«Στο μεταξύ η πολιορκία τού Μεσολογγίου είχε μπει στον έβδομο μήνα. Ο ελληνικός στόλος, ελλείψει εφοδίων και χρημάτων δεν μπορούσε να παραμείνει περισσότερο. Ο Ανδρέας Μιαούλης απέπλευσε από τον κόλπο του Μεσολογγίου στα μέσα του Οκτωβρίου του 1825 για να δώσει τη θέση του στον τουρκικό στόλο που καραδοκούσε.
Μάταια η πολιτική επιτροπή της Ιεράς Πόλεως εκλιπαρούσε το Εκτελεστικό να μην αποσύρει τον ελληνικό στόλο, μάταια ζητούσε τρόφιμα και πολεμοφόδια, μάταια ζητούσε μισθούς για να πληρώσουν οι καπετάνιοι Κίτσος Τζαβέλας, Γεώργιος Κίτσος, Λάμπρος Βέϊκος, Νότης Μπότσαρης, Χρήστος Φωτομάρας και Νικόλαος Ζέρβας τα στρατεύματά τους.
Στις 11 Νοεμβρίου 1825, ο Ιάκωβος Μάγερ, ο οποίος είχε βαπτιστεί Ορθόδοξος, έστειλε επιστολή στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας βοήθεια.
Με την επιστολή αυτή εξέθετε τη δραματική κατάσταση των κατοίκων τής πόλης. 1.200 στρατιώτες είχαν πεθάνει καίιπεριφέρονταν στους δρόμους οι χήρες τους και τα ορφανά τους χωρίς να έχουν στον ήλιο μοίρα.
Ο θάνατος από τις αρρώστιες και την πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο. Δεν υπήρχε χώρος μέσα στην πόλη για να θάβονται οι πεθαμένοι. Το τείχος είχε υποστεί σημαντικές φθορές, όπως και τα σπίτια των κατοίκων.
Το κρύο άρχισε να σκοτώνει τα μωρά και τα μικρά παιδιά...
«Μα είναι δυνατόν,» έγραφε ο Μάγερ, «να μην μπορεί η Σεβαστή Διοίκησις να στείλει λίγο ψωμί στο Μεσολόγγι, για να μην πεθάνει ο πληθυσμός από την πείνα;...»
Σε δική του επιστολή, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, απευθυνόμενος στον πρόεδρο τής κυβερνήσεως Γεώργιο Κουντουριώτη, αφού τού εξέθετε την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τις ανάγκες τους για τρόφιμα, προέβλεπε ότι «αν δεν έρθει η θαλάσσια δύναμις, το Μεσολόγγι δεν χάνεται από το τουφέκι και το σπαθί, αλλά χάνεται μόνο από λιμό. Και χανόμενο το Μεσολόγγι, χάνεται η πατρίς».
Ο Παπαδιαμαντόπουλος είχε πάει στη Ζάκυνθο για να ζητήσει τρόφιμα και χρήματα. Οι Ζακυνθινοί φίλοι του, τού πρότειναν να τον φιλοξενήσουν και να μην επιστρέψει στο Μεσολόγγι όπου κινδύνευε η ζωή του. Ο Παπαδιαμαντόπουλος τούς απάντησε ότι η θέση του ήταν στο Μεσολόγγι.
Τα Χριστούγεννα τού 1825, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (Ρογοί, χωριό τής επαρχίας Καλαβρύτων) έδωσε εντολή να κτυπήσουν οι καμπάνες των εκκλησιών χαρμόσυνα. Όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου έτρεξαν στις εκκλησίες να γιορτάσουν τη Γέννηση του Ιησού και να προσευχηθούν για τη σωτηρία της πόλης τους.
Τήν παραμονή τών Χριστουγέννων, ο καλός ιερέας πού στή νεαρή του ηλικία είχε υποστεί βασανιστήρια καί φυλακίσεις από τούς Τούρκους, είχε στείλει επιστολή πρός όλους τούς κληρικούς καί ιερομονάχους τής πόλεως,
μέ τήν προτροπή: «Αύριον μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας, οι μέν ιερείς, ιερομόναχοι καί μοναχοί νά συναχθήτε εις τήν κατοικίαν μου όλοι διά νά πηγαίνωμεν εις τήν μεγάλην τάπιαν (προμαχώνα τού Μπότσαρη),
οι δέ πρόκριτοι, εντόπιοι καί ξένοι μαζί μέ όλον τόν λαόν χωρίς νά φροντίσουν καφέδες καί ρακιά, νά τρέξουν εις τήν ιδίαν τάπιαν, μέ όλην τήν προθυμίαν, ο μέν μέ τσαπί, ο δέ φτυάρι, καί άλλος μέ καλάθι, όποιος έχει, καί νά δουλεύσωμεν όλοι μέ πατριωτισμόν, καθώς καί άλλοτε διορθώνοντες αυτήν τήν τάπιαν».
Ο μεγαλύτερος καί ανίκητος όμως εχθρός ήταν η πείνα. Είχαν εξαντληθεί όλα τά τρόφιμα καί είχαν φαγωθεί όλα τά ζώα. Καί όπως σωστά παρατηρούσαν οι Τουρκαλβανοί πού έπιαναν τήν κουβέντα μέ τήν φρουρά τού Μεσολογγίου, τά γαϊδούρια είχαν πάψει νά γκαρίζουν.
Αλλά καί η λιμνοθάλασσα είχε κατακλυστεί από εχθρικά πλοιάρια πού καθιστούσαν τήν αλιεία αδύνατη. Οι μανάδες έβλεπαν πλέον τά παιδιά τους νά πεθαίνουν από τίς αρρώστειες καί από τήν έλλειψη τροφής. Τά πτώματα μαζεύονταν κατά δεκάδες από τούς δρόμους...
Και όμως στις προτάσεις των δύο πασάδων για παράδοση της πόλης, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» απαντούσαν: «Πεθαίνουμε αλλά δεν προσκυνούμε».
Πείνα! Τόν Μάρτιο τού 1826 η κατάσταση ήταν απελπιστική. Τό Μεσολόγγι ψυχοραγούσε. Οι σκελετωμένοι Μεσολογγίτες έψαχναν τρόπους νά πολεμήσουν τήν πείνα τους, άλλοτε βράζοντας φύκια καί καβούρια, άλλοτε βράζοντας ό,τι χορταράκι φύτρωνε από εδώ καί από εκεί.
Οι πιό τυχεροί έβρισκαν νά φάνε μία γάτα ή έναν ποντικό. Οι βρώμικες τροφές προκαλούσαν τύφο καί δυσεντερία καί προσέθεταν νέα δεινά στούς Μεσολογγίτες. Πολλοί έπεφταν στούς δρόμους λιπόθυμοι γιά νά μήν ξανασηκωθούν. Περίπου 2000 πέθαναν από τόν λιμό (πείνα) καί από τίς ασθένειες.
Οι ζωντανοί βαρυγκομούσαν: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι... Βάστα!..»
Η ελληνική κυβέρνηση σέ συνεργασία μέ τούς προεστούς τής Ύδρας δέν μπόρεσε ή δέν θέλησε νά οργανώσει ένα ισχυρό στόλο πού θά μπορούσε νά σπάσει τόν θαλάσσιο αποκλεισμό τού Μεσολογγίου καί νά εφοδιάσει τούς πεινασμένους μέ τά πολύτιμα τρόφιμα.
Στη Ζάκυνθο είχαν συγκεντρωθεί προμήθειες χάρις στις προσπάθειες του Ελβετού τραπεζίτη και φίλου τού Καποδίστρια, Εϋνάρδου (Jean-Gabriel Eynard), οι οποίες περίμεναν τα πλοία πού θα τις μετέφεραν στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»
Ο Ανδρέας Μιαούλης πού γνώριζε πολύ καλά τήν απελπιστική κατάσταση τών πολιορκημένων, εσπευσμένα καί έχοντας στήν διάθεσή του μόνο λίγα μπρίκια, έφθασε στή Ζάκυνθο στίς 31 Μαρτίου 1826. Αφού φόρτωσε τά τρόφιμα, άνοιξε πανιά γιά τήν λιμνοθάλασσα τού Μεσολογγίου.
Δυστυχώς όμως ο ενωμένος μουσουλμανικός στόλος τών Τούρκων, τών Αιγυπτίων καί τών Αλγερινών περιπολούσε στήν περιοχή μεταξύ Κάβου Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί Κάβου Σκροφών, καθιστώντας αδύνατη τήν διέλευση τών μικρών ελληνικών πλοίων.
Αλλά καί πάλι άν περνούσε κανένα πλοίο, δέν θά μπορούσε νά προσφέρει καμία βοήθεια στούς αποκλεισμένους, αφού τό Βασιλάδι, πού ήταν η θέση κλειδί γιά τήν επικοινωνία τών αποκλεισμένων μέ τόν ελληνικό στόλο, βρισκόταν πλέον σέ εχθρικά χέρια.
Ο Μιαούλης κατόρθωσε νά φθάσει στό νησάκι Πεταλά, δυτικά από τό Μεσολόγγι, όπου συνάντησε τόν Αναστάσιο Παπαλουκά, έναν από τούς ελάχιστους διασωθέντες τής μάχης τού Βασιλαδίου, ο οποίος θά αναλάμβανε νά μεταφέρει τά τρόφιμα διά μέσου κρυφών περασμάτων πρός τήν πόλη τού Μεσολογγίου. Καμία όμως από τίς βάρκες μέ τίς προμήθειες δέν κατάφερε νά σπάσει τόν στενό αποκλεισμό καί γύρισαν όλες άπρακτες πίσω στόν Πεταλά.
Το Μεσολόγγι καταδικάστηκε σε θάνατο!...