Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Μια Παναγιά...


Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει 
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό 
κάθε βραδιά 
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω 
κοιτάζω λίγο και προσκυνώ. 
Πότε θα ρθει, πότε θα ρθει 
το καλοκαίρι 
πότε τ’ αστέρι θ’ αναστηθεί 
να σου φορέσω στα μαλλιά 
χρυσό στεφάνι 
σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά. 
Μια Παναγιά 
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει 
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό 
κάθε βραδιά 
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω 
δακρύζω λίγο και προσκυνώ. 

στίχοι: Νίκος Γκάτσος 
μουσική: Μάνος Χατζιδάκις




Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

Οι αρχαίοι Έλληνες προφητεύουν για τον Χριστό...

Οι αρχαίοι Έλληνες προφητεύουν για τον Χριστό...

Οι προφητείες για τον Χριστό δεν έγιναν μόνο από Ισραηλίτες, αλλά και από αρχαίους Έλληνες!...

Μερικές από τις προφητείες είναι:

Ο Σωκράτης στην απολογία του έλεγε:
«Ώ Αθηναίοι, σ’ όλη σας τη ζωή θα κοιμάστε. Με καταδικάζετε σε θάνατο εμένα που κατάφερνα να σας ξυπνώ από τον ύπνο του σκοταδιού. Θα κοιμάστε μέχρι που να σας λυπηθεί ο Θεός και να στείλει σ’ εσάς εκείνον, που θα σας ξυπνήσει πραγματικά...» 

Ο Πλάτων είχε γράψει στο βιβλίο του Νόμος και Επινομείς:

«Ο δίκαιος χωρίς να έχει αδικήσει θα μαστιγωθεί, θα δαρεί και τέλος θα σταυρωθεί.»

Ο Σόλων γράφει:

«Όποτεδήποτε εις την διηρημένην ανθρωπότητα η άσαρκος Θεότης θα λάβει σάρκα. Αυτή η Θεότης θα φέρει την απαλλαγή από τα πάθη. Ο άσαρκος αυτός Θεός θα κρεμασθεί υπό αγνώμονος λαού και όλα τα πάθη θεληματικά θα υποστεί

 (Οἱ τοιχογραφίες βρίσκονται στὸν προαύλιο χῶρο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου. Εἰκονίζονται ὁ Σόλωνας, ἡ Σίβυλλα, ὁ Σωκράτης, ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ὅμηρος, ὁ Θουκυδιδης, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλάτωνας, ὁ Πλούταρχος καὶ δίπλα τους ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας τοῦ 2ου αἰνώνα μ.Χ. Ἀντίστοιχες τοιχογραφίες ὑπάρχουν σὲ πολλὲς Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὅρους (π.χ. Βατοπαίδι, Μεγίστη Λαύρα) καθὼς καὶ σὲ Μονὲς στὸ νησάκι τῶν Ἰωαννίνων.)

Και μια μαρτυρία του μακαριστού γέροντος πατρός Γεράσιμου Φωκά:

Πήρε άραγε και τον Σωκράτη μαζί του 
ο Χριστός, όταν αναστήθηκε;


Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος.

Και σε εκείνη την ατμόσφαιρα του λόγου του Αγίου Χρυσοστόμου επέστρεψε αργότερα η σκέψη μου ενώ βρισκόμασταν στην Τράπεζα της Μονής Σισσίων μετά την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία.

Άρχισα να πηγαίνω πίσω, μια γενεά, δυο γενεές, πέντε, δέκα, πενήντα παππούδες πίσω, εβδομήντα, ογδόντα και να, βρίσκομαι στον Σωκράτη τον Αθηναίο, τον σοφό και δίκαιο, τον αμετακίνητο στην αρετή μέχρι θανάτου...

τον Σωκράτη που στην Πολιτεία του Πλάτωνος (B, V, 362) 

λέει για τον Χριστό: «Θα απογυμνωθεί απ’ όλα εκτός της δικαιοσύνης, διότι φτιάχτηκε αντίθετος στην ως τότε συμπεριφορά. Χωρίς να αδικήσει κανέναν θα δυσφημισθεί πολύ ως άδικος ώστε να βασανισθεί για την δικαιοσύνη...

και θα γεμίσει με δάκρυα εξαιτίας της κακοδοξίας, αλλά θα μείνει αμετακίνητος μέχρι θανάτου, και ενώ θα είναι δίκαιος θα θεωρείται άδικος για όλη του τη ζωή. 

Έχοντας τέτοιες διαθέσεις ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα δεθεί, θα ανάψουν τα μάτια του και στα τελευταία του, αφού πάθει κάθε κακό θα καρφωθεί πάνω σε πάσσαλο, και να ξέρεις ότι δεν είναι δίκαιο αλλά αφού έτσι το θέλει ας γίνει...»

Πήρε άραγε και τον Σωκράτη μαζί του ο Χριστός, όταν αναστήθηκε;

Σε αυτό το ερώτημα μυστικά, και κατ’ ιδίαν στάθηκε η σκέψη μου, όταν...

δυνατή, και με παρρησία ακούστηκε η φωνή του π. Γεράσιμου που στεκόταν απέναντι:

“Ναι ανέστησε και τον Σωκράτη”.

Διάβασε την σκέψη μου, και μου έδωσε απάντηση.. (...)


«Διατελοίτε αν, ει μή τινα άλλον ο θεός υμίν επιπέμψειεν κηδόμενος υμών»

(Αναμείνατε μέχρι την ώρα που ο Θεός θα σας στείλει κάποιον άλλον για να ενδιαφερθεί για σας). ~ Απολογία Σωκράτους



Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα ~ Τάσος Λειβαδίτης

 Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα 
Τάσος Λειβαδίτης

(Διάσπαρτοι στίχοι μιας βραδινής ανάγνωσης...)

...στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί...έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα...

...και αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν, γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα...

Η ποίηση είναι σαν ν' ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα, για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό...

...Αα, το ωραίο μυστήριο να 'σαι μονάχος, το μυστήριο να 'σαστε δυο ή το μέγα μυστήριο να 'μαστε όλοι...

...στην ταπείνωση υπάρχει κάτι τόσο ωραίο, σαν εκείνη την ώρα να διαβαίνει ο Θεός..

...και έζησα πάντα κοιτάζοντας κατά κει που αποφεύγουν οι θνητοί...

Ησυχία! Κοιμάμαι... Ο θάνατος θα με ξυπνήσει...

...και κάποτε θα τρομάξεις, όταν καταλάβεις ποιος είσαι...

...κανείς δεν πέθανε, όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες για αύριο...

Λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό...

...κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή...

...και σεις άστρα, αιώνες τώρα κάτι θέλετε να μάς πείτε, μα σε λίγο ξημερώνει και δεν προφταίνουμε να μάθουμε...

...και καμιά φορά η μητέρα με ρωτούσε δακρυσμένη: "Γιατί σ' αρέσει να ταπεινώνεσαι;"...

"Θέλω να καταλάβω, μητέρα"...

Ποια πράξη μας θα βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως; Ποιος θα σηκωθεί να μάς υπερασπιστεί ή να κάνει μια μικρή αναφορά στ' όνομά μας;...

Ποιος μπορεί ν' αποδείξει ότι είναι αθώος;

Στο τέλος κερδίζει, μόνο όποιος χάνει... πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή...

κι ίσως τα δάκρυα μάς πηγαίνουν πιο μακρυά απ' τα όνειρα...

...και κάποτε ονειρεύομαι να κλάψω τόσο πολύ, που όλα τα μυστικά ν' αποκαλυφθούνε... 

....θυμάμαι κάποιες ταπεινώσεις, που τέλειωσαν με τα πιο υπέροχα δάκρυα...

...και συχνά έκλεισα τα μάτια για να περάσω έναν δρόμο έτσι σώθηκα....

...πάντα ένας κήπος απλωνόταν γύρω μου χωρίς κανείς να τον βλέπει..

...δεν εμπιστεύτηκα σε κανέναν ένα απ' τα πιο ωραία μου όνειρα: Να πεθάνω για την ανθρωπότητα...

...αν ταπεινώθηκα είναι γιατί ζήλεψα τις καμπάνες. Ποιος ο λόγος να υπάρχουν αν δεν τις χτυπούν;

...και μετά το Θεό αγαπώ τη θλίψη...

...ας αφήσουμε τις ελπίδες μας για αύριο κι ας κοιτάξουμε πίσω από τον καναπέ εκεί που συμβαίνουν τα πιο μεγάλα γεγονότα... όπως τα πρώτα μας δάκρυα...

...κι αργότερα έπρεπε να υποφέρω για να κρύβω τη μεγάλη αποστολή μου....

...έτσι δεν ξέχασα ποτέ πώς κάποιος πολύ σοβαρός λόγος με είχε φέρει στη γη...

...θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα να νοσταλγώ το Θεό...

Εις μνημόσυνο...

Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης
(20 Απριλίου 1922 - 30 Οκτωβρίου 1988)

Αποσπάσματα από το βιβλίο: "Μικρό βιβλίο για 
μεγάλα όνειρα".

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Η ανδρεία των Ελλήνων...


Το θρυλικό ύψωμα του 731: Οι Θερμοπύλες 
που δεν έπεσαν...

«Επί 7 ημέρες, ως τις 25 Μαρτίου η μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά απέκρουσε τα κύματα των επιτιθέμενων αντιπάλων. Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις άρχιζαν με πυκνό κανονιοβολισμό που κατέσκαβε τα υψώματα, για να καταλήξουν σε συμπλοκές, όπου το λόγο είχαν η χειροβομβίδα και η λόγχη. 

Το ύψωμα 731, μεταξύ Αώου και Άψου, έμεινε θρυλικό... 

Ως τις 19 Μαρτίου, μετά από σχετική τριήμερη ανάπαυλα, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν κατά του υψώματος 731 όχι λιγότερες από 18 επιθέσεις. Το «731», έμεινε γνωστό στην πολεμική ιστορία και των δύο αντιπάλων και υπήρξε ίσως ένα από τα πιο αιματοβαμμένα υψώματα ολόκληρου του παγκοσμίου πολέμου».

Αφήγηση ενός Ιταλού, έφεδρου ανθυπολοχαγού, που ηγήθηκε πολλές φορές των ανδρών του στις επιθέσεις κατά του 731: «Όταν εφορμήσαμε την πρώτη φορά κατά του 731, πίστευα ότι δεν θα συναντούσαμε ούτε έναν Έλληνα ζωντανό πάνω στο ύψωμα. 

Τόσο σφοδροί ήταν οι βομβαρδισμοί που προηγήθηκαν. Όμως εκείνοι ήταν εκεί και μας περίμεναν. Συνέχισα να πιστεύω το ίδιο και στις επόμενες επιθέσεις μας, που πάντα εκδηλώνονταν ύστερα από καταιγιστικά πυρά του πυροβολικού και της αεροπορίας μας.

Όμως πάντα μας περίμεναν και μας απέκρουαν...

Μετά την τρίτη μέρα των επιθέσεών μας, έπαψα πια να ελπίζω ότι δεν θα συναντούσαμε ζωντανούς τους υπερασπιστές του 731. Και οι στρατιώτες μας έπαψαν κι αυτοί να ελπίζουν πως η αεροπορία και το πυροβολικό μας θα έκαναν τη δουλειά αντί για μας. Αυτό είχε πολύ άσχημο αντίκτυπο στο ηθικό τους, το έβλεπα.

Συχνά οι Έλληνες μας περίμεναν όρθιοι μπροστά στα κατεστραμμένα χαρακώματά τους με τις λόγχες περασμένες στα όπλα τους. Είχαν υπερβεί κάθε ανθρώπινο όριο»...

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο...

Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο ~ Γεώργιος 
Δροσίνης

Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο 
σα θησαυρό να το φυλάξεις...

Τους λογισμούς, τους πόθους σου άλλαξε, 
μ’ αυτό ποτέ να μην αλλάξεις...

Όποτε της ζωής τα ψεύτικα κι άσχημα, 
σφίγγουν την καρδιά σου,

μέσα σ’ ό,τι φύλαξες παιδιάτικο 
θα βρίσκεις την παρηγοριά σου...

Κι όταν χλωρο-φυλλιάσει η όψη σου 
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια,

μόνο ό,τι φύλαξες παιδιάτικο 
θα μείνει απείραχτο απ’ τα χρόνια...


Δείτε και: 






Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

«Στολή Αφθαρσίας» ~ † Φώτη Κόντογλου

 
«ΣΤΟΛΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ»
του αειμνήστου † Φωτίου Κόντογλου

Για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,
για της πατρίδος την ελευθερίαν,
γι’ αυτά τα δύο πολεμώ,
γι’ αυτά να ζήσω επιθυμώ,
κι αν δεν τα αποκτήσω
τι μ’ ωφελεί να ζήσω;...

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821 έχει μια πνοή αγιασμένη, κι η ιστορία της είνε σαν συναξάρι. Η Ελλάδα μπορεί να παρασταθεί σαν τη μητέρα των Μακκαβαίων που είδε να βασανίζονται και να σφάζονται μπροστά της τα παιδιά της ένα-ένα. Από τον καιρό που χάθηκε η Κωνσταντινούπολη, η πατρίδα μας μαυροφόρεσε σαν χαροκαμένη χήρα· οι άνδρες ήτανε σαν ασκητές, οι γυναίκες σαν καλογρηές, τα τραγούδια μας γεμάτα πόνο και ελπίδα, τη λεγόμενη «χαρμολύπη», σαν χερουβικά, σαν τροπάρια.

Μια αγιωσύνη τα τύλιγε όλα. Οι καρδιές ήτανε, με όλη την παληκαριά τους, συντετριμμένες και ταπεινωμένες. Γι’ αυτό κι η θρησκεία μας ήτανε αληθινή, επειδή η πίστη του Χριστού δεν ταιριάζει σε ανθρώπους απίκραντους και καλοπερασμένους, κατά τα λόγια του Χριστού που λέγει: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε», και στενή και τεθλιμμένη η οδός».

Μα όσα χάνει ο άνθρωπος σε καλοπέραση, τα κερδίζει «εκατονταπλασίονα» σε βάθος πνευματικό. Και το έθνος μας που στάθηκε κακότυχο και βασανισμένο, από την άλλη μεριά στάθηκε ευλογημένο, κατά τον λόγο που λέγει ο Σολομών για όσους μαρτυρούνε για την αλήθεια: «και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης· και ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται». Και ποια είνε αυτή η αντάμειψη; Η αντάμειψη ήτανε πως ντυθήκανε με κάποια στολή αφθαρσίας αυτοί που ζούσανε «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, εν ερημίαις πλανώμενοι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης».

Για τούτο, όποιος άνθρωπος έχει καρδιά καθαρή, και νιώσει την Ελληνική Επανάσταση, σαν να τραβιέται από κάποιον μαγνήτη, ας είνε κι άλλης φυλής άνθρωπος, χωρίς να γνωρίζει καλά- καλά από πού βγαίνει αυτή η γλυκύτητα και η κατανυκτική αγάπη, μ’ όλο που ακούει σκοτωμούς, μαρτύρια και μοιρολόγια, που σε άλλη περίσταση αγριεύουνε τον άνθρωπο. Θαρρεί πως δεν γινήκανε στ’ αληθινά αυτά που ακούει, αλλά πως είνε κάποιο έμορφο παραμύθι.

Τα πιο σκληρά πράγματα χάνουνε τη σκληρότητά τους, καν φονικά, καν αγωνίες κάθε λογής, φτώχια, κρύο, πείνα, αρρώστεια, ορφάνια. Κάποιος μυστικός πλούτος τα χρυσώνει όλα, ο της αφθαρσίας ο Παράκλητος (ο Παρηγορητής), το Πνεύμα το Άγιον. Αυτή είναι που λέγω στολή Αφθαρσίας κι ελπίδα Αθανασίας.

Η Ελληνική Επανάσταση είνε σαν το χάλκινο μοσχάρι που έκανε ένας τεχνίτης για τον τύραννο Φάλαρη και που το πύρωνε με φωτιά και σφαλούσε στην κοιλιά του όσους ήθελε να βασανίσει για να ψηθούνε ζωντανοί. Μα αντί ν’ ακούγονται βογκητά και φρικτοί θρήνοι από το στόμα του βοδιού, έβγαιναν τραγούδια χαρούμενα, επειδή ο τεχνίτης είχε βάλει επιτήδεια στο λαρύγγι του βοδιού κάποιο όργανο που άλλαζε τους θρήνους σε χαρούμενη μουσική.


Ο Αθανάσιος Διάκος τραγουδούσε περασμένος στη σούβλα, κι οι γυναίκες του Ζαλόγγου χορεύανε και πέφτανε στον γκρεμνό. Κι όλοι οι Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, μικροί, μεγάλοι, δεσποτάδες, παπάδες, λαϊκοί, ψέλνανε σαν να τραγουδούσανε και τραγουδούσανε σαν να ψέλνανε, όπως οι τρεις Παίδες της καμίνου που δοξολογούσανε τον Θεό χορεύοντας μέσα στη φωτιά σαν να δροσολογιότανε...

Απ’ όλη την αιματοβαμμένη Ελλάδα ακουγότανε «ήχος καθαρός εορταζόντων», κι οι Έλληνες τρέχανε στον θάνατο «αγαλλομένω ποδί, Πάσχα κροτούντες αιώνιον». Γι’ αυτό μαγεύθηκε ο κόσμος, χωρίς να ξέρει γιατί. Εκείνο που τους μάγευε ήτανε η Ελπίδα της Αθανασίας που βγαίνει από την Ορθοδοξία και που τα σκεπάζει όλα με την χαρούμενη πνοή της.

Η χαρά του Χριστού είνε ένα άνθος που φυτρώνει μοναχά στις καρδιές που πονούν. Για τούτο ο Δαυΐδ έλεγε: «Κύριε εν θλίψει επλάτυνάς με». Κι οι ασκηταί της Ορθοδοξίας τη λέγανε «Χαρμολύπη» ή «Χαροποιόν πένθος», αυτή τη χαρά που βγαίνει από τη συντριμμένη καρδιά. Η  Ελληνική Επανάσταση ήτανε τα χαρούμενα ορμήματα του Ποταμού της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό τη μισήσανε και την πολεμήσανε οι «ψευδάδελφοι», εκείνοι που ιδρύσανε στ’ όνομα του Χριστού ένα σύστημα εγκόσμιας ευδαιμονίας, κάποιον «αριστοκρατικό χριστιανισμό» που τραβά τις ματαιόδοξες ψυχές, και τις ξεραίνει από τη χαρά του Χριστού, από τη «χαρμολύπη»..."

«ΣΤΟΛΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ»
του αειμνήστου † Φωτίου Κόντογλου


Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι: «Πεθαίνουμε, αλλά δεν προσκυνούμε...»

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι:
«Πεθαίνουμε αλλά δέν προσκυνούμε...»
Ένα συγκλονιστικό κείμενο που περιγράφει το χρονικό της Εξόδου 
από τον ηρωϊσμό και την αυτοθυσία 
προς την Αιωνιότητα...
(10 Απριλίου 1826)


«Στο μεταξύ η πολιορκία τού Μεσολογγίου είχε μπει στον έβδομο μήνα. Ο ελληνικός στόλος, ελλείψει εφοδίων και χρημάτων δεν μπορούσε να παραμείνει περισσότερο. Ο Ανδρέας Μιαούλης απέπλευσε από τον κόλπο του Μεσολογγίου στα μέσα του Οκτωβρίου του 1825 για να δώσει τη θέση του στον τουρκικό στόλο που καραδοκούσε.

Μάταια η πολιτική επιτροπή της Ιεράς Πόλεως εκλιπαρούσε το Εκτελεστικό να μην αποσύρει τον ελληνικό στόλο, μάταια ζητούσε τρόφιμα και πολεμοφόδια, μάταια ζητούσε μισθούς για να πληρώσουν οι καπετάνιοι Κίτσος Τζαβέλας, Γεώργιος Κίτσος, Λάμπρος Βέϊκος, Νότης Μπότσαρης, Χρήστος Φωτομάρας και Νικόλαος Ζέρβας τα στρατεύματά τους.

Στις 11 Νοεμβρίου 1825, ο Ιάκωβος Μάγερ, ο οποίος είχε βαπτιστεί Ορθόδοξος, έστειλε επιστολή στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας βοήθεια.

Με την επιστολή αυτή εξέθετε τη δραματική κατάσταση των κατοίκων τής πόλης. 1.200 στρατιώτες είχαν πεθάνει καίιπεριφέρονταν στους δρόμους οι χήρες τους και τα ορφανά τους χωρίς να έχουν στον ήλιο μοίρα.

Ο θάνατος από τις αρρώστιες και την πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο. Δεν υπήρχε χώρος μέσα στην πόλη για να θάβονται οι πεθαμένοι. Το τείχος είχε υποστεί σημαντικές φθορές, όπως και τα σπίτια των κατοίκων.

Το κρύο άρχισε να σκοτώνει τα μωρά και τα μικρά παιδιά...

«Μα είναι δυνατόν,» έγραφε ο Μάγερ, «να μην μπορεί η Σεβαστή Διοίκησις να στείλει λίγο ψωμί στο Μεσολόγγι, για να μην πεθάνει ο πληθυσμός από την πείνα;...»

Σε δική του επιστολή, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, απευθυνόμενος στον πρόεδρο τής κυβερνήσεως Γεώργιο Κουντουριώτη, αφού τού εξέθετε την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τις ανάγκες τους για τρόφιμα, προέβλεπε ότι «αν δεν έρθει η θαλάσσια δύναμις, το Μεσολόγγι δεν χάνεται από το τουφέκι και το σπαθί, αλλά χάνεται μόνο από λιμό. Και χανόμενο το Μεσολόγγι, χάνεται η πατρίς».

Ο Παπαδιαμαντόπουλος είχε πάει στη Ζάκυνθο για να ζητήσει τρόφιμα και χρήματα. Οι Ζακυνθινοί φίλοι του, τού πρότειναν να τον φιλοξενήσουν και να μην επιστρέψει στο Μεσολόγγι όπου κινδύνευε η ζωή του. Ο Παπαδιαμαντόπουλος τούς απάντησε ότι η θέση του ήταν στο Μεσολόγγι.

Τα Χριστούγεννα τού 1825, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (Ρογοί, χωριό τής επαρχίας Καλαβρύτων) έδωσε εντολή να κτυπήσουν οι καμπάνες των εκκλησιών χαρμόσυνα. Όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου έτρεξαν στις εκκλησίες να γιορτάσουν τη Γέννηση του Ιησού και να προσευχηθούν για τη σωτηρία της πόλης τους.

Τήν παραμονή τών Χριστουγέννων, ο καλός ιερέας πού στή νεαρή του ηλικία είχε υποστεί βασανιστήρια καί φυλακίσεις από τούς Τούρκους, είχε στείλει επιστολή πρός όλους τούς κληρικούς καί ιερομονάχους τής πόλεως,

μέ τήν προτροπή: «Αύριον μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας, οι μέν ιερείς, ιερομόναχοι καί μοναχοί νά συναχθήτε εις τήν κατοικίαν μου όλοι διά νά πηγαίνωμεν εις τήν μεγάλην τάπιαν (προμαχώνα τού Μπότσαρη),

οι δέ πρόκριτοι, εντόπιοι καί ξένοι μαζί μέ όλον τόν λαόν χωρίς νά φροντίσουν καφέδες καί ρακιά, νά τρέξουν εις τήν ιδίαν τάπιαν, μέ όλην τήν προθυμίαν, ο μέν μέ τσαπί, ο δέ φτυάρι, καί άλλος μέ καλάθι, όποιος έχει, καί νά δουλεύσωμεν όλοι μέ πατριωτισμόν, καθώς καί άλλοτε διορθώνοντες αυτήν τήν τάπιαν».

Ο μεγαλύτερος καί ανίκητος όμως εχθρός ήταν η πείνα. Είχαν εξαντληθεί όλα τά τρόφιμα καί είχαν φαγωθεί όλα τά ζώα. Καί όπως σωστά παρατηρούσαν οι Τουρκαλβανοί πού έπιαναν τήν κουβέντα μέ τήν φρουρά τού Μεσολογγίου, τά γαϊδούρια είχαν πάψει νά γκαρίζουν.

Αλλά καί η λιμνοθάλασσα είχε κατακλυστεί από εχθρικά πλοιάρια πού καθιστούσαν τήν αλιεία αδύνατη. Οι μανάδες έβλεπαν πλέον τά παιδιά τους νά πεθαίνουν από τίς αρρώστειες καί από τήν έλλειψη τροφής. Τά πτώματα μαζεύονταν κατά δεκάδες από τούς δρόμους...


Και όμως στις προτάσεις των δύο πασάδων για παράδοση της πόλης, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» απαντούσαν: «Πεθαίνουμε αλλά δεν προσκυνούμε».

Πείνα! Τόν Μάρτιο τού 1826 η κατάσταση ήταν απελπιστική. Τό Μεσολόγγι ψυχοραγούσε. Οι σκελετωμένοι Μεσολογγίτες έψαχναν τρόπους νά πολεμήσουν τήν πείνα τους, άλλοτε βράζοντας φύκια καί καβούρια, άλλοτε βράζοντας ό,τι χορταράκι φύτρωνε από εδώ καί από εκεί.

Οι πιό τυχεροί έβρισκαν νά φάνε μία γάτα ή έναν ποντικό. Οι βρώμικες τροφές προκαλούσαν τύφο καί δυσεντερία καί προσέθεταν νέα δεινά στούς Μεσολογγίτες. Πολλοί έπεφταν στούς δρόμους λιπόθυμοι γιά νά μήν ξανασηκωθούν. Περίπου 2000 πέθαναν από τόν λιμό (πείνα) καί από τίς ασθένειες.

Οι ζωντανοί βαρυγκομούσαν: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι... Βάστα!..»

Η ελληνική κυβέρνηση σέ συνεργασία μέ τούς προεστούς τής Ύδρας δέν μπόρεσε ή δέν θέλησε νά οργανώσει ένα ισχυρό στόλο πού θά μπορούσε νά σπάσει τόν θαλάσσιο αποκλεισμό τού Μεσολογγίου καί νά εφοδιάσει τούς πεινασμένους μέ τά πολύτιμα τρόφιμα.

Στη Ζάκυνθο είχαν συγκεντρωθεί προμήθειες χάρις στις προσπάθειες του Ελβετού τραπεζίτη και φίλου τού Καποδίστρια, Εϋνάρδου (Jean-Gabriel Eynard), οι οποίες περίμεναν τα πλοία πού θα τις μετέφεραν στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»

Ο Ανδρέας Μιαούλης πού γνώριζε πολύ καλά τήν απελπιστική κατάσταση τών πολιορκημένων, εσπευσμένα καί έχοντας στήν διάθεσή του μόνο λίγα μπρίκια, έφθασε στή Ζάκυνθο στίς 31 Μαρτίου 1826. Αφού φόρτωσε τά τρόφιμα, άνοιξε πανιά γιά τήν λιμνοθάλασσα τού Μεσολογγίου.

Δυστυχώς όμως ο ενωμένος μουσουλμανικός στόλος τών Τούρκων, τών Αιγυπτίων καί τών Αλγερινών περιπολούσε στήν περιοχή μεταξύ Κάβου Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί Κάβου Σκροφών, καθιστώντας αδύνατη τήν διέλευση τών μικρών ελληνικών πλοίων.

Αλλά καί πάλι άν περνούσε κανένα πλοίο, δέν θά μπορούσε νά προσφέρει καμία βοήθεια στούς αποκλεισμένους, αφού τό Βασιλάδι, πού ήταν η θέση κλειδί γιά τήν επικοινωνία τών αποκλεισμένων μέ τόν ελληνικό στόλο, βρισκόταν πλέον σέ εχθρικά χέρια.

Ο Μιαούλης κατόρθωσε νά φθάσει στό νησάκι Πεταλά, δυτικά από τό Μεσολόγγι, όπου συνάντησε τόν Αναστάσιο Παπαλουκά, έναν από τούς ελάχιστους διασωθέντες τής μάχης τού Βασιλαδίου, ο οποίος θά αναλάμβανε νά μεταφέρει τά τρόφιμα διά μέσου κρυφών περασμάτων πρός τήν πόλη τού Μεσολογγίου. Καμία όμως από τίς βάρκες μέ τίς προμήθειες δέν κατάφερε νά σπάσει τόν στενό αποκλεισμό καί γύρισαν όλες άπρακτες πίσω στόν Πεταλά. 

Το Μεσολόγγι καταδικάστηκε σε θάνατο!...

Η στέρηση τών τροφών ήταν γενική. Δέν υπήρχαν πλούσιοι καί φτωχοί ούτε άρχοντες καί υπηρέτες. Πλούσιος ήταν μόνο όποιος έβρισκε ακόμα καί ένα κομμάτι δέρμα καί τό έβαζε στό στόμα του γιά νά τό μασήσει.

Ο Πατρινός έμπορος Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, από τούς πρωτεργάτες τής επανάστασης στήν Πάτρα, είχε ένα άλογο τό οποίο τό συντηρούσε γιατί αυτό αποτελούσε τήν μόνη του σωτηρία, στήν περίπτωση τής εξόδου. Γέρος όπως ήταν, δέν θά μπορούσε νά τρέξει νά ξεφύγει.

Τό έδωσε όμως τό άλογο στούς στρατιώτες, πού φύλαγαν τίς ντάπιες τού Μεσολογγίου, καταδικάζοντας τόν εαυτό του σέ θάνατο. Ο γιατρός Στεφανίτσης μαγείρεψε τόν σκύλο του καί σέ όλους έλεγε ότι ήταν τό καλύτερο γεύμα πού είχε φάει ποτέ.

Ο Σμυρνιός Νικολαΐδης, πού δούλευε μαζί μέ τόν Μάγερ στήν εφημερίδα, έσφαζε καί έτρωγε όποια γάτα έβρισκε κρυμμένη στά ερείπια. Η Μεσολογγίτισα Βαρβάρηνα έσφαξε τό γαϊδουράκι της καί μάζεψε τίς γειτόνισσές της καί τό μοιραστήκανε.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Συγχώρα με, αγάπη μου ~ Τάσος Λειβαδίτης


Συγχώρα με, αγάπη μου ~ Τάσος Λειβαδίτης

Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου…
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια
αν ολάκερη έχεις δοθεί… 

Όλα μπορούσανε να γίνουνε 
στον κόσμο αγάπη μου 
τότε που μου χαμογελούσες… 
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου 
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου 
αγαπημένη μου… 

Αλλαγή πλεύσης...


Και καμιά φορά κουβαλάμε και του άλλου το Σταυρό για να τον ξεκουράζουμε….

Δεν υπάρχει πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο….
Από το να αγαπάς τον άλλο με πόνο ψυχής….
Τότε ο Κύριος είναι που ευαρεστείται πολύ….


Και καμιά φορά πριν ξαπλώσω το βράδυ….
Σκέπτομαι…
Σήμερα Κύριε έκανα κάτι…
Για να σε κάνω να χαμογελάσεις….;

Να αγαπάς έναν άγνωστο….
Και να κλαις γι΄αυτόν….
Και να προσεύχεσαι….

Όχι για σένα που είσαι ανάξιος….
Αλλά η προσευχή που κάνεις για τον άλλο….
Σου δίνει παρρησία ενώπιον του Κυρίου….
Χίλιες Δόξες στο Θεό….

Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!



Συγγραφή κειμένου Λαμπρινή Παπαποστόλου για Λόγο Φωτός

Για τους άστεγους... όπου γης (Δωρεάν φαγητό)


Σοφία Ντρέκου

Ήταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, 
χειμώνας, κρύωνε. «τι περιμένεις;» του λέω...
«τον άλλο αιώνα» μου λέει. Και χιόνιζε
ήσυχα, ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.

Ας σταθούμε δίπλα στους συνανθρώπους μας αυτές τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Ζούμε σε δύσκολες εποχές υποκρισίας και πουριτανισμού και αυτοί πού απολαμβάνουν μια σχετική οικονομική ασυλία θεωρούν πώς οι καταποντισμένοι του βίου δικαίως πάσχουν. Από την άλλη η ανέχεια φέρνει γκρίνια και καχυποψία. Σε αυτές τις δύσκολες εποχές, λοιπόν, το να δίνεις τροφή στον πεινασμένο, στέγη στον άστεγο, ρούχο στον γυμνό, ελπίδα στον απελπισμένο είναι η μ ο ν α δ ι κ ή και κορυφαία πράξη αντίστασης. Δεν γίνονται οι ρωγμές με την γροθιά αλλά με την αγάπη. Το σύστημα σήμερα πάσχει από καπιταλιστική ηθική προτεσταντισμού. Η ηθική αυτή είναι η χειρότερη τυραννία γιατί αγγίζει από τον άρχοντα ως τον ζητιάνο.

Ο ποιητής μας Νικηφόρος Βρεττάκος, στέκεται πλάι στους καταφρονεμένους, τους δυστυχείς, τους παρίες της ζωής. Ίσως νιώθει πως κι ο ίδιος είναι ένας απ' αυτούς. Υπάρχει στους τρεις αστέγους αυτούς μια υπερηφάνεια, μια αδιαλλαξία, μια εναντίωση στους ανθρώπους και την κοινωνία τους, στο ίδιο το πεπρωμένο, που τους προσδίδει μια διάσταση τραγική.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Ένας ύμνος στόν Κύρ - Φώτη Κόντογλου


Σὲ βεβαιώνω πὼς αἰσθάνομαι στεναχώρια καὶ θλίψη ὅποτε δημοσιευθεῖ τίποτα γιὰ μένα. Ἀνέκαθεν ἀπέφευγα τὰ δοξάρια. Πολὺ φτηνὸ πράγμα. Ἀφοῦ εἶπα πολλὲς φορὲς νὰ μὴ γράψω πιὰ νὰ μὲ ξεχάσουν. Τί ὄμορφο πράγμα νὰ ζεῖς ξεχασμένος..

...τὸ κάθε τι εἶνε τυλιγμένο μέσα σὲ μυστήριο. Αὐτὸ τὸ μυστήριο θέλουνε νὰ βγάλουνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Μὰ ξεγυμνώνουνε τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε βαθὺ αἴσθημα. Ἀφοῦ καὶ οἱ Χριστιανοὶ τῆς σήμερον θέλουνε νὰ κάνουνε τὸν Χριστιανισμὸ χωρὶς μυστήρια, δηλαδὴ χωρὶς Χριστό. Ἂν δὲν νοιώθεις μυστήριο σὲ ὅ,τι βλέπεις, σὲ ὅ,τι ἀκοῦς, σὲ ὅ,τι πιάνεις, εἶσαι στ᾿ ἀλήθεια πεθαμένος ἄνθρωπος...

Share this

Εναλλακτικές αναρτήσεις

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...