Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Ο Ένας και ο Άλλος...

Ο Ένας και ο Άλλος 
(προβληματισμός πάνω στην ευθανασία)


Τα φώτα στο θάλαμο της εντατικής χαμήλωσαν. Η ανακοίνωση από τα μεγάφωνα παρακαλούσε τους επισκέπτες να φύγουν. Οι συγγενείς των ασθενών σηκώθηκαν.

- Πώς πάει ο δικός σας; ρώτησαν οι συγγενείς του Ενός τούς συγγενείς του Άλλου.

-Τα ίδια, απάντησαν οι συγγενείς του Άλλου. Ο δικός σας;

-Ίδια κι απαράλλαχτα. Καιρός να το αποφασίσουμε. Δεν πάει άλλο. Τι τον κρατάμε; Ο άνθρωπος τζάμπα βασανίζεται. Ευθανασία αύριο κιόλας.

-Καληνύχτα, είπαν οι μεν κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι.

-Καληνύχτα, τους απάντησαν οι δε βγαίνοντας στο δρόμο.

Και o Ένας και ο Άλλος είχαν μείνει "φυτά". Φυτά σωματικώς. Οι ψυχές τους ολοζώντανες. Ίσως πιο ζωντανές από ποτέ, περίμεναν πώς και πώς να αναχωρήσουν οι συγγενείς τους. Πολλές συζητήσεις, ομιλίες ατέλειωτες, αβάσταχτη θλίψη. Οι δυο ψυχές είχαν πολύ κουραστεί.

-Όσο ήμουν ακόμα υγιής, είπε ο Ένας, είχα πει στους δικούς μου, αν ποτέ καταντήσω έτσι, να μου κάνουν ευθανασία.

-Κι εγώ, είπε ο Άλλος.

-Έλα όμως που εγώ το μετάνιωσα, αλλά δεν έχω τρόπο να τους το πω.

-Εγώ δεν το μετάνιωσα καθόλου, είπε ο Άλλος. Ζωή είναι αυτή;

Και όμως είναι. Κι αυτό είναι ζωή, είπε ο Ένας. Προφανώς, μια διαφορετική ζωή απ' αυτή που ζούσαμε πριν, αλλά αφού συνομιλούμε, μπορείς να ισχυριστείς πως αυτό δεν είναι ζωή;

-Ναι μπορώ. Δεν είναι. Οι δικοί μου κουράστηκαν να με φροντίζουν κι εγώ δεν μπορώ πια τίποτα να τους προσφέρω, μόνο τους ταλαιπωρώ. Τι νόημα έχει; Ελπίζω πως αύριο θα τελειώσει και το δικό τους και το δικό μου μαρτύριο.

-Μαρτύριο, είπε ο Ένας σκεφτικός. Πάμε μια βόλτα στους άλλους θαλάμους; Καιρό τώρα το είχαν συνήθειο.

-Και δεν πάμε;

Μπήκαν στους περισσότερους. Άλλοι ασθενείς ξαγρυπνούσαν βαρυγκομώντας απ' τους πόνους, άλλους τους είχαν πιάσει τα φάρμακα και κοιμούνταν βαθιά. Οι συνοδοί τους ξενυχτούσαν πλάι τους καθισμένοι στις καρέκλες. Έπλεκαν, κεντούσαν, διάβαζαν, κουτουλούσαν απ' τη νύστα.

-Τους θυμάσαι αυτούς που κάθονται τόσες μέρες στις καρέκλες, πώς ήταν τον πρώτο καιρό; ρώτησε ο Ένας τον Άλλον.

-Θυμάμαι, πώς δε θυμάμαι. Τότε ήταν μια χαρά, ενώ τώρα η κούραση είναι ορατή στα πρόσωπα, στα σώματα.

-Και για τις ψυχές τους τι έχεις να πεις; Τις βλέπεις πώς μεγάλωσαν, πώς φωτίζουν;

-Όχι, δεν βλέπω τίποτα. Πού τα είδες αυτά; Εγώ τις βλέπω λιωμένες, μαυρισμένες, συρρικνωμένες.

-Μα κοίταξε καλύτερα. Όλοι αυτοί που φροντίζουν τους αρρώστους τους και που λίγο πριν εσύ ισχυριζόσουν πως μόνο τους τυραννούμε και δεν τους προσφέρουμε τίποτα λάμπουν!...

Κοίτα και τους αρρώστους. Οι ψυχές τους από ισχνά κεριά που ήταν στην αρχή, τώρα καίνε σαν πασχαλινές λαμπάδες, να μην πω σαν βεγγαλικά. Καλά, δε βλέπεις;

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Η ταυτότητα του Αγίου ~ Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Μεταλληνός

 Η ταυτότητα του Αγίου 
πρωτοπρ. π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

Οι έννοιες Άγιος και Αγι­ότητα στην εποχή μας διέρχονται κρίση: ή αποκρούονται, ή χλευάζονται, ή παραποιούνται. Και μάλιστα όχι μόνο σε κοινωνικές ομάδες, που έχουν προσωρινά ή μόνιμα διακό­ψει κάθε σχέση και σύνδε­σμο με το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά και μεταξύ των λεγομένων χριστιανών και μάλιστα των «Ορθοδόξων». Ιδανικό στον κόσμο μας είναι οι οικονομικές αξίες, η ευζω­ία, η υλική ευημερία....

Ποιος, ακόμη και χριστιανός, έχει βάλει σκοπό της ζωής του να γίνει άγιος; Ποιος, ενδιαφερόμενος και μοχθών για την σταδιοδρομία του παιδιού του, δίνει προτε­ραιότητα στην αγιότητά του; Και όμως σε προηγούμενους καιρούς αυτός ήταν ο κύριος σκοπός του ορθοδόξου πιστού... 

«Χριστός και ψυχή σας χρειάζονται», δηλαδή η σωτηρία, έλεγε ο πατρο-Κοσμάς αναδιατυπώνοντας τον λόγο του αγίου Αποστόλου Παύλου, που ήταν το ιερα­ποστολικό πρότυπό του: «Πάντα ηγούμαι σκύβαλα (σκουπίδια), ίνα Χριστόν κερδήσω» (Φιλ. 3, 8) 

Σήμερα, σχεδόν κατά κανόνα, η «αγιότητα» είναι ένα «λησμονημένο όραμα» και υποτιμημένη αξία. Και όμως!... 

Ο σκοπός της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού και εν Χριστώ κοινωνίας, είναι η θέωση του ανθρώ­που, δηλαδή η αναγέννησή του μέσα στην άκτιστη θεϊκή Χάρη, ο αγιασμός του. «Άγιοι έσεσθέ με, ότι εγώ άγιός ειμι» (Λευιτ. 20, 26), που είναι αντίστοιχο με τον λόγο της Καινής Διαθήκης: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ως ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τέλειός εστιν» (Ματθ. 5, 48). 

Γι’ αυτό υπάρχει στον κόσμο η Εκκλησία και καλεί κάθε άνθρωπο να ενταχθεί ολόκληρος («ολοτελής», Α' Θεσσ. 5, 23) στην κοινωνία της, για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τον σκοπό της υπάρξεώς του μέσα σ' αυτόν τον κόσμο. Διότι ο Θεός σ' αυτό «προο­ρίζει» κάθε άνθρωπο, εφ' όσον «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμ. 2, 4). 

«Επίγνωσις» είναι η πλήρης και τελεία γνώση του Χριστού (Εφ. 4, 13), που αποκτάται με την «θέωση», την υψίστη αγιοπνευματική εμπειρία του πιστού, στην οποία αποσκοπεί όλη η αγιοπνευματική πορεία του μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα (κάθαρσις – φωτισμός - θέωσις). Γι’ αυτό η Εκκλησία χαρακτηρίζεται από Πατέρες, όπως ο Ιερός Χρυσόστομος, «Ιατρείον πνευματικόν» και «εργαστήριον αγιότητας», 

διότι σκοπό έχει να λειτουργεί ως πνευμα­τικό νοσοκομείο, που θεραπεύει την αρρώστια του ανθρώπου, την νόσο της ψυχής του, την πτωτική κατά­σταση, για να μπορεί να προχωρή­σει προς την κάθαρση της καρδιάς του, τον φωτισμό και την θέωση. Η Εκκλησία είναι «εργαστήριον», ένα πνευματικό εργοστάσιο, που παράγει αγίους, διαφορετικά δεν θα είχε λόγο υπάρξεως. 

Πώς βιώνεται όμως η αγι­ότητα στην πράξη της καθημερινότητας; 

Όχι ασφαλώς ως έννοια ηθική, αλλά (αγιο)πνευματική (συνιστώ το πρόσφατο βιβλίο του Σεβασμιωτάτου Μητροπο­λίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Η Ια­τρική εν πνεύματι Επιστήμη, Λεβαδειά 2009). Η Εκκλησία ως Ορθοδοξία δεν επιδιώκει να κάμει τον άνθρωπο «ηθι­κό» με την κοσμική σημασία του όρου. Ο μακαρίτης «λαϊκός», αλλά πατερικότατος, ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος, έγραψε ένα βιβλίο, που το συνιστώ πά­ντοτε, με τον τίτλο: «Άλλο καλός άνθρωπος και άλλο χριστιανός». 

Ο ορθόδοξος χριστιανός αγωνίζεται για την τήρηση των εντολών του Θεού, όχι όμως με την έννοια ενός κώδικα καλής συμπεριφοράς (savoir vivre), αλλά για να οδηγη­θεί, με την συνεργεία της Χάριτος του Θεού, στο εν Χριστώ ήθος, που πηγάζει από την καρδιά του ως «καρπός του Πνεύματος» (Γαλ. 5, 22) και «ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4, 14). Η τήρηση των θεί­ων εντολών δεν είναι το «τέλος», ο σκοπός, όπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο ερημίτης (5ος αι.)· «Αι εντολαί ουχί την αμαρτίαν εκκόπτουσιν, αλλά τους όρους της δοθείσης ημίν ελευθερίας φυλάττουσιν» (Ρ<5 65, 992). Αλλωστε είπε και ο Κύριος: «..Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε, ότι δούλοι αχρείοί εσμεν, ότι ό οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17, 10). 

Η τήρηση των εντολών του Θεού ανοίγει την πηγή της Χάριτος. Και ο Ορθόδοξος πιστός ζητεί συνεχώς Χάρη, δύναμη θεϊκή (πρβλ. τον λόγο του Παύλου: «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ» (Φιλ. 4, 13). 

Οι αιρετικοί, που κυ­κλοφορούν ανάμεσά μας, βλέπουν τις εντολές του Θεού ηθικολογικά, θέλουν να γίνουν «καλοί άνθρω­ποι», όπως το επιδιώκουν άλλωστε και οι άθεοι και οι μη χριστιανοί, οπαδοί των θρησκειών (θρησκευ­μάτων) του κόσμου. 

Ο Ορθόδοξος πιστός όμως δεν επιδιώκει να γίνει απλά «καλός» και «ηθικός», αλλά Άγιος, να ενωθεί με τον Χριστό και μέσω αυτού με όλη την Αγία Τριά­δα, να γίνει «ναός Θεού» (Α' Κορ. 3, 16 κ.ά.), διότι τότε θα είναι «αλη­θινός», όπως και ο Θεός μας (Α’ Ιω. 5, 20) και αληθινά συν-άνθρωπος, «πλησίον» και αδελφός του άλλου· όταν η Χάρη του Θεού (η «βασιλεία» Του) θα ενοικεί στην καρδιά του και η αγάπη του δεν θα είναι «αγάπη αμαρτωλών» (Λουκ. 6, 33), δηλ. υπολογιστική και συμφεροντολογι­κή, αλλά ανιδιοτελής, όπως η αγάπη του Θεού, που «ου ζητεί τα εαυτής» (Ρωμ. 13, 5) και γι' αυτό «ουδέποτε εκπίπτει» (13, 8). 

Με τις προϋποθέσεις αυτές κα­τανοείται πόσο ανησυχητικό είναι το θλιβερό σύμπτωμα της αλλοιώσεως των κριτηρίων μας στο θέμα της αγιότητος. Αυτό φαίνεται από την ευκο­λία, με την οποία συνήθως χαρακτη­ρίζουμε κάποιον ως άγιο («άγιος άνθρωπος», λέμε) απλώς, διότι είναι «καλός», χωρίς να ξέρουμε το βά­θος της καρδιάς του («τα φαινόμενα συχνά απατούν»). 

Αυτό οφείλεται στην αδρανοποίηση των ορθοδό­ξων κριτηρίων ή και των προϋπο­θέσεων αναγνωρίσεως και διακρί­σεως της αγιότητας... 

Σε τελευταία ανάλυση μόνον ο Άγιος, αυτός που έφθασε στην θέωση ή στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και μπορεί να «δει» την καρδιά του άλλου και το περιεχόμενό της, γνωρίζει και μπο­ρεί να διακηρύξει ποιος είναι Άγιος, «ναός δηλαδή και κατοικητήριο του Θεού». Αυτά λέγει μεταξύ άλλων ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος (Ομιλίαι Πνευματικαί, Θ’, 8. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών), Θεσ­σαλονίκη 1985, σ. 166), στηριζόμε­νος και ερμηνεύοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου (Α' Κορ. 2, 15: «ο πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρινόμενος»).

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Στο δικό του «Θαβώρ»... † Γερο - Τρύφωνας ο Καψαλιώτης


Στο δικό του «Θαβώρ»...
Γερο - Τρύφωνας ο Καψαλιώτης
(† 6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1978)

Εμπειρίες από την οσιακή αυτή μορφή, 
όπως τις κατέγραψαν ο Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης και 
ο μοναχός Μωυσής ο αγιορείτης

Tο 1978, τελείωσε την πνευματική του πάλη στον Άθωνα ο Αθλητής του Χριστού Γερο-Τρύφων, ο οποίος νίκησε την ματαιότητα, και έφυγε η αγιασμένη του ψυχή για την αιωνιότητα, στον Ουρανό!...

Ο Γέρο-Τρύφων, λοιπόν, είχε έρθει από την πατρίδα του Ρουμανία το 1910, σε ηλικία είκοσι πέντε χρόνων, και φυτεύτηκε στο Περιβόλι της Παναγίας, ψηλά στην κορυφή της Καψάλας, κοντά στον Γερο-Μιχαήλ.

Ο Γέροντάς του, Γερο-Μιχαήλ, ήταν πολύ ευλαβής και παραδοσιακός. Έμοιαζε, μπορούμε να πούμε, στους παλαιούς Αββάδες. Ζούσε πολύ ασκητικά και τα ελάχιστα πράγματα για την συντήρησή του τα οικονομούσε από το απλό εργόχειρό του· έκανε κουτάλες. Όταν κανείς του έδινε μια ευλογία την δεχόταν μεν, αλλά έδινε και αυτός μια ανάλογη ευλογία, εκτός από την προσευχή που θα έκανε συνέχεια για τον άλλο.

Κάποτε, είχε στείλει τον αρχάριο τότε υποτακτικό του Πατέρα Τρύφωνα σε μια Μονή, για να δώσει το εργόχειρο τους και να περάσει και από τον κηπουρό της Μονής να του δώση μια κουτάλα και να του ζητήσει ένα λάχανο. Ο κηπουρός όμως, επειδή ήταν πολύ θυμωμένος - κάτι είχε - του πέταξε ένα κοτσάνι από λάχανο με δύο φύλλα άχρηστα και συνέχισε την δουλειά του.

Ο Πατήρ Τρύφων το πήρε, χωρίς να πει τίποτε, και ξεκίνησε για την Καψάλα, αλλά σε όλη την διαδρομή σκεφτόταν τον Γέροντά του, που ήταν γεροντάκι, και τι λάχανο θα έτρωγε! Ο Γέροντάς του πάλι, όταν είδε το κοτσάνι με τα δύο φύλλα, σκέφτηκε τον υποτακτικό του τι θα φάει... (...) 

Του λέει λοιπόν να ανάψει φωτιά και να βάλει νερό στο μπακίρι (στην κατσαρόλα). Παίρνει μετά ο Γέροντας το κοτσάνι, το βάζει μέσα και το σταυρώνει. Μετά από λίγη ώρα στέλνει τον Πατέρα Τρύφωνα να σηκώσει την κατσαρόλα από την φωτιά.

-Μπρε, τι να δω! μου έλεγε, ένα άσπρο κεφάλι λάχανο μέσα στο μπακίρι!

Όπως φαίνεται, και ο Γέροντάς του είχε αγιότητα, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται!...

Το 1917, όταν είχε γίνει η μεγάλη πείνα, ο Πατήρ Τρύφων είχε βγει στην Χαλκιδική με την ευλογία του Γέροντα του και θέριζε σε Αγιορείτικα Μετόχια και έτσι οικονόμησε λίγο σιτάρι για τον εαυτό τους και για τους γύρω τους Ασκητάς. Από το 1917 δεν ξαναβγήκε στον κόσμο και το 1978 έφυγε από το Άγιον Όρος για τον επουράνιο αληθινό κόσμο.

Ο Γέροντας Παΐσιος γράφει για τον Γερο–Τρύφωνα από την Καψάλα τα εξής πολύ ωραία: «Όλα του τα χρόνια τα έζησε στην Καψάλα σαν πετεινό του Ουρανού. Το πρόσωπό του ήταν κατά κάποιο τρόπο εξαϋλωμένο και φωτεινό. Και μόνο που τον έβλεπες, έπαιρνες πνευματική δύναμη. Δύσκολα φυσικά τον έβρισκε κανείς εκεί στην ερημιά που έμενε, γι’ αυτό και δεν είχε καθόλου ανθρώπινη παρηγοριά. 

Αλλά εκεί που δεν υπάρχει ανθρώπινη παρηγοριά, πλησιάζει η θεία!... 

Ο Θεός στέλνει την ουράνια χαρά με τους αγγέλους και τους αγίους Του. Οι παραδεισένιοι αυτοί άνθρωποι, που έχουν επαφή με αγγέλους και αγίους, έχουν φιλία με τα άγρια ζώα και με τα πουλιά του ουρανού, όπως και ο Γέρο–Τρύφων».


Την χαρά και την ειρήνη του φτωχού κι εγκαταλειμμένου Γερο–Τρύφωνα, δεν την είχαν ούτε πλούσιοι ούτε άρχοντες. Τον συντρόφευαν και τον υπάκουαν τα στρουθία του ουρανού. Το Κελί του ήταν ένα αχούρι, που έμπαζε από παντού νερό και αέρα, τα ρούχα του παλιά και λερωμένα, η τροφή του χόρτα και πάλι χόρτα. Κι όμως, δεν παραπονιόταν για τίποτε... 

Ήταν ικανοποιημένος, ευχαριστημένος και αληθινά χαρούμενος. Έκλαιγε για τις αμαρτίες του. Οίκτιρε τον εαυτό του. «Τι έκανα, εγώ», έλεγε, «μπροστά στους μεγάλους άθλους των αγίων;». Προσευχόταν με άκοπα, γλυκά, θερμά δάκρυα, ο αφανής και άδοξος αυτός ασκητής της αγιοτρόφου Καψάλας.

Τα τελευταία του χρόνια, τυφλώθηκε. Μνημόνευε συνεχώς τον θάνατο. Είχε παραδοθεί πλήρως στον Θεό. Τα μάτια του συνήθως ήταν γεμάτα δάκρυα. Είχε την παρέα του Χριστού και των αγγέλων και δεν ήθελε των ανθρώπων... 

Είχε φθάσει σε μέτρα απαθείας και θεώσεως. Έκανε και τον σαλό για να μην τον τιμούν. Μέσα από τ’ ασυνάρτητα λόγια του, όμως, έδινε σοφές συμβουλές που φανέρωναν και το προορατικό του χάρισμα.

Κάποτε ο Γέροντας Ιωάσαφ (†1993) από το Κελλί των Ιωασαφαίων στις Καρυές, φιλοξένησε κάποιους προσκυνητές με τον τρόπο της αβραμιαίας φιλοξενίας που συνήθιζε, ενώ ο ίδιος και η συνοδεία του ζούσαν απλά. Εκείνοι όμως οι προσκυνητές σκανδαλίστηκαν μέσα τους, θεωρώντας πως όλοι οι μοναχοί ζουν πάντοτε έτσι άνετα και πλουσιοπάροχα.

Ο Γέροντας, τους κατάλαβε και τους πήγε στην Καψάλα στον Γερο–Τρύφωνα να τον γνωρίσουν. Οι επισκέπτες, είδαν και θαύμασαν την φτώχεια του. «Την χαρά του Γέροντος Τρύφωνα, δεν την έχω εγώ. Ζει παρέα με τα πουλιά». Ο Γέροντας Ιωάσαφ, του είπε επιτηδευμένα τα εξής: «Γέροντα, δεν έχει ούτε ένα πουλί ο τόπος εδώ!». «Πώς δεν έχει, μπρε!», απάντησε «εύθικτα» ο Γερο–Τρύφωνας.

Φώναξε, και αμέσως γέμισε ο τόπος από πολλά και διάφορα πουλιά του δάσους, που κάθονταν άφοβα στο χέρι του, στο σκουφί του και γύρω του, τιτιβίζοντας και πετώντας χαρούμενα!... Ήταν ένα εξαίσιο και διδακτικό θέαμα για όλους, εκεί....

Όταν του πρότειναν να τον οικονομήσουν και να τον πάνε να τον γηροκομήσουν σε κάποιο Μοναστήρι, χαμογελώντας είπε αυθόρμητα: «Μπρε, “οικονομήσουν”! Ο Θεός οικονομάει και τα σκουλήκια μέσα στο χώμα και τα ταΐζει και τα ζεσταίνει. Κι εμένα το μεγάλο σκουλήκι δεν μπορεί να οικονομήσει; Εδώ (που μένω) είναι (θαμμένος) ο Γέροντάς μου Μιχαήλ που έκανε με την ευχή του, το κοτσάνι, ολόκληρο λάχανο!».

Ανεπαύθη στις 6/8/1978, ημέρα λαμπρή, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, στο δικό του «Θαβώρ», το ερειπωμένο καλύβι του. Ο Γερο-Τρύφων, ήταν ένα σπάνιο ευώδες άνθος του Περιβολιού της Παναγίας. Επί 70 συναπτά έτη μούντζωσε την κοσμική ματαιότητα, κάθε ανθρώπινη παρηγοριά και αγάλλεται αιώνια στην πανευφρόσυνη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών...

Εύχου, Γερο–Τρύφωνα... Εύχου...

Στο δικό του «Θαβώρ»...
Γερο - Τρύφωνας ο Καψαλιώτης

[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου (1952–2014): 
«Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του 20ου αιώνος», 
τόμ. β΄, σελ. 933–935, «Μυγδονία», Θεσ/νίκη, 
Σεπτέμβριος 2011.] 


Ο Ιερός Ναός της Αναστάσεως στην Καψάλα...


Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Η αποδέσμευση του νου από την λογική ~ † πρωτοπρ. π. Ιωάννης Ρωμανίδης

Προσδιορισμός του φωτισμού του νου
Η αποδέσμευση του νου από την λογική
† πρωτοπρ. π. Ιωάννης Ρωμανίδης


Μετά την κάθαρση της καρδιάς έρχεται ο φωτισμός του νου, που είναι το δεύτερο στάδιο της πνευματικής τελειώσεως του ανθρώπου. Στην συνέχεια, πέρα από όσα έχουν γραφτεί, θα εντοπισθεί τι είναι ο φωτισμός του νου και ποιες είναι οι συνέπειές του για τον άνθρωπο.

Κατ' αρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι ο άνθρωπος στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, βρισκόταν στην κατάσταση του φωτισμού του νου, που είναι ο πρώτος βαθμός θεωρίας του Θεού. Πρόκειται για την παραδείσια κατάσταση του ανθρώπου.

Έχει τονισθεί, προηγουμένως, ότι η ψυχή του ανθρώπου έχει δύο παράλληλες ενέργειες, την νοερά και την λογική ενέργεια. Στην κατάσταση της πτώσεως οι δύο αυτές ενέργειες ταυτίζονται, οπότε γίνεται λόγος για τον σκοτασμό του νου. Όταν χωρίζονται αυτές οι ενέργειες, και όταν η νοερά ενέργεια λειτουργεί ανεξάρτητα από την λογική ενέργεια, αυτό είναι ο φωτισμός του νου.

«Τι είναι ο φωτισμός; Ο κατ' ουσίαν φωτισμός δεν είναι φωτισμός της λογικής. Βέβαια υπάρχει φωτισμός της λογικής, να προσεύχεται κανείς, να πηγαίνει στην Εκκλησία, να νηστεύει, να προσανατολίζεται με την λογική του στο να κάνει το σωστό, να απελευθερώνει τους δούλους, να βοηθάει τους φτωχούς, να πάει εθελοντής, να δίνει αίμα, ξέρω γω τι, όλα αυτά τα πράγματα».

«Ο φωτισμός στους Πατέρες είναι η φώτιση όχι της λογικής, αλλά της καρδίας. Η κάθαρση της καρδίας, η φώτιση της καρδίας, που δεν είναι η λογική φώτιση, είναι η πνευματική φώτιση, αυτή είναι η φώτιση. Λοιπόν αυτή είναι η θεραπεία. Η αρρώστια είναι ο σκοτασμός του νοός, θεραπεία είναι η φώτιση του νοός».

Κατά τους Πατέρες ο φωτισμός γίνεται στον νου και όχι στην λογική, διότι αν συνέβαινε αυτό, ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να κάνει καμιά εργασία. Στην συνέχεια όμως επηρεάζεται και η λογική.

«Ο άνθρωπος πρέπει να ασχοληθεί με τα προς το ζην, την οικογένεια, την κοινωνία, με την δουλειά κ.ο.κ. Οπότε, ο άνθρωπος λογικά μπορεί να προσεύχεται μόνον κατά διαστήματα την ημέρα, δηλαδή όρθρο, εσπερινό, μεσονυκτικό, κ.ο.κ. Το υπόλοιπο της ημέρας μπορεί να προσπαθεί να προσεύχεται όταν δουλεύει κλπ, αλλά άμα πολύ προσπαθεί, εργάτης καλός δεν θα είναι τουλάχιστον.

Θα τον θεωρούν ότι είναι τεμπέλης, ότι υποφέρει από την φυγοδουλειά, κ.ο.κ., δεν θα είναι ένας σωστός εργάτης δηλαδή. Άρα, εκείνο που πρέπει να πετύχει είναι να χωρισθεί η νοερά ενέργεια από την λογική ενέργεια. Και πώς γίνεται αυτό; Με το να διώχνει από την νοερά ενέργειά του, από τον νου του, όλους τους λογισμούς».

«Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόσοφος για να μάθει αυτά τα πράγματα. Γι' αυτό και οι Πατέρες λέγανε, για να φθάσει κανείς στον φωτισμό, δεν χρειάζονται τα γράμματα. Δεν είναι η επιστήμη και τα γράμματα αυτά που θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στην φώτιση του νοός, αλλά η ασκητική. Και αυτό το τονίζουν οι Πατέρες πάρα πολύ».

Ο φωτισμός του νου προσδιορίζεται, κυρίως, με την κατάσταση της εσωτερικής νοεράς προσευχής. Όταν ο νους αποδεσμεύεται από την λογική και φωτίζεται από την Χάρη του Θεού, τότε προσεύχεται αδιαλείπτως.

«Όπου υπάρχει η κάθαρση του νου, αρχίζει ο φωτισμός του νου. Είναι ο νεοφώτιστος, μετά ο φωτισμένος και υποτίθεται ο φωτισμένος είναι ένας ο οποίος έχει την αέναη μνήμη Θεού, έχει απελευθερωθεί ο νους του από την λογική, τα πάθη κλπ, και ασχολείται μόνο με την προσευχή, την ευχή και έχει μνήμη Θεού». 

«Στην δική μας παράδοση ο φωτισμός είναι η κάθαρση της καρδιάς και η αντικατάσταση των πολλών λογισμών με μόνον έναν λογισμό που είναι μία απλή προσευχή».

«Αυτό ήταν το "αδιαλείπτως προσεύχεσθε" (Α΄ Θεσ. ε΄, 17) του Αποστόλου Παύλου. Αυτός είναι ο κυρίως φωτισμός. Και αυτό είναι που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος ως φωτισμό, δηλαδή. Και στην αρχαία Εκκλησία αυτός είναι ο φωτισμός».

«Η γνώση που έρχεται στον άνθρωπο με τον φωτισμό δεν είναι φιλοσοφική γνώση, αλλά είναι προσευχή. Δεν είναι λογική γνώση, είναι γνώση της προσευχής, διότι η λογική γνώση μένει στην λογική του ανθρώπου».

«Η φώτιση είναι μια κατάσταση αδιάλειπτη, διαρκεί όλο το εικοσιτετράωρο και κατά τον ύπνο ακόμα»...

«Όλες οι προσευχές είναι ρήματα και νοήματα, οπότε αυτά χρησιμοποιούνται στην εμπειρία του φωτισμού από το ίδιο το Άγιον Πνεύμα, το οποίο παίρνει τα ίδια τα λόγια με τα οποία προσευχόμαστε εμείς, ψαλμούς κ.ο.κ., παίρνει τα ίδια τα ρήματα και τα νοήματα αυτά, και το Πνεύμα προσεύχεται μέσα μας με τα δικά μας τα λόγια».

Η αποδέσμευση του νου από την λογική λέγεται ελευθερία από την αιχμαλωσία...

«Η αναίρεση αυτής της αιχμαλωσίας πραγματοποιείται με την παλινόρθωση της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού στον κολοφώνα (=αποκορύφωμα) των ενεργειών της ψυχής, που ονομάζεται νους, ο οποίος μεταμορφώνεται από αιχμαλωτισμένη και εμπαθή δύναμη».

Ο φωτισμός του νου δεν είναι μια τεχνική μέθοδος, με την οποία διαχωρίζεται η νοερά ενέργεια από την λογική ενέργεια, αλλά είναι μια κατάσταση επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος. Αυτό γίνεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος...

Προσδιορισμός του φωτισμού του νου 
Η αποδέσμευση του νου από την λογική
 πρωτοπρ. πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης

Από το βιβλίο: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας 
κατά τις προφορικές παραδόσεις του πατρός Ι. Ρωμανίδη» 
Τόμος Β΄, του σεβασμιωτάτου μητροπ. Ναυπάκτου 
& Αγ. Βλασίου Ιεροθέου Βλάχου


Ο μακαριστός πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης ιερουργός 
των θείων Μυστηρίων...

Δείτε και άλλα κείμενα του πατρός Ιωάννου Ρωμανίδη:










Γύρω μου οι άνθρωποι Σ' έχουν ξεχάσει...


Γύρω μου οι άνθρωποι Σ' έχουν ξεχάσει...

Φτιάχνουν θρόνους και ψάχνουν για το βασιλιά.

Ο Χριστός λεν πως είναι για τις εκκλησίες

μια εικόνα του τοίχου, μια νεκρή ζωγραφιά...

Γύρω μου οι άνθρωποι Σ’ έχουν ξεχάσει...

Ψάχνουν την ευτυχία στα πολλά τους λεφτά.

Και μοιράζονται τίτλους και ψηφίζουν ηγέτες

μα το δρόμο δε βρίσκουν, γιατί Εσύ είσαι μακριά...

Γύρω μου οι άνθρωποι Σ’ έχουν ξεχάσει,

μα μια ελπίδα τους μένει θα την πω δυνατά:

Ο Χριστός είναι Εκείνος που στον κόσμο θα φέρει την αγάπη 

που λείπει και τη λευτεριά!...

Πώς να Σε δω; Βασιλιά ή φτωχό;

Δάσκαλο; Κρεμασμένο ληστή;

Σε μια παλιά εποχή;...

Ή όπως είναι η αλήθεια που ζω;...

Σύντροφο, φίλο μου, Θεό!...


Γύρω μου οι άνθρωποι Σ' έχουν ξεχάσει...
Στίχοι ~ Μουσική: Ιωάννης Φεργαδιώτης



Πανθρησκεία καί Ὁμολογία ~ πρωτοπρ. Ιωάννης Φωτόπουλος

Πανθρησκεία καί  Ὁμολογία
Πανθρησκεία και Ὁμολογίες ἁγίων Νεομαρτύρων
Πρωτοπρ. Ιωάννης Φωτόπουλος

(Το κείμενο του πατρός Ιωάννου γράφτηκε το 2002, ωστόσο θεωρήσαμε ωφέλιμο να ξαναπαρουσιαστεί και διαβαστεί, μιας και τώρα, μετά από τόσα αντ-ορθόδοξα και αντι-κανονικά που έχουν στο μεταξύ μεσολαβήσει, καθίσταται πιο επίκαιρο από ποτέ...)

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Ἂν καὶ τὰ ἀκόλουθα λόγια του π. Ἐπιφανίου ἀπευθύνονταν στὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, λόγω τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων του, διατηροῦν μία διαχρονικὴ ἀξία. Ἀκόμη καὶ σήμερα ἀπευθύνονται σὲ ὅσους ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες ἐνδίδουν στὴν πανθρησκειακὴ λαίλαπα. Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐκφράζουν τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν πιστῶν, πάντοτε ἀδυνάτων γιὰ τὰ κοσμικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποφασισμένων νὰ ἀντισταθοῦν ἕως θανάτου σὲ κάθε παραχάραξη τῆς Πίστεως ποὺ πάντοτε ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία:

«...Καλόν εἶναι πάντως νά γνωρίζητε ὅτι ὅσοι ἔχονται στερρῶς τῶν πατρώων παραδόσεων, Κληρικοί καί λαϊκοί,... τή εἰκόνι τή χρυσή του ἐπαράτου “Οἰκουμενισμού”, ἢν ἐστήσατε ἐν πεδίω Δεηρά, οὐ προσκυνήσουσι, κάν κάμινος ἑπταπλασίως ἐκκαυθῆ “στυππίω καί κληματίδι καί νάφθη καί πίσση", καν λάκκος ἑτοιμασθῆ λεόντων».

(Ἀγάπη καὶ Ἀλήθεια, Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ἐν Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί. Ἀθῆναι 1981, σ. 154). 

Ἀπροκάλυπτη προπαγάνδα τῆς Πανθρησκείας.
(Διακήρυξη Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν)


Ἡ τραγικὴ πτώση τῶν διδύμων πύργων τῆς Νέας Ὑόρκης ποὺ συμπαρέσυρε στὸ θάνατο χιλιάδες ἀθώους πολίτες τῶν Η.Π.Α. φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ὁριακὸ σταθμὸ στοὺς σχεδιασμοὺς τῶν ἀρχιτεκτόνων τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Ἀμέσως μετὰ ἀκολούθησε ἡ πτώση τῶν τειχῶν ἀνάμεσα στὶς μέχρι τώρα διαφοροποιημένες στὴ διδασκαλία καὶ στὴν ἐν γένει ζωὴ θρησκεῖες.

Τὸ ἄκρως ἀνησυχητικὸ εἶναι ὅτι ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες ἐνεπλάκησαν στοὺς παγκοσμιοποιητικοὺς σχεδιασμούς, οἱ ὁποῖοι ἀκυρώνουν τὴ μοναδικότητα τῆς θεανδρικῆς πρὸσωπικότητος τοῦ Σωτῆρος μᾶς Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Του καὶ τῆς μετέπειτα θεανθρωπίνης Παραδόσεως.

Λύπη μᾶς προξένησε ἡ πρωτοβουλία τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καὶ τοῦ προέδρου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς κ. Πρόντι νὰ συνέλθουν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τριῶν θρησκειῶν Χριστιανισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ καὶ Μουσουλμανισμοῦ στὶς Βρυξέλλες στὶς 19 καὶ 20 Δεκεμβρίου 2001. Τὸ κοινὸ Ἀνακοινωθὲν ὄζει πανθρησκειακὴς νοοτροπίας ἀσυμβίβαστης μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἐν Χριστῷ ἀλήθεια, ἡ ὁποία συμπνίγεται μέσα στοὺς νέους στόχους «τῶν ἐξοικειώσεων» καὶ τῶν κοινῶν στοιχείων «τῶν ἡμετέρων μονοθεϊστικῶν Θρησκειῶν» τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Στὸ κοινὸ Ἀνακοινωθὲν προτείνεται ἐπίσης «ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῶν διδακτικῶν ἐγχειριδίων πασῶν τῶν δηλώσεων ἢ ἀναφορῶν εἰς προκαταλήψεις τῶν πολιτιστικῶν παραδόσεων καὶ τῶν ἐθνικῶν ὁμάδων». Στὴν ἐπίσκεψή του στὸ Ἰρᾶν ὁ Οἰκουμενικὸς πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ὁμίλησε ἀπερίφραστα γιὰ τὴν ἱερότητα καὶ ἰσότητα τῶν «Ἱερῶν Γραφῶν», δηλαδὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τοῦ Κορανίου.

Κορύφωση τῶν μέχρι σήμερα πανθρησκειακῶν ἐκδηλώσεων ἀποτελεῖ ἡ συνάντηση τῆς Ἀσίζης. Ἐκεῖ ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου προεβλήθη γιὰ ἄλλη μία φορὰ ὁ Πάπας ὡς ἀρχηγὸς τῆς Πανθρησκείας. Μὲ πρόσκληση τοῦ Πάπα διακόσιοι περίπου ἀρχηγοὶ καὶ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Θρησκειῶν συναντήθηκαν στὴν παραπάνω ἰταλικὴ πόλη, ἀντήλλαξαν ἀγαπητικοὺς ἀσπασμούς, συμπροσευχήθηκαν καὶ συνέταξαν κοινὸ Ἀνακοινωθὲν πανθρησκειακὴς νοοτροπίας.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

«Μ' έναν ευλαβή ασπασμό ρουφάς τον Χριστό ολόκληρο μες την καρδιά σου»...


«Να ζωγραφίζονται οι Άγιοι μέσα μας, να τυπώνονται 
στην καρδιά μας». ~ άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

«Και μόνον το κεφάλι σου να ακουμπήσεις σε μία εικόνα,
 θα βρεις παρηγοριά»...

Πόση ευλάβεια πρέπει να έχουμε στις εικόνες! Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον.

Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει. 

Αλλά χωρίς να τα προσέξει, την έβαλε ανάποδα. Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, απο κει, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος. Που να πάει ο νους του ότι ερχόταν από το ντουλάπι! Ο κρότος συνέχιζε για αρκετή ώρα, «τακ-τακ-τακ»· δεν τον άφηνε να ησυχάσει. 

Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δω». Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα. Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος.

Ο ευλαβής ιδιαίτερα ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα! Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία...

 «...τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».
~άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
Η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο: 
«Ἐπὶ τὸ πρωτότυπον ἡ τιμή, τῶν σεπτῶν Εἰκόνων διαβαίνει ὡς ἀληθῶς, 
ὥσπερ οἱ Πατέρες, Συνόδου τῆς Ἑβδόμης, 
ἐτράνωσαν πανσόφως· οὓς μεγαλύνωμεν»
~ Μεγαλυνάριον Αγίων Πατέρων Ζ' Οικουμενικής Συνόδου

Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά: «Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας;».

«Έχουμε», μου λέει.

«Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της;».

«Την φιλάει», μου λέει.

«Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της;».

«Το παιδί της», μου λέει.

«Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».

– Γέροντα, και αν ένα σανίδι κάποτε είχε επάνω την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου και έσβησαν τα χρώματα από τον καιρό, και πάλι δεν πρέπει να το ασπαζόμαστε;

– Ναι, βέβαια! Όταν ασπάζεται ο άνθρωπος με ευλάβεια και θερμή αγάπη τις άγιες εικόνες, παίρνει τα χρώματα από αυτές και ζωγραφίζονται οι Άγιοι μέσα του. Οι Άγιοι χαίρονται, όταν ξεσηκώνονται από τα χαρτιά ή από τα σανίδια και τυπώνονται στις καρδιές των ανθρώπων.

«Όταν ασπάζεστε τις εικόνες των μαρτύρων του Χριστού, 
ασπάζεστε τις πληγές και τα παθήματά τους για χάρη του Βασιλέως Χριστού. 
Όταν αγγίζετε με το χέρι σας τις εικόνες των οσίων ασκητών 
και εγκρατευτών, δεν αγγίζεται το σανίδι, 
αλλά τους κόπους και τις αρετές τους»
~ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επισκόπου Αχρίδος

Όταν ασπάζεται ο Χριστιανός με ευλάβεια τις άγιες εικόνες και ζητάει βοήθεια από τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, με τον ασπασμό που κάνει με την καρδιά του, ρουφάει μέσα στην καρδιά του όχι μόνον τη χάρη του Χριστού, της Παναγίας ή των Αγίων, αλλά και τον Χριστό ολόκληρο ή την Παναγία ή τον Άγιο, και τοποθετούνται πια στο τέμπλο του Ναού του. «Ναός του Αγίου Πνεύματος είναι ο άνθρωπος» (Α΄ Κορ. 3,16 και 6,19).

Βλέπεις, και κάθε Ακολουθία με τον ασπασμό των εικόνων αρχίζει και με τον ασπασμό τελειώνει. Εάν το καταλάβαιναν αυτό οι άνθρωποι, πόση χαρά θα αισθάνονταν, πόση δύναμη θα έπαιρναν!

– Γέροντα, στην Παράκληση της Παναγίας, σε κάποιο Μεγαλυνάριο γιατί λέει «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν»;

– Όταν κανείς δεν έχει ευλάβεια και ασπάζεται τις εικόνες, δεν είναι άλαλα τα χείλη του; Και ο ευλαβής, όταν ασπάζεται τις εικόνες, εύλαλα δεν είναι τα χείλη του; Είναι μερικοί που, όταν προσκυνούν την εικόνα, ούτε καν ακουμπούν στην εικόνα. Άλλοι ακουμπούν μόνον τα χείλη τους στην εικόνα, όταν την ασπάζονται. Να, έτσι. (Ο Γέροντας ασπάσθηκε μια εικόνα, χωρίς να ακουσθεί ο ασπασμός). Ακούσατε τίποτε;

– Όχι.

– Έμ, τότε «άλαλα» είναι τα χείλη. Ενώ ο ευλαβής ασπάζεται την εικόνα και ο ασπασμός ακούγεται. Τότε τα χείλη είναι «εύλαλα». Δεν είναι ότι καταριούνται, όταν λένε «άλαλα», αλλά εκείνα τα χείλη είναι άλαλα και τα άλλα είναι εύλαλα. 

Όταν βλέπουμε τις άγιες εικόνες, πρέπει να ξεχειλίζει η καρδιά μας από αγάπη προς τον Θεό και τους Αγίους και να πέφτουμε να τις προσκυνούμε και να τις ασπαζόμαστε με πολλή ευλάβεια.

 «Όποιος έχει πολλή ευλάβεια στην Παναγία, ακούει το όνοµα Της και αλλοιώνεται. 
Ή, αν το βρει κάπου γραµµένο, το ασπάζεται µε ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά του. 
Μπορεί να κάνει ολόκληρη Ακολουθία µε έναν συνεχή ασπασµό στο όνοµα της Παναγίας.
 Και όταν προσκυνά την εικόνα Της, δεν έχει την αίσθηση ότι είναι εικόνα, 
αλλά ότι είναι η ίδια η Παναγία»
~άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Να βλέπατε ένα ευλαβικό γεροντάκι στη Μονή Φιλοθέου, ο γέρο-Σάββας, με πόση ευλάβεια, με πόση καρδιά ασπαζόταν την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης! Σ’ αυτήν την εικόνα της Παναγίας, επειδή οι Πατέρες την ασπάζονταν στο ίδιο σημείο, έχει σχηματισθεί ένα γρομπαλάκι!...

Η εικόνα που αγιογραφείται με ευλάβεια ρουφάει από τον ευλαβή αγιογράφο την Χάρη του Θεού και μεταδίδει στους ανθρώπους παρηγοριά αιώνια. Ο αγιογράφος ζωγραφίζεται, μεταφράζεται στην εικόνα που φτιάχνει· γι’ αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η ψυχική του κατάσταση.

Μου έλεγε ο παπά-Τύχων (Ρώσος ασκητής που ο άγιος γέροντας Παΐσιος υπήρξε υποτακτικός του): 

«Εγώ παιντί μου, όταν ζωγραφίζω επιτάφια, ψάλλω: “O ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καθελών…”». Έψαλε και έκλαιγε συνέχεια και τα δάκρυά του έπεφταν πάνω στην εικόνα. Μια τέτοια εικόνα κάνει ένα αιώνιο κήρυγμα στον κόσμο... 

Οι εικόνες αιώνες κηρύττουν-κηρύττουν. Ρίχνει λ.χ. ένας πονεμένος ένα βλέμμα στην εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας και παίρνει παρηγοριά.

Όλη η βάση είναι η ευλάβεια. Βλέπεις, άλλος ακουμπά στον τοίχο που ακούμπησε η εικόνα και παίρνει Χάρη, και άλλος μπορεί να έχει την καλύτερη εικόνα, αλλά, επειδή δεν έχει ευλάβεια, δεν ωφελείται. Ή ένας μπορεί να βοηθηθεί από έναν απλό σταυρό, και άλλος να μη βοηθηθεί από τον Τίμιο Σταυρό όταν δεν έχει ευλάβεια.

«Με τον ευλαβή ασπασμό ρουφάς τον Χριστό ολόκληρο 
μες την καρδιά σου»...
~άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Η ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΣΤΙΣ ΙΕΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
Από το βιβλίο του Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Πνευματική αφύπνιση. Λόγοι Β’ 
Ι. Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος 
Σουρωτή Θεσσαλονίκης»


«Ο αγιογράφος ζωγραφίζεται, μεταφράζεται στην εικόνα που φτιάχνει· 
γι’ αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η ψυχική του κατάσταση».
~άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Η σπορά και η καρποφορία του Θείου Λόγου ~ Ἀββᾶ Δωροθέου

Η σπορά και η καρποφορία του Θείου Λόγου 
Ἀββᾶ Δωροθέου

Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα Δ΄ Λουκᾶ, 
τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου 
(Λουκ. η΄ 5-15)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ᾿

Επηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέπον­τες μὴ βλέπωσι καὶ ἀ­κού­οντες μὴ συνιῶσιν. ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπό­ρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 

οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαν­τες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ρίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. 

τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀ­κούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλού­του καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κα­τέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. ταῦτα λέ­γων ἐφώνει· ὁ ἔ­χων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Παύλος Μελάς: Η ζωή και το έργο του.

«Δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και τον τόπον μου»...


Η παιδική και η εφηβική ηλικία του Παύλου Μελά.

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.

Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων (1).

Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.

Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδια με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής - τότε - Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού - τότε, Εθνικού σήμερα - Κήπου.

"... Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ' αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ονειροπολεί να καταταγεί εις τον Στρατόν, όταν μεγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθεί διά την επανόρθωσιν των αδικιών ..." (2).

Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ' αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.

Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνεται όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.

Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι] έχουν ξεσηκωθεί με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την "Μητέρα Ελλάδα". 

Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να προσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογράφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878).

Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το όφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές - επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον...

Ο οκτάχρονος - τότε - Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρισε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ' αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του, αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.

Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει "αντάρτης" στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (Σ.Σ.Ε.).