Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Ή νηπτικῆ ἐργασία ὡς ἀνάγκη ἐπιτακτική ~ πρωτοπρ. Ιωάννης Φωτόπουλος


Ή νηπτικῆ ἐργασία ὡς ἀνάγκη ἐπιτακτική
Πρωτοπρ. Ιωάννου Φωτοπούλου



«Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, 

οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὸ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονες. 

Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν. Ἐπὶ τούτοις τοὺς τῆς εὐσεβείας Κήρυκας ἀδελφικῶς τε καὶ πατροποθήτως εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς εὐσεβείας, ὑπὲρ ἧς ἀγωνίσαντο, ἀνευφημοῦμεν καὶ λέγομεν· Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, ἰωνία ἡ μνήμη.» (Συνοδικό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)

Φρονοῦμε ὅτι οὐδείς καί δί’ οὐδένα λόγο δικαιοῦται νά κηρύττει «ἄλλο Εὐαγγέλιο» ἀπό αὐτό πού ἐκήρυξαν οἱ θεοκήρυκες Ἀπόστολοι. Συγκεκριμένα:

α) Δὲν δικαιοῦται κανεὶς νὰ ἐξισώνει τὸ μοναδικὸ ἐν τὴ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία τελεσιουργούμενο μυστήριο τῆς Σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὶς αἱρετικὲς «ἐκκλησίες» τῆς Δύσεως, τὶς παρασυναγωγὲς τῆς πλάνης. Πολὺ περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ θέτει σὲ ἴση μοίρα τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς «θρησκεῖες» ἢ «θρησκεύματα» ἢ «θρησκευτικὰ μορφώματα», μὲ τὰ ἀνθρώπινα δηλ. καὶ δαιμονικὰ κατασκευάσματα ἀπόπειρας προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ.

β) Ὁμοίως οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἐξισώνει καὶ νὰ παραλληλίζει τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων ἐν τὴ Ἐκκλησία μὲ τὶς ἐμπειρίες τῶν πιστῶν ἄλλων θρησκειῶν, ἐμπειρίες πλάνης ἢ καὶ ἀποδεδειγμένως δαιμονικὲς καὶ νὰ τὶς ὀνομάζει «πνευματικὲς» ἢ «προφητικές», δημιουργώντας σύγχυση στὰ κριτήρια τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν.

γ) Οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ θεολογεῖ περὶ Ἐκκλησίας, Ἁγίας Τριάδος, Ἁγίου Πνεύματος κ.λ.π. ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὴ θεοσοφὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων αὐτοσχεδιάζοντας ἢ ἐπικαλούμενος αἱρετικοὺς συγγραφεῖς ἢ ἐπενδύοντας στὸ συναίσθημα τῶν ἀναγνωστῶν του.

δ) Οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀποπειραθεῖ νὰ θέσει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν ὑπηρεσία οὐδενός. Πολὺ περισσότερο νὰ προσπαθήσει νὰ τὴ θέσει στὴν ὑπηρεσία τῶν «δυνάμεων ἐνοποιήσεως τῆς ἀνθρωπότητος», τῆς ἀντιχριστῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἡ ὁποία σήμερα συνθλίβει τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ἔθνη.

Καμμιὰ ἐνοποίηση, καμμιὰ κοινωνία ἀγάπης καμμιὰ παγκόσμια κοινότητα, καμμιὰ οἰκουμενικότητα δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία καλοῦνται ὅλοι, γιὰ νὰ γίνουν μέλη της, μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου μᾶς «ἴνα πάντες ἐν ὦσι».

Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὅτι τὶς συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται μία εἰρηνικὴ συμβίωση μὲ τοὺς ἄλλους, τὴν ἀναλαμβάνουν ὡς δικό τους διακόνημα οἱ κοσμικὲς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες.

Ἡ τυχὸν συμπαράσταση κληρικῶν σ’ αὐτὲς τὶς ἐξουσίες σὲ δύσκολες στιγμὲς κρίσεων, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ καταλήγει σὲ διαθρησκειακὲς συναντήσεις, ποὺ διαπιστωμένα καταλήγουν σὲ κοινὲς θεωρητικὲς-θρησκευτικὲς τοποθετήσεις π.χ. περὶ τοῦ ἰδίου Θεοῦ ὅλων τῶν θρησκειῶν, περὶ δυνατότητος καθάρσεως τῆς καρδίας ἀπὸ κάθε θρησκεία κ.λ.π. Μποροῦν οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες ἐξ ἀγάπης νὰ βοηθήσουν «πρεσβευτικὰ» σὲ δύσκολες στιγμὲς γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ εἰρήνη, διακριτικά, δίνοντας καὶ τὴ χριστιανική τους μαρτυρία.

Ἐπειδὴ σήμερα πολλοὶ καὶ ὁμιλοῦν καὶ γράφουν περὶ μίας «Νέας Ἐποχῆς», περὶ νέων συνθηκῶν καὶ προκλήσεων στὶς ὁποῖες θὰ πρέπει νὰ ἀνταποκριθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία, καὶ μ’ αὐτὴ τὴ «χρηστολογία», δηλ. τὰ ὡραία λόγια ἐξαπατοῦν τὶς καρδιὲς τῶν ἀκάκων πιστῶν (Ρωμ. 16,18) διδάσκοντάς τους «ἐντάλματα ἀνθρώπων», φρονοῦμε ὅτι ὡς Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. 

Δεν πρέπει να καταλάβει την καρδιά μᾶς ἄλλη ἀγάπη ἀπό την ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἄλλη ἐλπίδα ἀπό την ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ και ἄλλη πίστη ἀπό την πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Γιὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν αὐτὰ χρειάζεται διαρκὴς πνευματικὴ ἐργασία. Εἶναι ἡ «λεπτὴ ἐργασία» ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε στὸν ἑαυτό μας, κατὰ τὸν  γιο Παΐσιο. Ὁ Κύριός μας μᾶς προτρέπει: «ἐργάζεσθε ...τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 6,27). 

Σκοπός αὐτῆς τῆς ἐργασίας εἶναι νά καταρτισθοῦμε, νά οἰκοδομηθοῦμε στήν Ἐκκλησία, να φθάσουμε στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4, 13). 

Κατὰ τὴν ἐργασία αὐτὴ πλουτιζόμεθα στὴ γνώση καὶ τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι αὐτόνομη καὶ αὐτοσχέδια. Βασίζεται στὴ δογματική, κανονική, ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ λατρεία της. Αὐτὴ ἡ διδασκαλία εἶναι παραδεδομένη σὲ μᾶς τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, Προφῆτες, Εὐαγγελιστές, ποιμένες καὶ διδασκάλους ποὺ ἔδωσε, ποὺ χάρισε ὁ Χριστὸς στὴν Ἐκκλησία Του. Γράφει ὁ Ἀπόστολος: «καὶ Αὐτὸς (ὁ Χριστὸς) ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστᾶς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4,11-12).

Καί ὅταν ἐργάζεται πνευματικά κάθε χριστιανός  μέ βάση αὐτήν τήν διδασκαλία τῶν Ἅγιων, προκόπτοντας στήν πίστη καί γνώση τοῦ Θεοῦ, εὔκολα ἀντιλαμβάνεται διδασκαλίες, λόγους καί ἰδέες πού δέν ταυτίζονται μέ τήν ἁγιωτάτη ὀρθόδοξη Παράδοση. 

Δέν «κλυδωνίζεται» καί δέν «περιφέρεται» «παντί ἀνέμω τῆς διδασκαλίας» (δέν πηγαίνει «ὅπου φυσάει ὁ ἄνεμος») δέν γίνεται θύμα τῆς «κυβείας»123 τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων (Ἐφεσ. 4,14). 

Ἀλλά ἀληθεύοντας ἐν ἀγάπη, μέ τήν ἀρωγή τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, αὐξάνει τόν ἀγώνα του καί προσφέρει στόν Χριστό τά πάντα, ἐνούμενος περισσότερο μέ Αὐτόν, τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφεσ. 4,15).

Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τῆς διδασκαλίας, καμμιὰ αὐθεντία δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβληθεῖ στὴν συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων εἴτε ἱερατικὴ εἴτε ἀρχιερατικὴ εἴτε συνοδική, ἂν δὲν συμφωνεῖ κατὰ πάντα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, δηλ. τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Πατέρων καὶ Διδασκάλων. Καὶ καμμιὰ «ὑπακοὴ» δὲν ὀφείλεται σὲ ἀντιευαγγελικές, ἀντικανονικές, ἀντιπατερικὲς καὶ γενικῶς ἀντορθόδοξες διδασκαλίες. Ἡ αὐθεντία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν αὐθεντία τοῦ γκουροὺ - Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ πηγὴ ἀλήθειας ὅ,τι κι ἂν κάνει, ὅ,τι κι ἂν πεῖ.

Ἡ αὐθεντία στὴν Ὀρθοδοξία ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὸν Αὐθέντη Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ αἷμα Τοῦ ἀπέκτησε τὴν Ἐκκλησία Του καὶ παρέδωσε στοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους τὴ διδαχή Του πρὸς σωτηρία μας. Οὐδεὶς δύναται νὰ διεκδικεῖ ἀλάθητο, λόγω τίτλου ἢ θέσεως. Οὐδεὶς εἶναι ποιμὴν «ἀφ’ ἑαυτοῦ». 

Σέ ὅσους λοιπόν ποιμένες φέρουν τήν αὐθεντική διδαχή τοῦ Χριστοῦ, σ’ αὐτούς ὀφείλουν οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ὑπακοή, γιατί αὐτοί οἱ ποιμένες εἶναι οἱ ὑπό τοῦ Χριστοῦ τεταγμένοι πρός καταρτισμόν τῶν ἁγίων, δήλ. τῶν πιστῶν. Αὐτοί ὁδηγοῦν τούς χριστιανούς στήν ἐν Χριστῷ τελειότητα καί τούς προφυλάσσουν ἀπό τήν ἐπιβουλή τῆς πλάνης.

Στοὺς ἄλλους, τοὺς ψευδοποιμένες, ποὺ δὲν φέρουν αὐτὴ τὴν ὀρθόδοξη διδαχή, ποὺ ὅταν δοῦν τὸν λύκο ἐρχόμενο ἀφήνουν τὰ πρόβατα καὶ φεύγουν (Ἰωάν. 10, 12), ποὺ οἱ ἴδιοι μετατρέπονται σὲ ἄγριους λύκους καὶ κατατρώγουν τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 20,29), ποὺ στρεβλώνουν τὴν Ἁγία Γραφὴ ὄντες ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι (Β Πέτρου 3, 16), ποὺ ἐνῶ ἔχουν τεθεῖ ὡς ἐπίσκοποι - σκοποὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ φυλάσσουν τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ τοὺς προειδοποιοῦν γιὰ κάθε κίνδυνο, ἀδιαφοροῦν (Ἰεζ. 33, 7-8) ποὺ μολύνουν, διαφθείρουν καὶ ρημάζουν τὸν ἀγαπημένο ἀμπελώνα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς πλανεμένες διδασκαλίες τοὺς (Ἱερεμ. 12, 10), σ’ αὐτοὺς ὄχι μόνο ὑπακοὴ δὲν ὀφείλουμε, ἀλλὰ οὔτε τὴν πόρτα μας δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀνοίγουμε οὔτε καὶ νὰ τοὺς χαιρετοῦμε (Β’ Ἰωάν. 10- 11).
___________________________________________________________________________________

123 «Κυβευταὶ λέγονται ἐκεῖνοι ὁπού παίζουν τὰ ἀζάρια. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ψευδοδιδάσκαλοι, διότι μεταθέτουν εἰς τὴν πλάνην τοὺς καθὼς θέλουν τοὺς ἁπλοὺς καὶ ἀκάκους ἀδελφοὺς ὡσὰν τὰ ἀζάρια» (Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ Ἐπιστολᾶς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμος δεύτερος, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σ. 436).

Πρωτ. Ιωάννης Φωτόπουλος
Ή νηπτικῆ ἐργασία ὡς ἀνάγκη ἐπιτακτική 
από το βιβλίο Θεανθρώπινη Καθολικότητα
ή Πανθρησκειακή Παγκοσμιότητα

Κριτικὲς τοποθετήσεις στο βιβλίο «Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία»
Ἀρχιεπ. Αλβανίας κ. Αναστασίου


Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Ο μοναχισμός ως θεματοφύλακας της εκκλησιαστικής ζωής ~ πατρός Ιωάννου Ρωμανίδη


Ο μοναχισμός ως θεματοφύλακας της εκκλησιαστικής ζωής
του πατρός Ιωάννου Ρωμανίδη



Στην αρχαία Εκκλησία, όπως διασώζεται στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι Χριστιανοί είχαν ενεργώς το Άγιον Πνεύμα, ήταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, είχαν το χάρισμα της νοεράς προσευχής και είχαν διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτό μαρτυρούν, μεταξύ των άλλων, οι δύο προς Κορινθίους Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Από αυτούς τους χαρισματούχους πιστούς-λαϊκούς εξελέγονταν οι Κληρικοί.

Με την πάροδο, όμως, του χρόνου εκκοσμικεύονταν οι κατά τόπους Εκκλησίες και ενορίες, χανόταν αυτή η παράδοση η οποία μετατοπίσθηκε στις ερήμους κατ’ αρχάς και στην συνέχεια στις Σκήτες και τις Ιερές Μονές. Έτσι, στον μοναχισμό επιτυγχανόταν ό,τι και στις ενορίες, κατά την αρχαία Εκκλησία.

Με την πάροδο του χρόνου φθάνουμε σε ένα σημείο, που αντί να έχουν ψήφο για τον Επίσκοπο οι γιατροί, αποκτούν ψήφο και οι νοσοκόμοι και σιγά-σιγά και οι μάγειροι και οι καθαρίστριες κ.ο.κ. Μέσα στο νοσοκομείο, δηλαδή, με τρόπο δημοκρατικό. Εκτοπίζουν τους Προφήτες, ας πούμε, από την ιεραρχία και αυτοί μαζεύονται πλέον στις ερήμους και γίνονται καλόγεροι σε Μοναστήρια και δημιουργείται μια αντιπαράθεση μεταξύ των Μοναστηρίων και των ενοριών. Γι' αυτό, ένα από τα πρώτα ονόματα του Μοναστηριού είναι νοσοκομείο. Επικρατούσε το ίδιο το Μοναστήρι να λέγεται νοσοκομείο, αντί Εκκλησία.

Και τι ζούσαν μέσα σε αυτό το νοσοκομείο; Την Αποστολική ζωή έλεγαν. Αυτή ήταν η Αποστολική ζωή που σώζεται στο Μοναστήρι και όχι τόσο πολύ στις ενορίες. Και βλέπουμε παραδείγματα που πάνε από τον κόσμο προσκυνητές στην έρημο και βρίσκουν τους ερημίτες, δηλαδή, και ο ερημίτης να ρωτάει εάν ακόμα υπάρχει Εκκλησία στον κόσμο. Δεν εννοεί εάν υπάρχουν Επίσκοποι, παπάδες και ενορίτες στον κόσμο, εννοεί εάν υπάρχει η γλωσσολαλιά ακόμα στον κόσμο, εάν υπάρχει η νοερά ευχή στον κόσμο, διότι αυτά είναι τα πραγματικά μέλη της Εκκλησίας. Και φθάνουν στο σημείο που εκείνος ο ιδιώτης, ο οποίος λέει το "αμήν", δηλαδή, αυτός είναι ο λαϊκός κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας».

Γι' αυτό ο μοναχισμός δεν είναι καινούριο φαινόμενο στην Εκκλησία. Ο μοναχισμός υπήρχε σε κάθε ενορία, 

διότι κάθε Χριστιανός ήταν ένας καλόγερος στην αρχαία Εκκλησία.

Στην πραγματικότητα με την εμφάνιση του μοναχισμού και την συγκρότηση των Μοναστηριών συνεχίζει η Εκκλησία τον σκοπό της. Που είναι ο αγιασμός των ανθρώπων. Αυτό, βέβαια, συνεχίζεται και στις ενορίες, από αυτούς που ακολουθούν την Ορθόδοξη διδασκαλία. 

Οι Επίσκοποι γνώριζαν τα δόγματα και έδιναν κατά την χειροτονία τους την ομολογία ότι θα τα διαφυλάξουν ανόθευτα. Οι Χριστιανοί κατηχούνταν από τους Επισκόπους, βάσει των δογμάτων, και μερικοί που είχαν ζήλο, πήγαιναν στα Μοναστήρια προκειμένου «να μεταβάλλουν αυτά τα δόγματα σε ζωή».

Έτσι, τα Μοναστήρια έγιναν οι χώροι όπου οι άνθρωποι γίνονταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, πραγματώνοντας τον σκοπό του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. 

Εάν κανένας δει τον μοναχισμό από αυτής της απόψεως, βλέπει σαφώς ότι το Μοναστήρι του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια της ενοριακής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας.

Στην αρχαία Εκκλησία κάθε ενορία είχε επικεφαλής τέτοιους Πνευματικούς Πατέρες που είχαν αυτήν την ασκητική και ήσαν ικανοί να οδηγήσουν τους πιστούς στον φωτισμό του νοός κλπ. Και όταν εξέπεσε και χαλάρωσε η ενορία από αυτής της απόψεως, δηλαδή δεν ευρίσκοντο πλέον πολλοί Πνευματικοί Πατέρες να καθοδηγήσουν τον λαό, μετά φούντωσαν τα Μοναστήρια. Ώστε μετά έχουμε μία κατάσταση, που η ενορία και η ίδια η επισκοπή, μπορεί να είναι ένα προκαταρκτικό στάδιο και μετά η τελείωση της μεταμορφώσεως του δόγματος σε βίωμα ανατέθηκε στους Πατέρες που συγκεντρώνονταν γύρω από τα ασκητήρια, Μοναστήρια κ.ο.κ..

Όποιος εισερχόταν στο Μοναστήρι, εκλαμβανόταν ως κατηχούμενος, που έπρεπε να φθάσει στον φωτισμό, δηλαδή να ενεργοποιήσει την Χάρη που είχε λάβει με το Βάπτισμα και το Χρίσμα. Έτσι, η θεραπεία, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου ζωής, βιώθηκε μέσα στα Μοναστήρια, τα οποία αποτέλεσαν κέντρα πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.

Όταν αναπτύχθηκε ο μοναχισμός, η πραγματική θεραπεία έφυγε στα Μοναστήρια και μείνανε οι ενορίες. Εκεί γινόταν διάγνωση και θεραπεία. Και επεκράτησε ο Επίσκοπος τουλάχιστον, δηλαδή οι Μητροπολίτες, οι Αρχιεπίσκοποι, οι Πατριάρχες, τουλάχιστον αυτοί, να προέρχονται από τα Μοναστήρια, οπότε έχουμε αγάμους Μητροπολίτες κ.ο.κ. Και φαίνεται ότι επεκράτησε η παράδοση αυτή μεταξύ των αγάμων, κυρίως.

Και γι' αυτό χρειάζεται να διαβάσετε προσεκτικά τον Μέγα Βασίλειο: γιατί φεύγει κανείς στην έρημο κλπ; Διότι η αγαμία και η φυγή είναι διευκόλυνση στην απόκτηση της αενάου μνήμης Θεού κλπ. Είναι διευκόλυνση, διότι όταν κανείς είναι πολυάσχολος και ασχολείται με πολλά θέματα, δεν μπορεί εύκολα να αφοσιωθεί. 

Διότι είναι μεγάλο αυτό, το να μεταφερθεί η μνήμη Θεού από εδώ (λογική), να πάει κάτω (καρδιά) και μετά να είναι αδιάλειπτη η μνήμη αυτή. Θέλει πολλή άσκηση αυτό το πράγμα, δεν γίνεται εύκολα δηλαδή. Και δεν μπορεί να αποσπάται η προσοχή του ανθρώπου για να φθάσει μέχρι εκεί. 

Όταν, όμως, φθάσει αυτός ο ίδιος που έχει αποκτήσει την ευχή αυτή, την μονολόγιστη ευχή, τότε μπορεί να γίνει Δεσπότης και να ασχοληθεί με την διοίκηση, γιατί έχει την ευχή και ό,τι και να κάνει και όπου να πάει, έχει την ευχή. Οπότε, φεύγει για να αποκτήσει και μετά επανέρχεται. Καταλάβατε; Δεν είναι έτσι. Και επανέρχεται και έχει την ευχή και συνεχίζει να είναι ασκητής.

πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης
Ο μοναχισμός ως θεματοφύλακας της εκκλησιαστικής ζωής

"Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας 
κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄ 
του σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Η συμμετοχή μας στο μυστήριο της Αναστάσεως ~ Μητρ. Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου

Η συμμετοχή μας στο μυστήριο της Αναστάσεως
Μητρ. Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου


Ποιοι σώθηκαν στον Άδη

Με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη δεν σώθηκαν όλοι όσοι ευρίσκονταν εκεί, αλλά μόνον οι δίκαιοι, όσοι είχαν φθάσει, κατά διαφόρους βαθμούς, στην θέωση. Ο άγιος Επιφάνιος θα πει ότι δεν σώθηκαν όλοι όσοι ευρίσκονταν εκεί, αλλά μόνον οι πιστεύσαντες. Και αυτό πρέπει να ερμηνευθή από την άποψη ότι αναγνώρισαν τον Χριστό όσοι είχαν κοινωνία με τον άσαρκο Λόγο, όσο ζούσαν στην ζωή.

Ξέρουμε από άλλες διδασκαλίες της Αγίας Γραφής και της πατερικής Παραδόσεως ότι ο φωτισμός και η θέωση υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη για όσους αξιώθηκαν να δούν τον άσαρκο Λόγο και είχαν φθάσει στην θέωση, με την διαφορά ότι δεν είχε ακόμη καταργηθεί ο θάνατος, γι' αυτό πήγαιναν στον Άδη. Ο Χριστός με την κάθοδό Του σε αυτόν κατήργησε το κράτος του θανάτου και όσοι είχαν κοινωνία μαζί Του πίστευσαν ότι Αυτός είναι δυνατός και κραταιός, ο σωτήρ των ανθρώπων, και έτσι ελευθερώθηκαν.

Η αξία του Μ. Σαββάτου

Η ημέρα του Μ. Σαββάτου, όταν η ψυχή του Χριστού με την θεότητα βρισκόταν στον Άδη και το σώμα μαζί με την θεότητα βρισκόταν στον τάφο, οπότε νικήθηκε το κράτος του διαβόλου και του θανάτου, θεωρείται μεγάλη ημέρα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού συνδέεται με την ημέρα της Κυριακής.

Στα λειτουργικά κείμενα συσχετίζεται η εβδόμη ημέρα της δημιουργίας, κατά την οποία ο Θεός μετά την δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου "κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού", με την ημέρα του Μ. Σαββάτου, κατά την οποία κατέπαυσε και ο Χριστός από όλα εκείνα που έκανε για την σωτηρία του ανθρώπου. Γι' αυτό, όπως ψάλλουμε, "τούτο γαρ εστι το ευλογημένον Σάββατον".

Ο σαββατισμός στην ορθόδοξη Παράδοση έχει και μια άλλη σημασία. Στην ουσία συνιστά την κατάπαυση του ανθρώπου, τον ησυχασμό, την λεγομένη ιερά ησυχία με όλο το περιεχόμενό της. Ο Απόστολος Παύλος, αφού αναφέρει ότι ο σαββατισμός είναι απαραίτητος για τον λαό του Θεού, συνιστά: "Σπουδάσωμεν ουν εισελθείν εις εκείνην την κατάπαυσιν" (Εβρ. δ', 11). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα πει ότι... 

όταν ο άνθρωπος απομακρύνει κάθε λογισμό από τον νου και όταν με επιμονή και αδιάλειπτη προσευχή ο νους επιστρέψη μέσα στην καρδιά, τότε εισέρχεται στην θεία κατάπαυση, δηλαδή στην θεοπτία, στην θεωρία του Θεού.

Αυτή η κατάπαυση, αυτός ο ησυχασμός δεν είναι αδράνεια, αλλά μεγάλη κίνηση. Όπως ο Θεός, καίτοι κατέπαυσε την εβδόμη ημέρα, εν τούτοις όμως εξακολουθούσε να διευθύνη τον κόσμο με την άκτιστη ενέργειά Του, 

έτσι και ο άνθρωπος, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής θεωρίας, κάνει το μεγαλύτερο έργο, ενώνεται με τον Θεό και στην συνέχεια αγαπά ό,τι αγαπά και ο Θεός. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι δυνατόν να ζήσει κανείς την Ανάσταση του Χριστού μέσα από την δική του κατάπαυση, δηλαδή μέσα από τον δικό του ησυχαστικό τρόπο ζωής. 

Όσο κανείς εισέρχεται στον θείο σαββατισμό, στην θεία κατάπαυση τόσο και βιώνει την ανάσταση. Η ευχή "καλή ανάσταση" πρέπει να συνοδεύεται και να ακολουθή από την ευχή "καλή κατάπαυση".

Η τριήμερη έγερση του Χριστού

Είναι σημαντικός και ο λόγος για τον οποίο ο Χριστός αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες και όχι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Χριστός να αναστηθεί αμέσως μετά τον θάνατό Του στον Σταυρό, αλλά αναστήθηκε τριήμερος για να πιστοποιηθεί το μυστήριο του θανάτου, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Δεν παρέμεινε περισσότερο χρόνο για να μη συκοφαντηθεί το μυστήριο της αναστάσεως στο διάμεσο χρονικό διάστημα. Γιατί, όσο αργούσε τόσο και θα δημιουργούσε προβλήματα και ερωτήματα στους Ιουδαίους και τους Μαθητάς (Μακάριος Χρυσοκέφαλος). Γι' αυτό, το διάστημα των τριών ημερών ήταν το πιο κατάλληλο για να μην αμφισβητηθή το μυστήριο του θανάτου, ούτε και να κατηγορηθεί το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Η Γερόντισσα Ευλαμπία Ρωμανίδου ~ πρωτ. Λάμπρου Φωτοπούλου



Η Γερόντισσα Ευλαμπία Ρωμανίδου
πρωτ. Λάμπρου Φωτοπούλου



Σαν αρχή...

Όταν την δεκαετία του ’50 ο μακαριστός καθηγητής της θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης παρουσίασε τις θεολογικές του θέσεις στον Ελλαδικό χώρο, οι “παραδοσιακοί” καθηγητές εξανέστησαν με τον τρόπο που προσέγγιζε την σκέψη των Πατέρων. Πολύ γρήγορα η δυσπιστία έδωσε τη θέση της στην αποδοχή και στη συνέχεια στην πλήρη αναγνώριση του πατρός Ιωάννη ως ενός ικανότατου αλλά και “παραδοσιακού” θεολόγου. Στις μέρες μας η Θεολογία του απασχολεί τόσο πολύ τους Ορθοδόξους θεολόγους και πάνω σε αυτή στηρίζονται οι επίσκοποι, οι ιερείς και οι λαϊκοί που θέλουν να ορθοτομούν λόγο αληθείας....

Ποια ήταν άραγε η προσφορά του πατρός Ιωάννη στην ελλαδική θεολογική Επιστήμη και γενικότερα στην Ορθόδοξη Θεολογία; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συνεισφορά του είναι η διατύπωση μιας επιστημονικής Μεθοδολογίας της Θεολογίας. Διατύπωσε τρόπους και μεθόδους, “κλειδιά ερμηνείας”, με τα οποία κατανοούνται οι πατέρες της Εκκλησίας.

Σε όσους είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν τον πατήρ Ιωάννη Ρωμανίδη εδημιουργείτο εύλογα ένα ερώτημα. Πώς αυτό το “αμερικανάκι” με τις σπουδές σε διάσημα Πανεπιστήμια και σε Παπικά Κολέγια που δεν γνώρισε σχεδόν ποτέ από κοντά τον Ορθόδοξο Μοναχισμό, μπόρεσε να βρει πρωτότυπους δρόμους σύνδεσης της ακαδημαϊκής θεολογίας και της ησυχαστικής θεολογικής παράδοσης;...

Είναι γνωστό ότι ο πατήρ Ιωάννης διέθετε μια εξαιρετική ικανότητα να παρατηρεί και να αναλύει τα φαινόμενα, να τα κατατάσσει και να τα συστηματοποιεί. Αυτή η ικανότητά του όμως δεν θα αρκούσε να δημιουργήσει το φαινόμενο “Ρωμανίδη” αν δεν συνδυαζόταν με την Καππαδοκική καταγωγή του και δεν είχε την προσωπικότητα της μητέρα του Ευλαμπίας Ρωμανίδου, ως “δείγμα” των ορατών αποτελεσμάτων της αδιάλειπτης νοεράς Ευχής.

Ας δούμε λοιπόν αυτή την προσωπικότητα.

Η καταγωγή

Η Ευλαμπία Ρωμανίδου κατήγετο από την Ρωμαϊκὴ Καστρόπολη της Παλαιάς Αραβησσού της Καππαδοκίας. Μια περιοχή που ποτέ δεν έπαψε να συζητάει θεολογικά, ακόμα και μετά τους μεγάλους Καππαδόκες πατέρες (Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριος Θεολόγο και Γρηγόριο Νύσσης).

Γεννημένη πριν από την καταστροφή (το 1895) μεγάλωσε σε ένα χώρο βαθιάς πίστης. Στο χώρο αυτό η Ορθοδοξία ήταν η πρώτη αξία, η γλώσσα και η καταγωγή το δευτερεύον. Ανήκε σ’ εκείνο το μεγαλειώδη λαό των Καραμανλήδων. “Οι Ορθόδοξοι Έλληνες χριστιανοί της Καππαδοκίας (Καραμανλήδες) ήταν σε πολλά μέρη Τουρκόφωνοι δια τον εξής λόγο: Ο Τούρκος κατακτητής, προκειμένου να τους επιτρέψει να επιβιώσουν, τους έθεσε δια σπάθης τον εξής όρο: “Ή την θρησκεία, ή την γλώσσα σας”. Δηλαδή έπρεπε οι Καππαδόκες Έλληνες Ορθόδοξοι ή να αλλαξοπιστήσουν εξισλαμιζόμενοι (και κρατούντες την Ελληνική τους γλώσσα) ή να παραμείνουν στην πίστη των πατέρων τους, αλλά να αλλάξουν την γλώσσα τους, υιοθετούντες την Τουρκική. Σοφώς φερόμενοι, προτίμησαν το δεύτερο, διαφυλάττοντες την αγία Ορθόδοξο πίστη τους και θυσιάζοντες την Ελληνική γλώσσα”. [1]

Δημιούργησαν έτσι έναν ανεπανάληπτο πολιτισμό, [2] τον Καραμανλήδικο, που με την δική του ελληνική γραφή, τα σημαντικά μνημεία του, τα μοναδικά ήθη και έθιμά του μετέφρασε το Ορθόδοξο Βίωμα των ασκητών και των Αγίων σε καθημερινή πράξη. Το θεολογικό “μοντέλο” του Καππαδόκη είναι η μίμηση των αυστηρών ησυχαστών, όπως των στηλιτών Αγίων Συμεών και Δανιήλ, του Αγίου Αλεξίου του Ανθρώπου του Θεού κ. ά. [3]. Το κέντρο της κοινωνικής ζωής ήταν ο ναός και πνευματικό κατόρθωμα ήταν η άσκηση στην νοερά προσευχή. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αναπνοή της Καππαδοκίας ήταν στο ρυθμό της Ευχής: Κύριε Ιησού Χριστέ (εισπνοή), ελέησόν με (εκπνοή)...

Μέσα σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον μεγάλωσε η Ευλαμπία Ρωμανίδου.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Όλοι μας μπορούμε να γίνουμε άγιοι! ~ Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή


Όλοι μας μπορούμε να γίνουμε άγιοι!...
Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή




Το πρώτο πού κάνει κάθε άνθρωπος, όταν τον καλέσει ο Θεός στην επίγνωσή Του, είναι να ερευνήσει με ακρίβεια τον εαυτό του για να δει, ότι πράγματι στην ζωή του πολλές ενέργειες του ήσαν έξω από το θέλημα του Θεού. Και από αυτή την στιγμή αρχίζει το έργο της μετανοίας. 

Η μετάνοια αρχίζει από την κατάπαυση της αμαρτωλής ζωής και φθάνει μέχρι αυτής της θεώσεως, η οποία δεν έχει τέλος. 

Ο Θεός δεν έχει περιγραφή και τέρμα· ούτε και οι ιδιότητές Του είναι δυνατό να έχουν. Μπαίνοντας ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μέσα στους κόλπους της θεώσεως, πάσχει όλες αυτές τις ιδιότητες τις ατέρμονες, τις αψηλάφητες, τις ανεξιχνίαστες, τις απέραντες. Γι’ αυτό είπα ότι η μετάνοια δεν έχει τέρμα.

Θέλω να σχολιάσω το θέμα της μετανοίας, παίρνοντας αφορμή από μερικά πράγματα πού με προκάλεσαν και από τον προσωπικό μου βίο, αλλά και γενικότερα. Βλέπω ότι μοναχοί στις ημέρες αυτές της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής, ευρίσκουν καιρό και ασχολούνται με θέματα επουσιώδη και λόγω της απειρίας τους όταν τους ερωτήσεις γιατί ασχολούνται με αυτά, απαντούν. «Επειδή είχα καιρό και δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω».

Αυτό είναι ένα είδος μικροψυχίας, να μην πω ολιγοπιστίας. Δεν έχεις τι να κάνεις; Ίσως να τελείωσες το διακόνημά σου και έχεις ένα περιθώριο χρόνου. Τότε πήγαινε στο κελί σου. Το κελλί είναι το εργαστήριο της μεταβολής του χαρακτήρας σου. Δεν πηγαίνεις να γονατίσεις εκεί μέσα; να κτυπήσης το μέτωπο σου κάτω, να κτυπήσεις το στήθος, την «ενθήκη» των κακών, αλλά και την «ενθήκη» των καλών; Και να κτυπήσεις εκεί του Ιησού την πόρτα; Να ζήτησης, να αιτήσεις, να επιμένεις, ούτως ώστε να σου ανοίξει; Έπειτα κάθεσαι και δεν μελετάς; Μα, οι μοναχοί είναι θεολόγοι.

Επί Βυζαντίου, στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, υπήρχαν όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι. Όλες οι γνώσεις των ανθρώπων. Μόνο η θεολογία απαγορευόταν. Η θεολογία ήταν στις ιερές Μονές. Δεν εθεωρείτο ανθρώπινη γνώση. 

Στους μοναχούς ανήκει η θεολογία, διότι ερχόμενοι σε επαφή με τον Θεό προσωπικά, δέχονται τις ελλάμψεις και αποκαλύψεις και γίνονται θεολόγοι.

Γιατί λοιπόν, να μην ανοίξουμε το Πανεπιστήμιο μας εδώ, ημέρα και νύκτα και να γίνουμε πραγματικοί θεολόγοι; Είδα και επιμένω και δεν υποχωρώ, ότι τόση Χάρι παίρνει ο μοναχός από την μελέτη στο κελί του, μέσα στο πνεύμα της απολύτου ησυχίας, σχεδόν ίση με αυτή που δίνει η προσευχή. Εις αυτό επιμένω, διότι χάριτι Χριστού, το εγεύθηκα όχι μια, αλλά πολλές φορές στην ζωή μου. Και θέλω να τονίσω και κάτι ακόμα.

Ο νόμος της επιρροής, ο κανόνας της επιδράσεως, εφαρμόζεται απόλυτα. Τα συγγράμματα των Πατέρων πού μελετά ο μοναχός με πίστη και πόθο και επικαλείται την ευχή τους είναι αδύνατο να μην επιδράσουν επάνω του.


Διότι οι Πατέρες ήσαν και εξακολουθούν να είναι Πατέρες, και ζητούν αφορμή και αυτοί, όπως ο ίδιος ο Θεός, του οποίου είναι «εικών και ομοίωσις», να μεταδώσουν σε μας τις Χάριτες τις οποίες αυτοί βρήκαν δια του αγώνος των. 

Με την ανάγνωση και την μελέτη τους να είσθε βέβαιοι, ότι η πατρική τους στοργή θα επιδράσει επάνω σας.

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα της μετανοίας. 

Πολλές φορές συμβαίνει στον αγωνιζόμενο, να μην μπορεί να νικήσει τον παλαιό άνθρωπο, διότι είναι τόσο πολύ αιχμαλωτισμένος από τα πάθη του, παρ’ όλο που αυτός τα μισεί, τα αποστρέφεται, δεν τα θέλει· και αυτή η κατάσταση θεωρείται κατά την παράδοση της Εκκλησίας, ζωή μετανοίας.

Τότε μόνο δεν θεωρείται μετάνοια, όταν πάψει ο άνθρωπος να αγωνίζεται και λέγει: «Δεν μπορώ πλέον. Δεν υπάρχει για μένα τίποτε». Αυτό λέγεται απόγνωση και το καταδικάζει η Εκκλησία ως βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος· περικόπτει και απορρίπτει αυτό το μέλος ως σάπιο, ως βλάσφημο, στρεφόμενο κατά της αγαθότητας του Θεού.


Δεν πρέπει λοιπόν, σε καμιά περίπτωση να συστέλλουμε την πίστη μας. Ουδέποτε να σκεφθεί κανείς, ότι είναι αδύνατο να φθάσουμε στην ολοκληρωτική μετάνοια στην οποία μας κάλεσε ο Χριστός μας. Θα φθάσουμε χάριτι Χριστού. Ουδέποτε είναι ικανή μόνη η ανθρώπινη ενέργεια και προσπάθεια να φθάσει εκεί. Αυτό είναι εγωιστικότατο και οι Πατέρες το καταδίκασαν.

Ο Μέγας Μακάριος λέγει ότι τόση είναι η δύναμη της προθέσεως του ανθρώπου, τόσο μόνο μπορεί ο άνθρωπος, μέχρι που να αντιδράσει προς τον διάβολο. Προκαλούμενος υπό του σατανά, υπό μορφή προσβολής «κάνε αυτό», τόσο μόνο μπορεί να πει ο άνθρωπος· «όχι δεν το κάνω». Μέχρι εκεί μπορεί να πάει ο άνθρωπος. Από εκεί και πέρα είναι έργο της Χάριτος. Γι’ αυτό ο Ιησούς μας, τόνιζε με έμφαση ότι, «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Άρα ποτέ να μην συσταλήτε, ποτέ να μην κατεβαίνετε στην μικροψυχία, εφ’ όσον «δια πίστεως βαδίζουμε».


Ποτέ να μην λέγετε: «Δεν θα φθάσουμε εμείς στην απάθεια, δεν θα φθάσουμε στον αγιασμό, δεν θα μιμηθούμε τους Πατέρες μας». Αυτό είναι βλάσφημο. Θα τους φθάσουμε επειδή το θέλουμε και εφ’ όσον το θέλουμε θα μας το δώσει ο Χριστός μας. Μένοντας πιστοί και μη υποχωρούντες κατά πρόθεση, οπωσδήποτε θα το επιτύχουμε. Αυτή είναι η πραγματικότης. Έξω από αυτή την γραμμή οι Πατέρες δεν παραδέχονται άλλη. Έξω από αυτή, θεωρείται πλέον απόγνωση.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ανακαλύπτοντας τον Χριστό... ~ Kevin Allen


Ανακαλύπτοντας τον Χριστό 
μέσα σε ένα Ινδουιστικό Ασράμ
του Kevin Allen 


Και έσται επ' εσχάτων των ημερών εμφανές το όρος Κυρίου, έτοιμον επί τας κορυφάς των ορέων και μετεωρισθήσεται υπεράνω των βουνών· και σπεύσουσι προς αυτό λαοί και πορεύσονται έθνη πολλά και ερούσι: Δεύτε, αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ, και δείξουσιν ημίν την οδόν αυτού και πορευσόμεθα εν ταις τρίβοις αυτού (Μιχαίας 4/δ: 1,2).

I. Η ανακάλυψη της Πνευματικής Αλήθειας

Ανατράφηκα από οικογένεια μη θρησκευόμενη. Οι γονείς μου ήσαν αθεϊστές από τότε που ήμουν ακόμα παιδί, και επίσης πολύ δραστήριοι στον φιλελεύθερο-αριστερίζοντα πολιτικό χώρο. Το ενδεχόμενο να γίνω Χριστιανός δεν υπήρχε ούτε σαν σκέψη. Δεν γνώριζα κανένα Χριστιανό, και η Μητέρα μου ήταν μια πρώην Ρωμαιοκαθολική που είχε γυρίσει την πλάτη της στην Εκκλησία και τον Χριστιανισμό.

Οι παιδικές χαρές και οι δρόμοι της πόλης που μεγάλωσα - λίγο έξω από την Νέα Υόρκη - με έμαθαν να παίζω σκληρή μπάλα. Η ζωή ήταν για να την «αποκτήσεις». Η ζωή ήταν για να την «αρπάξεις», αν δεν σου δινόταν. Δεν υπήρχε κανένας σκοπός στη ζωή, έτσι, τα μόνα υπαρκτά πράγματα ήταν το «έχειν», το «αποκτάν», το «αρπάζειν» και το «κρατείν». Όλοι έμοιαζαν να το πρεσβεύουν αυτό, και να ζουν κατ' αυτόν τον τρόπο, έτσι και εγώ ποτέ δεν τον αμφισβήτησα. Το πρόβλημα ήταν πως ο εσωτερικός μου κόσμος ήταν γεμάτος από έντονη ανησυχία, ανασφάλεια, κατάθλιψη και απόγνωση. Είχα ήδη ξεκινήσει να καπνίζω, να πίνω και να κάνω χρήση μαριχουάνας. Στα 15 μου, έκανα χρήση LSD. Μέχρι να κλείσω τα 16, η «δημοφιλής» ψυχαγωγία ήταν η ηρωίνη. Πολλοί από τους φίλους μου έγιναν ηρωινομανείς πριν κλείσουν τα 18 τους.


Στα 16 μου, με συνέλαβαν για κατοχή και πώληση μαριχουάνας. Οι γονείς μου αντιμετώπισαν το περιστατικό αυτό με την στάση της «σκληρής αγάπης»..... πετώντας με έξω από το σπίτι. Ζούσα έκτοτε μέσα σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και σε διαμερίσματα άλλων αλητόπαιδων που ήξερα. Αρκετοί από μας είχαμε λύσει τους δεσμούς μας με την οικογένεια και το σχολείο. Όταν κλήθηκα στο δικαστήριο, οι γονείς μου έλειπαν εκτός χώρας για τις διακοπές τους και ο δικαστής με άφησε ελεύθερο υπό όρους, με δική μου ευθύνη. Έπρεπε να εμφανιστώ στο δικαστήριο μετά από περίπου τέσσερις μήνες. Οι τέσσερις μήνες που ακολούθησαν ήταν εφιάλτης, και ένα ατέρμονο βύθισμα σε μια «μαύρη τρύπα» απόγνωσης.

Εν καιρώ, ξαναβρέθηκα με τους γονείς μου. Όταν επέστρεψα, διαπίστωσα πως τα πράγματα είχαν αλλάξει. Η Μητέρα μου είχε ενταχθεί στους Α.Α. (Ανώνυμους Αλκοολικούς) και είχε βιώσει ένα βαθύτατο πνευματικό «ξύπνημα» που άλλαξε την ζωή της. Διάβαζε τον Alan Watts και τον DT Suzuki και βιβλία όπως την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών. Είχε αλλάξει η όψη της και η στάση της. Ήταν πιο ήρεμη, και πιο απαλή.

Άρχισα να διαβάζω μερικά από τα βιβλία της, αφού τα τελείωνε η ίδια. Αμέσως ένοιωσα να με γοητεύει ο Βουδισμός Ζεν και ο Ινδουισμός, προπαντός η Βεντάντα. Αυτό που με «τραβούσε» στο Ζεν ήταν η εμπειρία «Σατόρι» όπου - αστραπιαία μεν, αλλά κατόπιν πολλής πνευματικής προεργασίας - κατορθώνει κανείς να «βλέπει», να «φωτίζεται», να «γνωρίζει την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων».

Όμως τελικά ελκύστηκα από τον Ινδουισμό, επειδή, ενώ προσέφερε παρόμοια εμπειρία «φωτισμού» ("Σαμαντι"), προσέφερε επίσης και μια προσωπική «θεότητα» (ή, για να είμαστε ακριβείς, πολλές θεότητες). Ο Βουδισμός Ζεν ήταν ένα πνευματικό μονοπάτι που θύμιζε κάτι σαν να εργαζόμαστε πάνω στον εαυτό μας μέσα σε ένα εύρυθμο, καθαρό εργαστήριο κλινικής. Ο Ινδουισμός ήταν πιο χαοτικός μεν, αλλά διέθετε ζεστασιά και χρώμα και - κάτι πολύ πιο σημαντικό για μένα - ένα προσωπικό θεό που μπορούσε κανείς να λατρέψει.

Δεν ήμουν σίγουρος για ποιο λόγο αυτό είχε κάποια σημασία, πάντως είχε. Ήθελα να «φωτιστώ», αλλά είχα και την ανάγκη να γνωρίζω και να λατρεύω ένα Θείο Πρόσωπο, και ο Ινδουισμός μου προσέφερε και τα δύο. Τελικά, κατάλαβα πως φτιαχτήκαμε να λατρεύουμε τον Προσωπικό Θεό - τον Ιησού Χριστό - και πως η καρδιά μας δεν θα αναπαυθεί ποτέ, αν δεν το κάνουμε!...

Βρήκα το «σπίτι» μου, στο Κέντρο Ramakrishna - Vivekananda της Νέας Υόρκης. Η ζωή μου άλλαξε ριζικά. Η ανακάλυψη πως ο «Θεός» υπάρχει, και πως επίσης υπάρχει κάποια «πνευματική πραγματικότητα» πέρα από τον πόνο και την δυστυχία της ζωής (πράγματα τόσο γνώριμα σ' εμένα), ήταν μια ανακάλυψη εντελώς λυτρωτική για μένα. Άφησα πίσω μου όλα όσα ήξερα παλιότερα, και έτρεξα με φόρα προς την καινούργια μου ζωή.

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ο σταυρός ως δρόμος προς την σωτηρία ~ Μητροπ. Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου


Ο σταυρός ως δρόμος προς την σωτηρία

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου
 Βλασίου Ιερόθεου Βλάχου



Κάθε ανθρώπινη πολιτεία έχει ένα νομικό πλαίσιο μέσα στο oποίο κινείται, γιατί είναι γεγονός ότι μετά την πτώση του ανθρώπου οι συνθήκες ζωής γίνονται δύσκολες. Ο άνθρωπος περιέπεσε στον σκοτασμό του νου και άλλαξαν οι σχέσεις του και με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο. Ο άνθρωπος με σκοτισμένο νου γίνεται ιδιοτελής, φίλαυτος, αυτάρκης, εμπαθής και αυτό έχει τραγικές συνέπειες για την ζωή της κοινωνίας. 

Γι' αυτόν τον λόγο εμφανίσθηκαν πολλοί νομοθέτες που αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται να κάνουν υποφερτές τις κοινωνικές συνθήκες. Έτσι τα ανθρώπινα πολιτεύματα στηρίζονται στην λογική, στην ανθρώπινη εφευρετικότητα και, φυσικά, όλα εξαρτώνται από τις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, αλλά και την δυνατότητα θεραπείας.

Το πολίτευμα όμως της Εκκλησίας είναι σταυρικό. Στηρίζεται πάνω στον Σταυρό του Χριστού. Παρακαλούμε τον Θεό να φυλάττη το δικό Του πολίτευμα δια του Σταυρού.«Και το σον φυλάττων διά του σταυρού σου πολίτευμα». Νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν ότι ο Σταυρός είναι η βάση του ορθόδοξου εκκλησιαστικού πολιτεύματος και ότι το ορθόδοξο πολίτευμα είναι σταυρικό. Θα ήταν, λοιπόν, καλό να χαραχθούν μερικές απλές σκέψεις για το κρίσιμο αυτό θέμα, αφού μάλιστα πιστεύω ότι αν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε αυτήν την μεγάλη αλήθεια θα μπορέσουμε να εισδύσουμε στο πραγματικό και βαθύτερο νόημα της Ορθοδοξίας.

Κατ' αρχάς ο Σταυρός στην πατερική διδασκαλία, εκτός του ότι είναι το ξύλο πάνω στο οποίο ο Χριστός τελείωσε την ζωή Του και θριάμβευσε εναντίον των δυνάμεων του σκότους, συγχρόνως είναι και η άκτιστη ενέργεια του Θεού που έσωζε τους ανθρώπους προ του Νόμου, μετά τον Νόμο, προ της ενανθρωπήσεως του Χριστού και μετά από αυτήν.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε μια ομιλία του αναπτύσσει αυτήν την θεμελιώδη διδασκαλία της Εκκλησίας. Τονίζει ότι Σταυρός είναι «η της αμαρτίας κατάργησις». Επίσης, υπογραμμίζει την αλήθεια ότι ο Σταυρός του Χριστού «προανεκηρύττετο και προετυπούτο μυστικώς εκ γενεών αρχαίων, και ουδείς ποτε κατηλλάγη τω Θεώ χωρίς της του Σταυρού δυνάμεως».

Έτσι ο Σταυρός του Χριστού προτυπωνόταν μυστικώς στην Παλαιά Διαθήκη και στην πραγματικότητα, όπως λέγει στην συνέχεια της ομιλίας του ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, βιώνονταν από όλους τους Προπάτορας και τους Προφήτας. Πραγματικά, «φίλοι Θεού πολλοί των πρό νόμου και μετά νόμον, μήπω του Σταυρού φανέντος». Έτσι «και ο Σταυρός ην εν τοις προγενεστέροις και πρό του τελεσθήναι».

Βεβαίως, το σχήμα του Σταυρού πάνω στον οποίο ο Χριστός τελείωσε την ζωή Του είναι τίμιο και προσκυνητό, γιατί είναι εικόνα του εσταυρωμένου. Έχει μεγάλη αξία διότι, πάλι κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο Χριστός με την θνητή και παθητή σάρκα που προσέλαβε από την Παναγία «τον μεν αρχέκακον όφιν θεοσόφω δελέατι δια του σταυρού αγγιστρεύσας το υπ' αυτού δουλούμενον άπαν ηλευθέρωσε γένος». 

Γι' αυτό διά του Σταυρού ήλθε η σωτηρία σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Επομένως, ο Σταυρός είναι το όργανο εκείνο διά του οποίου ο Χριστός απέθανε και με το οποίο νίκησε τις δυνάμεις του σκότους, αλλά συγχρόνως είναι και η άκτιστη ενέργεια του Θεού που έσωζε και σώζει τους ανθρώπους προ του Νόμου και μετά τον Νόμο, προ της ενανθρωπήσεως και μετά την ενανθρώπηση του Χριστού.

Η Εκκλησία του Χριστού στηρίζεται πάνω στον Σταυρό και όλη η εκκλησιαστική ζωή, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, είναι στην πραγματικότητα σταυρική ζωή. Οι Πατέρες συνιστούν ότι πρέπει να προσκυνούμε τον τύπο του Σταυρού, διότι είναι σημείο και τρόπαιο μέγιστο του Χριστού εναντίον του διαβόλου και όλης της αντικειμένης φάλαγγος, «διο και φρίττουσι (οι δαίμονες) και φυγαδεύονται τούτον τυπούμενον ορώντες» (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Θα ήθελα στην συνέχεια να τονίσω τρεις πραγματικότητες στις οποίες φαίνεται ότι το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι σταυρικό, δηλαδή στηρίζεται πάνω στον Σταυρό.

Πρώτον, τα Μυστήρια της Εκκλησίας που αποτελούν το κέντρο της πνευματικής ζωής γίνονται με την ενέργεια του Σταυρού. Το νερό της Κολυμβήθρας αγιάζεται με την σημείωση του Τιμίου Σταυρού, αφού όχι μόνον ο Σταυρός, αλλά και το σχήμα του Σταυρού είναι θείο και προσκυνητό και, επομένως, είναι αγιαστικό. Όταν εισερχόμαστε στην ιερά Κολυμβήθρα βαπτιζόμεθα στον θάνατο του Χριστού, που σημαίνει μετέχουμε της δυνάμεως του Σταυρού. Ο ιερεύς μάς χρίει με το Άγιο Μύρο σχηματίζοντας επάνω μας το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι βίωση και μέθεξη του Τιμίου Σταυρού. Κατά την θεία Λειτουργία δεν ενθυμούμαστε τα θαύματα που έκανε ο Χριστός όσο ζούσε, αλλά τον Σταυρό, τον θάνατο και την ανάστασή Του.

Και όταν ο ιερεύς παρακαλή τον Θεό Πατέρα να στείλη το Άγιο Πνεύμα για να μεταβάλη τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού σχηματίζει πάνω από τα Δώρα τον Τίμιο Σταυρό. Το ίδιο γίνεται με όλα τα Μυστήρια και όλες τις τελετές της Εκκλησίας. Κατά την διάρκεια της «στέψεως» όχι μόνον σχηματίζεται στους νεονύμφους ο Τίμιος Σταυρός, αλλά και όλη η ζωή του χριστιανικού ανδρογύνου, όπως περιγράφεται στις ευχές του Μυστηρίου του Γάμου, είναι σταυρική. Και πραγματικά αν δούμε την οικογενειακή ζωή έξω από τον Σταυρό, τότε αποτυγχάνουμε να την ερμηνεύσουμε και να την κατανοήσουμε ορθόδοξα.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Η κυρά Φωτεινιώ και το άκτιστο φως ~ π. Αρσένιος Σιναΐτης

Η κυρά Φωτεινιώ και το άκτιστο φως
 π. Αρσένιος Σιναΐτης


Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ…Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. 

Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε, γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο - καλοσύνη της η μητέρα μου - είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ιδίαν.

Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: «Πάτερ μου, έμαθα οτι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω εσάς, γιατί φοβούμαι οτι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: «Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».

Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται οτι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. 

Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, - τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.

Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» 

Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν πεδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: «Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».

Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε». Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωί, πρωί-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι, έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.

Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρα-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν, γιατί ήταν ανήλικη. 

Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός, οτι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό, ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα, οτι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.

Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι οτι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με νουθεσία Κυρίου. 

Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.

Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «'Ελα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. 

Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού, που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο… 

Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρά Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»

Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: «Παίρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα». Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Όχι» λέει, «τα άλειφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

«Ἀπομύθευση» τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως ~ πρωτοπρ. Ιωάννου Φωτόπουλου


«Ἀπομύθευση» τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως

Πατρός Ἰωάννου Φωτοπούλου, 
ἐφημερίου Ἱ.Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς 



Στίς 2 Ὀκτωβρίου 2016 ἔστειλα μέ τό ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο πρός τό περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τήν ἐπιστολή πού ἀκολουθεῖ μέ κριτική καί ἐνστάσεις μου γιά τή μορφή καί τό περιεχόμενο κάποιων τευχῶν τοῦ περιοδικοῦ. Ζητοῦσα νά μάθω ἄν προτίθεται ἡ διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ νά δημοσιεύσει ὅλη ἤ μέρος τῆς ἐπιστολῆς μου. Στίς 10 Ὀκτωβρίου ἔλαβα πάλι διά τοῦ ἠλεκτρ. ταχυδρομείου τήν εὐγενική ἀπάντηση τῆς ὑπευθύνου τῆς ὕλης κ. Λίτσας Χατζηφώτη μέ τήν ὁποία μέ διαβεβαίωνε ὅτι ἡ ἐπιστολή μου θά δημοσιευόταν στό τεῦχος Δεκεμβρίου 2016. Ἐπειδή κυκλοφόρησε τό τεῦχος αὐτό καί τό ἔλαβα τώρα, 9 Φεβρουαρίου 2017 καί σ΄ αὐτό οὐδέν ἀναφέρεται σχετικό μέ τήν ἐπιστολή μου ἔκρινα καλό νά τήν δημοσιεύσω στόν ΟΡΘΡΟ, καθώς σκέπτομαι ὅτι τό πνεῦμα πού διαχέεται στό περιοδικό βρίσκεται σέ κάποια σημεῖα μακριά ἀπό τήν ὀρθόδοξη δογματική καί λειτουργική παράδοση καί θά ἦταν καλό νά ἐνημερωθοῦν γιά τήν ἐκτροπή αὐτή κληρικοί καί λαϊκοί... 

Ἁγία Παρασκευή Ἀττικῆς 3-10-16

Ἀγαπητοί συνεργάτες τοῦ περιοδικοῦ ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ,

«Περιοδικό γιά τούς ἱερεῖς», χαρακτηρίζεται τό περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ, τοῦ ὁποίου εἶσθε ὑπεύθυνοι. Αὐτό ἀναγράφεται στό ἐσώφυλλο πάνω - πάνω μέ κεφαλαῖα γράμματα. Τό περιοδικό πληρώνεται ἀπό τούς ἱερεῖς καί ἀπευθύνεται σ΄ αὐτούς. Γι΄ αὐτό ὡς ἐφημέριος τῆς Ἱ. ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν θά ἤθελα νά κάνω κάποιες παρατηρήσεις.

Ξεκινῶ ἀπό τά εἰκαστικά, μιᾶς καί ὁ κ. Κατσιάρας ἐκτός ἀπό Διευθυντής Συντάξεως εἶναι ὑπεύθυνος τῆς εἰκαστικῆς ἐπιμέλειας τοῦ περιοδικοῦ. Δέν ἔχω ἀντίρρηση γιά τήν προσεγμένη ἐμφάνιση τοῦ περιοδικοῦ. Ὅμως παρατηρῶ ὅτι τά τελευταῖα, τοὐλάχιστον δύο χρόνια ἀπουσιάζουν ἀπό τό περιοδικό οἱ εἰκόνες. 

Μόνο κάτι ἄσχετα μέ τό περιεχόμενο σχέδια παρουσιάζονται στά τελευταῖα τεύχη. Στό πίσω ἐξώφυλλο ὑπάρχει γιά χρόνια ἕνα στρεβλό σχῆμα σταυροῦ ἐνῷ στό παρόν τεῦχος, στό τέλος τῶν ἄρθρων παρατίθενται κάποιες θαλασσογραφίες. Στό τεῦχος Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2015 ἐπίσης παρουσιάζονται κάποια καλλιτεχνήματα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπου ψάχνει κανείς νά βρεῖ τό πρόσωπό Του [1]. 

Ἐρωτῶ καί ἀπαιτῶ νά μάθω γιατί συμβαίνει αὐτό. Αὐτή ἡ ἐκ προθέσεως ἀνεικονική ἐμφάνιση τοῦ περιοδικοῦ θυμίζει τήν περιόδο τῆς εἰκονομαχίας, ὅπου τή θέση τῶν εἰκόνων μέσα στούς ναούς εἶχαν καταλάβει διακοσμητικά σχέδια καί παραστάσεις ἀπό τό φυσικό κόσμο (δέντρα, ψάρια πουλιά κλπ). Μοῦ κάνει ἐπίσης ἐντύπωση ὅτι στήν ἀπεικόνιση τοῦ Καθεδρικοῦ, Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ πού κοσμεῖ τό ἐξώφυλλο τοῦ τελευταίου τεύχους μέ ἀφορμή τήν ἐπαναλειτουργία τῆς Μητροπόλεως μετά τούς σεισμούς, ἀπουσιάζουν οἱ σταυροί πού εἶναι τοποθετημένοι στά ἀετώματα τοῦ Ναοῦ.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Μοναχός Ιωσήφ Καλόθετος ο άξιος συνεργάτης του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά


Μοναχός Ιωσήφ Καλόθετος ο άξιος συνεργάτης του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Βασίλειος Γ. Βοξάκης, Θεολόγος καθηγητής
Ο βίος του Ιωσήφ του Καλόθετου



Ο Απόστολος Παύλος κατά τη διάδοση του Ευαγγελίου περιστοιχιζόταν από πιστούς και άοκνους βοηθούς. Έτσι και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, της «Ορθοδοξίας ο φωστήρ», κατά τη διάρκεια των ιερών αγώνων του και κατά θεία Πρόνοια είχε τη συνδρομή μιας εκλεκτής ομάδας από άξιους και αφοσιωμένους συνεργάτες μεταξύ των οποίων διακρίθηκε ο μοναχός Ιωσήφ Καλόθετος.

Οι Καλόθετοι υπήρξαν διακεκριμένη και ισχυρή οικογένεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας με συγγενικούς δεσμούς με τις αυτοκρατορικές οικογένειες των Κατακουζηνών, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων. Καλόθετους από τον 12ο αιώνα και μετά συναντάμε σε αρκετές ελληνικές περιοχές μεταξύ των οποίων και η Χίος.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Ευμορφόπουλο Λαυριώτη, ο μοναχός Ανδρέας Καλόθετος και ο γιος του ιερομόναχος Ιγνάτιος Καλόθετος, στους οποίους είχε δωρηθεί το 1314 από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ η Μονή του Σωτήρος Χριστού στη Βέροια 7, ήταν Χιώτες στην καταγωγή. Μάλιστα ο Ανδρέας Καλόθετος ήταν πατέρας του Λεόντιου Καλοθέτου, του προτελευταίου Βυζαντινού Διοικητή της Χίου.8 Με δεδομένη τη Χίο ως κοινό τόπο καταγωγής όλων των προαναφερθέντων Καλοθέτων είναι πολύ πιθανό, αφού κι ο Ιωσήφ ήταν Καλόθετος και κατά την πιθανότερη εκδοχή Χίος, να ήταν και κοντινός ή μακρινός συγγενής τους. 

Ποιο ήταν το βαπτιστικό όνομα του Ιωσήφ μας είναι άγνωστο, καθώς το όνομα Ιωσήφ είναι το όνομα που έλαβε κατά τη μοναχική του κουρά. Η απόφαση του Καλοθέτου να ακολουθήσει την ισάγγελον μοναχική πολιτεία ήταν ακράδαντη και δεν στάθηκαν ικανά να την αναχαιτίσουν ούτε τα «οικτρά δάκρυα» και οι παρακλήσεις της μητρός του. 

Η συγκίνηση που του προκάλεσε η θλίψη της μητέρας του έμεινε χαραγμένη στην ψυχή του, αφού πολλά χρόνια μετά την αφιέρωσή του στο μοναχικό βίο, και συγκεκριμένα την εποχή που συνέταξε τον Βίον του Αγίου Αθανασίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, κατέγραψε μέσα σ’ αυτόν και αυτήν την αυτοβιογραφική σημείωση.9 Ο Ιωσήφ όμως, παρά την αγάπη του προς τη μητέρα του, επέλεξε να υπακούσει στο λόγο του Κυρίου: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος».10 

Ως μοναχός εγκαταβίωσε στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στη Μονή Εσφιγμένου. Είναι γνωστό ότι ο Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στον Βίον του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που συνέγραψε, αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος υπήρξε για ένα έτος, το 1335, ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου, όπου αναδείχθηκε σε μεγάλο ευεργέτη της Μονής, αλλά και των μοναχών της. 

Συνεπώς ο Ιωσήφ εκεί συνδέθηκε πνευματικά με τον μεγάλο αγωνιστή και υπέρμαχο της Ορθοδοξίας, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αν δεν τον είχε ήδη γνωρίσει προτύτερα, καθόσον ο Άγιος Γρηγόριος και προτού μονάσει στη Βέροια, αλλά και επιστρέφοντας από αυτήν το 1331, ασκήτευε σε περιοχές του Άθωνος.11 Πως ήταν δυνατόν να μην ελκύσει την αγνή και καθαρή ψυχή του μοναχού Ιωσήφ μια αγιασμένη και πνευματοφόρος μορφή σαν αυτή του Παλαμά!

Όμως ο Άγιος Γρηγόριος σύντομα παραιτήθηκε από την ηγουμενία της Μονής Εσφιγμένου, ένα αξίωμα που άλλωστε δεν επεδίωξε, αλλά παρακλήθηκε ν’ αναλάβει από τη Σύναξη του Αγίου Όρους λόγω της αγαθής φήμης του. Μετά την παραίτησή του εφησύχαζε και πάλι στο κελλί του Αγίου Σάββα κοντά στη Μονή Μεγίστης Λαύρας.12 

Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την παραίτηση του Αγίου Γρηγορίου αποχώρησε από την Εσφιγμένου και ο μοναχός Ιωσήφ Καλόθετος, αλλά και αρκετοί από τους διακόσιους μοναχούς που είχε τότε αυτή η Μονή. Ο λόγος της φυγής του Ιωσήφ δεν κατονομάζεται ρητώς κάπου, αλλά σίγουρα πρέπει να συνδέεται με την ψυχρή στάση της πλειοψηφίας των Εσφιγμενιτών μοναχών που αντιδρούσαν στο ζήλο και την αυστηρή άσκηση που υποδείκνυε ως ηγούμενος ο Άγιος Γρηγόριος.

Το διάστημα των ετών 1336 – 1341 ο μοναχός Ιωσήφ φαίνεται να κινείται μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αγίου Όρους. Λίγα χρόνια πριν ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός σε συζητήσεις που είχε με Ρωμαιοκαθολικούς στην Κωνσταντινούπολη το 1333, περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, απέρριψε αυτήν την αιρετική διδασκαλία με το αιτιολογικό ότι είναι αδύνατη η κατανόηση των γινομένων κινήσεων εντός του ακαταλήπτου Θεού. 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αφενός για να υπεραμυνθεί της Ορθόδοξης διδασκαλίας περί του Αγίου Πνεύματος και παράλληλα να καταδικάσει την ψευδοδιδασκαλία του filioque και αφετέρου για να ελέγξει τα λεγόμενα του Βαρλαάμ έγραψε δυο θεολογικά κείμενα με τίτλο «Λόγοι αποδεικτικοί περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος». 

Σ’ αυτά ο Άγιος Γρηγόριος τονίζει ότι ο Θεός είναι ως προς την ουσία του ακατάληπτος, αλλά καταληπτός με τις άκτιστες ενέργειές Του. Τα σημαντικά αυτά έργα, στα οποία αναλυόταν η Ορθόδοξη διδασκαλία, ο Παλαμάς παρέδωσε στον έμπιστό του μοναχό Ιωσήφ, για να τα μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη σε προσφιλή τους πρόσωπα, έτσι ώστε να γίνει το περιεχόμενό τους ευρύτερα γνωστό.

Όταν ο Βαρλαάμ άρχισε να επιτίθεται με δριμύτητα και να λοιδορεί τους Ησυχαστές για τη νοερά προσευχή, υπερασπιστής τους αναδείχθηκε ο Άγιος Γρηγόριος. Κοντά στον μεγάλο αυτό Πατέρα της Εκκλησίας στάθηκε και ο Ιωσήφ Καλόθετος συνδράμοντάς τον με κάθε του δύναμη και ιδίως με τη συγγραφή σχετικών θεολογικών έργων.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...