Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

«Χαῖρε Μαρία...»

«Χαῖρε Μαρία...» ~ Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου 
«Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία»


Ένας Χριστιανός ονόματι Ιωάννης ήταν πολύ ευλαβής και πλούσιος, αλλά αγράμματος. Είχε λίγη περιουσία, την μοίρασε όλη στους φτωχούς και πήγε στο Μοναστήρι. Όμως στενοχωριόταν επειδή δεν ήξερε να διαβάζει προσευχές όπως οι άλλοι μοναχοί, γιατί είχε δύσκολο νου και δεν έπαιρνε καθόλου τα γράμματα. Δεν γνώριζε ούτε μία ευχή να πει απ’ έξω, ούτε το Πάτερ Ημών.

Οι πατέρες προσπάθησαν να του μάθουν γράμματα, του ερμήνευσαν προσευχές, ψαλμούς. Δεν μπορούσε να μάθει τίποτα.

Κάποιος όμως έμπειρος και ενάρετος γέροντας προσφέρθηκε τότε να τον βοηθήσει. Του διάβασε μια-μια λοιπόν όλες τις ευχές και τον ρώτησε ποια του φαινόταν ωραιότερη για να την μάθει.

Πιο πολύ μ’ αρέσει, λέει, το «Θεοτόκε Παρθένε»Και ο ενάρετος αυτός μοναχός έβαλε κόπο πολύ και του 'μαθε την ωραία αυτή ευχή προς την γλυκιά μας Παναγία:

«Θεοτόκε Παρθένε, Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη, σύ ἐν γυναιξί, καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Όταν με την συνεχή επανάληψη και την πολυκαιρία επιτέλους την αποστήθισε, ο αμαθής μοναχός χάρηκε πολύ, σαν να απέκτησε θησαυρό πολύτιμο και την έλεγε ασταμάτητα εκατοντάδες φορές την μέρα και την νύχτα και στις αγρυπνίες και παντού. 

Τα χείλη του συνεχώς εκινούντο. Απέφευγε να λέγει λόγια περιττά και απομακρυνόταν από τους άλλους μοναχούς για να λέει όλο και περισσότερο την προσευχή αυτή και να απολαμβάνει την γλυκύτητά της.

- Γιατί μας αποφεύγεις ευλογημένε; Του είπε μια ημέρα ένας αδελφός. 

- Για να λέω κάποτε-κάποτε το «Χαῖρε Μαρία...» αδελφέ μου, γιατί είμαι αμαρτωλός. 

Από τότε λοιπόν οι πατέρες χαϊδευτικά τον πείραζαν και τον έλεγαν «Χαῖρε Μαρία...» και όχι με το όνομά του. Έλα εδώ «Χαῖρε Μαρία...», πήγαινε εκεί «Χαῖρε Μαρία...», κάνε τούτο «Χαῖρε Μαρία...», κάνε το άλλο...

Ετούτος όμως ο μακάριος τα δεχόταν όλα με χαρά και αγαλλίαση...

Έλεγε λοιπόν αδιάκοπα για πολλά χρόνια και με πολύ ευλάβεια την αγία αυτή ευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο, ως την ώρα της κοιμήσεώς του, που χωρίστηκε η μακαρία και ευλογημένη ψυχή του απ’ το σώμα του.

Οι μοναχοί κατά τον θάνατό του, καθώς διάβαζαν το ψαλτήριο και εν συνεχεία την νεκρώσιμο ακολουθία του, αισθάνθηκαν όλοι τους μια άρρητη ευωδία που προερχόταν από το ιερό του λείψανο και γι’ αυτόν τον λόγο τον ενταφίασαν σε έναν ξεχωριστό τόπο πίσω από το Άγιον Βήμα.

Η ευωδία αυτή όχι μόνο δεν λιγόστεψε μετά την ταφή αλλά καθημερινά και αυξάνετο. Την ενάτη μέρα όταν πήγαν με τον Ηγούμενο να του διαβάσουν τρισάγιο και να τον μνημονεύσουν, είδαν ένα παράδοξο θαύμα και απόρησαν όλοι.

Είχε φυτρώσει στον τάφο του ένας ωραιότατος κρίνος και στο κάθε φύλλο του ήσαν γραμμένα με χρυσά γράμματα οι λέξεις: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία»Η ευωδία του κρίνου εκείνου δεν έμοιαζε με την μοσχοβολιά κανενός επίγειου άνθους. 

Τότε ο Ηγούμενος είπε στους αδελφούς: «Πατέρες μου από αυτό το θαυμάσιο, ας γνωρίσουμε πόση αγιοσύνη είχε τούτος ο τρισμακάριος και πόσο πόθο και αγάπη έτρεφε προς την Κυρία μας του ουρανού την Υπεραγία Θεοτόκο. Ασφαλώς η ρίζα αυτή του κρίνου θα βρίσκεται βαθιά στην καρδιά του».

Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια στην εκταφή, όπως μας διασώζει η ευσεβής παράδοσις, είδαν με τα μάτια τους οι μοναχοί και διαπίστωσαν ότι ο κλώνος αυτού του υπερθαύμαστου ολόλευκου κρίνου εξήρχετο απ' το στόμα του. 

Οι δε ρίζες του ήσαν ριζωμένες στην άλιωτη και ευωδιάζουσα καρδιά του. Από εκεί είχε φυτρώσει ο ιερός εκείνος κρίνος...

Όλο του το σώμα, τα οστά του δηλαδή, ήτανε λιωμένα με χρώμα κεχριμπαριού και μόνο αυτό το κομμάτι ήταν άλιωτο, πράγμα το οποίον το βλέπουμε και στις ημέρες μας, όταν εγένετο η εκταφή, η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Λουκά, Επισκόπου Συμφερουπόλεως, ιατρού και θαυματουργού. 

Όλα ήσαν λιωμένα πλην της καρδιάς του...


Σχόλιο Λόγος Φωτός: Η Παναγία μας μεσολαβεί για να λάβουν οι μοναχοί και οι λαϊκοί νοερά προσευχή... «Δέν δίνεται ἕνα χάρισμα ἀπό τόν Θεό εἰς τόν ἄνθρωπο, εἰ μή διά μέσου τῆς Παναγίας...» ~ Όσιος γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης 


Και μία συγκλονιστική μαρτυρία, για την συμβολή της Κυρίας Θεοτόκου. Την μεταλαμπάδευση του «άυλου πυρ», του Φωτός της Μεταμορφώσεως - μέσω της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Πορταΐτισσας - σε προσκυνητή, που αποτέλεσε το κάλεσμα της μοναχικής του κλήσης:

«Έφτασα στη Μονή, όπου συνάντησα τους δύο συμφοιτητές μου, Κύπριοι στην καταγωγή. Άρχισε ο ένας να μου εξιστορεί πώς έγινε μοναχός. Ο ίδιος δεν είχε καμιά σκέψη να γίνει μοναχός. Μάλιστα είχε έρθει στο Άγιο Όρος κάποιες φορές, τριγύρισε, τού άρεσε, αλλά μέχρι εκεί...

Την τελευταία όμως φορά που επισκέφτηκε το Άγιο Όρος, πήγε και προσκύνησε την Παναγία στην Ιερά Μονή Ιβήρων:

- Ξαφνικά, ένοιωσα μια φωτιά να βγαίνει από την εικόνα και να μπαίνει μέσα μου.

- Και μετά τι έγινε;

- Ήρθα, στη Θεσσαλονίκη, έκατσα περίπου τρεις μήνες, αλλά δεν άντεξα άλλο...Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Τίποτα πια δεν ήταν στη ζωή μου το ίδιο μετά από αυτό. Με πιστεύεις;

- Σε πιστεύω...»

Το πρώτο μισό του Αρχαγγελικού, Θεομητορικού χαιρετισμού, δηλαδή το «χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ·» αποτελούν τα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο μέρος δηλαδή το «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου» αποτελούν τμήμα του «ασπασμού» της Ελισάβετ στην Παναγία μας, όταν η Θεοτόκος την επισκέφτηκε και έμεινε μαζί της για τρεις μήνες.

Η προσφώνηση «Θεοτόκε Παρθένε» και η κατακλείδα του ύνου «ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν» αποτελούν μεταγενέστερη προσθήκη.

«Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις,
 ενώπιον των Αγγέλων, παρακαλώ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει...»

«Χαῖρε Μαρία...» ~ Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου
 «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου