεγάλη Παρασκευή 11 Ἀπριλίου 1947, δεκατρεῖς μέρες τόν βασάνιζαν. Κάποιες ἀντάρτισσες τοῦ ἔλεγαν: «Γιατί δέν προσεύχεσαι στόν Χριστό νά ἔλθει νά σέ σώσει;» Τέλος τοῦ εἶπαν: «Ἐσένα πού πιστεύεις στόν Χριστό θά σέ σταυρώσουμε σάν Ἐκεῖνον τήν ἴδια ἡμέρα». Πρίν τόν σταυρώσουν, προσπάθησαν νά τοῦ δώσουν γάλα, ἀλλά ἐκεῖνος τέτοια μέρα τό ἀρνήθηκε. Ἔτσι τή Μ. Παρασκευή 11 Ἀπριλίου τόν σταύρωσαν σέ ἕνα ἔλατο πού εἶχε σχῆμα σταυροῦ. Τοῦ τρύπησαν μέ λόγχη τή δεξιά του πλευρά, ἄνοιξαν πληγές στό μέτωπο καί στό κεφάλι του μέ περόνια ἤ σφαῖρες, τοῦ ἔβγαλαν μάτια. Ἐτσι παρέδωσε ὁ παπα-Γιώργης τήν ἁγία του ψυχή στό Θεό. Τό Πάσχα ὁ παπα-Γιώργης πανηγύριζε στόν οὐρανό. 

Τα παραπάνω συγκλονιστικά γεγονότα επιβεβαιώνει και ο Μακαριστός Μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος Καντιώτης:

«῞Οταν ήμουν ἱεροκή­ρυκας —σας ομιλώ μὲ παραδείγματα που αν­τλώ από μία ἱστορία πενήντα ἐτῶν, μισού αἰῶνος— ἔφθασα σ᾿ ἕνα χωριό των Γρεβε­νῶν. Βρίσκω τον ἱερέα θλιμμένο, πονεμένο, κλαμέ­νο. —Τί ἔχεις; —Το χωριό μου δὲν πιστεύει πια στο Χριστό. —Μην απογοητεύεσαι, λέω, ἔχε θάρρος· κάτω από τη σταχτη υπάρχει η σπίθα κρυμμένη. —Θέλεις νὰ δῇς; μοῦ λέει· ἔλα. Μὲ πάει στο νεκροταφεῖο. Ἐκεί τα παιδιά του Μάρξ και του Λένιν, που κυριαρχούσαν τό­­τε, εἶχαν ξερριζώσει όλους τους σταυρούς από τους τάφους καὶ στὴ θέσι τους εἶχαν βά­λει σφυροδρέπανα καὶ γροθιές! Μισοῦσαν τὸ σταυρό.

Καὶ μόνο σε μια περίπτωσι τὸν «θυμή­θηκαν». Ενώ η σταύρω­σις ὡς τρόπος θανα­τικῆς καταδίκης ἔχει πρὸ πολλοῦ καταργηθῆ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τὴν ξαναχρησιμοποίησαν· σταύρωσαν ἄνθρωπο! ῏Η­ταν ἕνας ἱερεὺς τοῦ ῾Υψίστου ευλαβής, πιστός καὶ πο­λύ­τεκνος, ὁ π. Γεώργιος Σκρέκας ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ Μεγάρχη – Τρικάλων. Ἄθεοι καὶ άπιστοι τον άρπαξαν από την αγία τραπεζα που ἱ­ερουργούσε, τον οδήγησαν σαν άκακο αρνίο έξω απο το χωριό, κ᾿ εκεί τον σταυρωσαν πά­νω σ᾿ ἕνα δέντρο· καὶ ήταν Μεγάλη Παρασκευή, του ἔτους 1947! Πρόκειται για ένα φρικτό και ειδεχθές έγκλημα που δεν πρέπει να ξεχαστεί...»  ~ από το βιβλίο: «Μάρτυρες του Βορρά (Α')» του Πέτρου Μπότση



Τό σῶμα του τό πέταξαν ἄταφο σέ μιά ρεματιά ὅπου ἔτρεχε ἕνα ρυάκι. Ἕνας ἀξιωματικός τοῦ στρατοῦ βρῆκε τό σῶμα τοῦ μάρτυρος, τό τύλιξε σέ μιά κουβέρτα καθαρή καί τό μετέφεραν στό κοιμητήριο τοῦ Νεραϊδοχωρίου. Τό κατέβασαν στό τάφο μέ ἕνα πρόχειρο φέρετρο, ἀλλά πρίν τό σκεπάσουν μέ χῶμα κατέφθασαν συγγενεῖς του. Μέ δάκρυα τό παρέλαβαν καί τό μετέφεραν στά Τρίκαλα. Ἐκεῖ ἔντυσαν μέ ροῦχα καί ράσα τό γυμνό μαρτυρικό του σῶμα. Ἀκολούθησε πόνος, θρῆνος. Ἡ πρεσβυτέρα ἀντίκρυσε μέ πόνο τόν παπᾶ της χωρίς μάτια μέ τρυπημένα χέρια καί πόδια γδαρμένα μέ κονσέρβες καί μέ τρύπες στό κεφάλι ἀπό τίς σφαῖρες. 

Στήν Επίσκεψη Τρικάλων ἀποτέθηκε τό Ἅγιο λείψανο. Γιά δυό μέρες χιλιάδες λαός πέρασε νά τό προσκυνήσει. Ἀμέτρητος ὁ κόσμος στήν κηδεία. Οἱ παπάδες σήκωσαν θριαμβευτικά, μέ ἐνθουσιασμό τό φέρετρο καθώς μετέφεραν τόν νικητή τῆς ἀθεΐας, τῶν δαιμόνων καί τοῦ θανάτου. Ἐναλλάξ τόν μετέφεραν μέχρι τό πρῶτο νεκροταφεῖο Τρικάλων. Ὁ μητροπολίτης Τρίκκης Χερουβείμ ξεκίνησε τόν ἐπικήδειο μέ τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου «ἐγώ γάρ τά στίγματα τοῦ Κυρίου ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω». 

ργότερα στήν ἀναφορά του πρός τήν Ἱ. Σύνοδο ἔγραψε: «Δέν παραλείπομεν δέ νά γνωρίσωμεν τῇ Ἱ. Συνόδῳ ὅτι πρόκειται περί Ἱερέως ὅστις ἀπετέλει τό σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν, διότι οὐδεμιᾶς ἀρετῆς ἐστερεῖτο». Ὅταν σήκωσαν τό φέρετρο μέ τό ἱερό λείψανο μιά ἄρρητη εὐωδία πλημμύρισε τόσο ὅσους ἦσαν κοντά, ἀλλά καί ὅσους ἀκολουθοῦσαν από μακριά. Ἡ ἴδια εὐωδία ἁπλώθηκε καί κατά τήν ἐκταφή τοῦ μαρτυρικοῦ λειψάνου. Τότε οἱ παριστάμενοι ὅρμησαν νά πάρουν ὁτιδήποτε, σάν εὐλογία. Ἔστω ἕνα κομματάκι ἀπό τά ἄμφια τοῦ ἁγίου. 

Λυπούμεθα ἤ χαιρόμεθα ἀκούοντας τά μαρτύρια τοῦ ἁγ. Γεωργίου; Λυπούμεθα κατά τό ἀνθρώπινο γιά ὅσα ἔπαθε, ἀλλά ποιᾶς τιμῆς ἀξιώθηκε ἀλήθεια νά μιμηθεῖ τόν Χριστό μας, νά ὑπομείνει ὡς Ἐκεῖνος σταυρικό θάνατο, νά λογχευθεῖ στήν πλευρά του καί μάλιστα τήν ἴδια ἡμέρα τή Μ. Παρασκευή! Τώρα συγχορεύει μέ τούς Ἀγγέλους καί τούς ἁγίους στεφανωμένος μέ ἄκτιστη δόξα κι ἐμεῖς τόν ἔχουμε μεσίτη στόν Χριστό μας.

Ἐδῶ χρειάζεται μιά σημαντική παρατήρηση. Δυστυχῶς ἔχει ἀργήσει ἡ ἁγιοκατάταξη τῶν νεομαρτύρων πού χάριν τῆς πίστεώς τους στόν Χριστό ἐμαρτύρησαν ἀπό τούς ἀθέους στήν πατρίδα μας. Στή Ρωσία τό 2000 ἔγινε ἁγιοκατάταξη μυριάδων παρομοίων νεομαρτύρων. Πρέπει ἀπό τό φόβο ἀνακινήσεως παλαιῶν πολιτικῶν παθῶν νά ἀδρανήσουμε; Ἀλλά ἕως πότε θά παρατείνεται αὐτή ἡ ἐκκρεμότητα καί ἕως πότε θά στερούμεθα τό ζωντανό παράδειγμα, τήν ὁμολογία τους τή διήγηση τῶν μαρτυρίων τους καί τήν καταφυγή μας στίς πρεσβεῖες τους;[2]


Σήμερα ἡ τιμή τῶν νεομαρτύρων τῆς περιόδου τοῦ ἀδελφοκτόνου ἐμφυλίου εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά τονώσει τό εξασθενημένο ἀπό τόν ἀντίχριστο πόλεμο φρόνημά μας. Μᾶς ἀνοίγει πνευματικούς ὁρίζοντες γιά νά τρέξουμε κι ἐμεῖς ἐγκολπούμενοι τόν Τίμιο Σταυρό, νά ἀγωνισθοῦμε τόν καλόν ἀγῶνα. Μᾶς θυμίζει ὅτι πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά ὅλα. 

Νά δίνουμε μέ θάρρος τήν ὁμολογία μας στά ἀθεϊστικά περιβάλλοντά μας, νά προστατεύουμε μέ κάθε κίνδυνο τά παιδιά μας ἀπό τίς ἀθεϊστικές διδασκαλίες πού πλημμυρίζουν τό χῶρο τῆς παιδείας, ὅπως π.χ. εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως, ἡ ἀλλοίωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ἡ προώθηση τῆς σεξουαλικῆς διαπαιδαγωγήσεως καί τῆς ὁμοφυλοφιλίας κλπ.

Γενναιότητα ἀπαιτεῖται, ὄχι ἐφησυχασμός. Ὅπως ἐνίσχυσε τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα ὁ Χριστός στό μαρτύριό του ἔτσι και ἐμᾶς θά μᾶς ἐνισχύει ἄν Τόν πιστεύουμε, ἄν θεωροῦμε ὡς ἀνώτερο ὅλων τήν ἀγάπη πρός τόν Κύριο μας, τόν Παράδεισο, τήν αἰώνια ζωή, ἄν θέλουμε νά ἀκούσουμε τή γλυκειά φωνή τοῦ Χριστοῦ «εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου».

Τελειώνοντας παραθέτουμε τά δύο Ἀπολυτίκια ἀπό τήν πλήρη Ἀσματική Ἀκολουθία, τήν ὁποία συνετάξαμε πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου :

ἈπολυτίκιονἮχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης

Ἱερέων τό κλέος καί μαρτύρων ἀγλάϊσμα καί τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τό τερπνό ἐγκαλλώπισμα, Γεώργιον ὑμνήσωμεν ὡδαῖς, τόν πίστει ὑπομείναντα σταυρόν, δι’ ἀγάπην τοῦ Δεσπότου καί πρός αὐτόν βοήσωμεν γηθόμενοι∙ Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ σέ προστάτην τῶν πιστῶν ταῖς σαῖς πρεσβείαις δείξαντι.

ἝτερονἮχος γ΄ Θείας πίστεως

Τῇ γενναίᾳ σου ὁμολογίᾳ καί τῷ αἵματι τοῦ μαρτυρίου, ἱεράν πορφυρίδα ἐνδέδυσαι, καί παρεστώς τῇ Τριάδι ὁλόφωτος ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύεις Γεώργιε, δοῦναι ἄφεσιν πταισμάτων ἡμῖν τοῖς μέλπουσι τά θεῖα καί σεπτά σου κατορθώματα.

Τά στοιχεῖα τοῦ Βίου καί τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γεωργίου Σκρέκα πήραμε ἀπό τό ἐξαιρετικό βιβλίο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Λάμπρου Φωτοπούλου « Ὁ ἱερομάρτυς Γεώργιος Σκρέκας καί ἡ τιμία αὐτοῦ πρεσβυτέρα» Ἔκδοση τῆς ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ, Θεσσαλονίκη 2016.


Βιβλιογραφικές αναφορές:

[1]   Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗ, Ἡ Ἐκκλησία εἰς τόν ἀγώνα τῆς ἐλευθερίας1453-1953 Ἐκδόσεις Κέρκυρα β΄ἔκδοση σσ. 324-325.

[2]  Κατ΄ἀκρίβειαν, ὅπως ἔγραψε σέ εἰδική πραγματεία ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος(ἐκοιμήθη τό 1813), «οἱ νέοι μάρτυρες εἰσίν ἅγιοι καί πρέπει νά τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι καί ἄνευ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας». Ὅμως, ὅπως ἀναγράφεται στά Πορίσματα τοῦ ΙΣΤ΄ Λειτουργικοῦ Συμποσίου μέ θέμα τό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, «παρά τήν ὀρθήν ταύτην γνώμην ἐξεδίδοντο καί ἐπίσημοι πράξεις ἀνακηρύξεως τῶν Νεομαρτύρων ὡς ἁγίων» (περιοδ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Νοέμβριος 2016 σ. 886)

Τό διά Σταυροῦ μαρτύριο 
τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γεωργίου Σκρέκα 
-Μεγάλη Παρασκευή 13 Ἀπριλιου 1947- 
Πρωτ. Φωτοπούλου Ἰωάννου





Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

Πώς θα σωθώ, χωρίς Σταυρό;...

Πώς να γευτώ Χριστό, χωρίς Σταυρό;... 
Πώς θα σωθώ χωρίς αυτόν;...


Και το φαΐ μας πριν το φάμε το σταυρώνουμε και σταυρωτά λιβανίζουμε το σπίτι μας, τις πόρτες μέσα κι έξω, τις εικόνες, τα προσκέφαλα των κρεβατιών...

Με το σταυρό σταυρώνουμε τα παιδιά μας πριν φύγουν για το σχολείο, και τους φοράμε στο λαιμό σταυρό από όταν γεννιούνται... 

Όταν φοβόμαστε κάνουμε το σταυρό μας και ζητάμε βοήθεια από την Παναγιά. 

Όταν χαιρόμαστε σταυροκοπιόμαστε και λέμε: «Δόξα τω Θεώ!»... 

Σταυρό στο προσκέφαλο του κρεβατιού μας κρεμάμε... Αυτόν κοιτάζουμε και προσευχόμαστε. 

Σταυρός πάνω στους τρούλους των εκκλησιών. Σταυρός στο κέντρο των ναών αυτές τις μέρες. 

Σταυρός όλη η ζωή μας για να αγιαστούμε, να ταπεινωθούμε, να μάθουμε υπομονή. 

Πώς να γευτώ Χριστό, χωρίς Σταυρό;... Πώς θα σωθώ χωρίς αυτόν;...

Σε σταυρό σταυρώσαμε το καθαρό και αγνό και άμωμο και άφταιγο πρόβατο, που ήρθε να μας σώσει. 

Σε σταυρώσαμε Χριστέ μου και συνεχίζουμε να Σε σταυρώνουμε κάθε μέρα...

Εμ και σαγαπούμε, εμ και Σε σταυρώνουμε. 

Στο Σταυρό ας σταυρώσουμε τις αμαρτίες μας για να κατέβει ο Εσταυρωμένος από το Σταυρό και νά μπει μέσα την καρδιά μας... 

Να σταυρώσουμε το «εγώ» μας σαν αντίδωρο, σα συγνώμη στο Χριστό μας. 

Κι άμα με την βοήθεια του Χριστού και της Παναγιάς σταυρώσουμε το θέλημά μας, εε... τι άλλο πια μας πρέπει την υπόλοιπη ζωή μας να κάνουμε;....

...παρά να παραστεκόμαστε κάθε μέρα, νοερά δίπλα στην Παναγιά και τον Απόστολο Ιωάννη κάτω από το Σταυρό, τη μέρα της Σταύρωσης και να κλαίμε τον Χριστό μας... Τον άμωμο, τον άφταιγο, τον καθαρό και να αναφωνήσουμε μες την καρδιά μας: 

Σταυρέ του Χριστού σώσον ημάς τη δυνάμει Σου και συγχώρα μας που Σε σταυρώσαμε και συνεχίζουμε ακόμα...

Συ που σταύρωνες τους - ψυχή τε και σώματι - ασθενείς κι έκανες θαύματα κι ευλογούσες τους σταυρωτές Σου, συγχώρεσέ μας και θεράπευσέ μας δια του Τιμίου και Ζωοποιού και Ηγιασμένου Σου Σταυρού...

...και μας τα σταυρωμένα Σου παιδιά.... και μας τους «σταυρωτές» Σου...


Ο σταυρός στην πατερική διδασκαλία, είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού που σώζει τους ανθρώπους. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ερμηνεύοντας την εντολή του Χριστού να αίρουμε τον Σταυρό μας, αναφέρει δύο περιπτώσεις άρσεως του Σταυρού…

Η μία είναι όταν παραδίδουμε την ζωή μας υπέρ της ευσεβείας κατά τον καιρό των διωγμών της Εκκλησίας και έτσι περιφρονούμε την ίδια την βιολογική ζωή μας για την δόξα του Χριστού. Η άλλη είναι όταν, κατά τον καιρό της ειρήνης της Εκκλησίας, ο άνθρωπος ζει την ζωή της ευσεβείας και αγωνίζεται να σηκώνη τον σταυρό του, σταυρώνοντας τα πάθη και τις επιθυμίες του…

Σήμερα, δυστυχώς, κυριαρχούν οι εξωτερικές αισθήσεις, η λογική, το δικαίωμα και το θέλημα. Αν δε βιώσουμε το μυστήριο του Σταυρού, δεν θα μάθουμε ποτέ τι είναι Ορθοδοξία και ποιά πρέπει να είναι η θέση μας μέσα σ' αυτήν…

Πώς θα γευτούμε Χριστό, χωρίς Σταυρό;... 
Πώς θα σωθούμε χωρίς αυτόν;...

Συγγραφή κειμένου Λαμπρινή Παπαποστόλου για Λόγος Φωτός