Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι: «Πεθαίνουμε, αλλά δεν προσκυνούμε...»

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι:
«Πεθαίνουμε αλλά δέν προσκυνούμε...»
Ένα συγκλονιστικό κείμενο που περιγράφει το χρονικό της Εξόδου 
από τον ηρωϊσμό και την αυτοθυσία 
προς την Αιωνιότητα...
(10 Απριλίου 1826)


«Στο μεταξύ η πολιορκία τού Μεσολογγίου είχε μπει στον έβδομο μήνα. Ο ελληνικός στόλος, ελλείψει εφοδίων και χρημάτων δεν μπορούσε να παραμείνει περισσότερο. Ο Ανδρέας Μιαούλης απέπλευσε από τον κόλπο του Μεσολογγίου στα μέσα του Οκτωβρίου του 1825 για να δώσει τη θέση του στον τουρκικό στόλο που καραδοκούσε.

Μάταια η πολιτική επιτροπή της Ιεράς Πόλεως εκλιπαρούσε το Εκτελεστικό να μην αποσύρει τον ελληνικό στόλο, μάταια ζητούσε τρόφιμα και πολεμοφόδια, μάταια ζητούσε μισθούς για να πληρώσουν οι καπετάνιοι Κίτσος Τζαβέλας, Γεώργιος Κίτσος, Λάμπρος Βέϊκος, Νότης Μπότσαρης, Χρήστος Φωτομάρας και Νικόλαος Ζέρβας τα στρατεύματά τους.

Στις 11 Νοεμβρίου 1825, ο Ιάκωβος Μάγερ, ο οποίος είχε βαπτιστεί Ορθόδοξος, έστειλε επιστολή στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας βοήθεια.

Με την επιστολή αυτή εξέθετε τη δραματική κατάσταση των κατοίκων τής πόλης. 1.200 στρατιώτες είχαν πεθάνει καίιπεριφέρονταν στους δρόμους οι χήρες τους και τα ορφανά τους χωρίς να έχουν στον ήλιο μοίρα.

Ο θάνατος από τις αρρώστιες και την πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο. Δεν υπήρχε χώρος μέσα στην πόλη για να θάβονται οι πεθαμένοι. Το τείχος είχε υποστεί σημαντικές φθορές, όπως και τα σπίτια των κατοίκων.

Το κρύο άρχισε να σκοτώνει τα μωρά και τα μικρά παιδιά...

«Μα είναι δυνατόν,» έγραφε ο Μάγερ, «να μην μπορεί η Σεβαστή Διοίκησις να στείλει λίγο ψωμί στο Μεσολόγγι, για να μην πεθάνει ο πληθυσμός από την πείνα;...»

Σε δική του επιστολή, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, απευθυνόμενος στον πρόεδρο τής κυβερνήσεως Γεώργιο Κουντουριώτη, αφού τού εξέθετε την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τις ανάγκες τους για τρόφιμα, προέβλεπε ότι «αν δεν έρθει η θαλάσσια δύναμις, το Μεσολόγγι δεν χάνεται από το τουφέκι και το σπαθί, αλλά χάνεται μόνο από λιμό. Και χανόμενο το Μεσολόγγι, χάνεται η πατρίς».

Ο Παπαδιαμαντόπουλος είχε πάει στη Ζάκυνθο για να ζητήσει τρόφιμα και χρήματα. Οι Ζακυνθινοί φίλοι του, τού πρότειναν να τον φιλοξενήσουν και να μην επιστρέψει στο Μεσολόγγι όπου κινδύνευε η ζωή του. Ο Παπαδιαμαντόπουλος τούς απάντησε ότι η θέση του ήταν στο Μεσολόγγι.

Τα Χριστούγεννα τού 1825, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (Ρογοί, χωριό τής επαρχίας Καλαβρύτων) έδωσε εντολή να κτυπήσουν οι καμπάνες των εκκλησιών χαρμόσυνα. Όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου έτρεξαν στις εκκλησίες να γιορτάσουν τη Γέννηση του Ιησού και να προσευχηθούν για τη σωτηρία της πόλης τους.

Τήν παραμονή τών Χριστουγέννων, ο καλός ιερέας πού στή νεαρή του ηλικία είχε υποστεί βασανιστήρια καί φυλακίσεις από τούς Τούρκους, είχε στείλει επιστολή πρός όλους τούς κληρικούς καί ιερομονάχους τής πόλεως,

μέ τήν προτροπή: «Αύριον μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας, οι μέν ιερείς, ιερομόναχοι καί μοναχοί νά συναχθήτε εις τήν κατοικίαν μου όλοι διά νά πηγαίνωμεν εις τήν μεγάλην τάπιαν (προμαχώνα τού Μπότσαρη),

οι δέ πρόκριτοι, εντόπιοι καί ξένοι μαζί μέ όλον τόν λαόν χωρίς νά φροντίσουν καφέδες καί ρακιά, νά τρέξουν εις τήν ιδίαν τάπιαν, μέ όλην τήν προθυμίαν, ο μέν μέ τσαπί, ο δέ φτυάρι, καί άλλος μέ καλάθι, όποιος έχει, καί νά δουλεύσωμεν όλοι μέ πατριωτισμόν, καθώς καί άλλοτε διορθώνοντες αυτήν τήν τάπιαν».

Ο μεγαλύτερος καί ανίκητος όμως εχθρός ήταν η πείνα. Είχαν εξαντληθεί όλα τά τρόφιμα καί είχαν φαγωθεί όλα τά ζώα. Καί όπως σωστά παρατηρούσαν οι Τουρκαλβανοί πού έπιαναν τήν κουβέντα μέ τήν φρουρά τού Μεσολογγίου, τά γαϊδούρια είχαν πάψει νά γκαρίζουν.

Αλλά καί η λιμνοθάλασσα είχε κατακλυστεί από εχθρικά πλοιάρια πού καθιστούσαν τήν αλιεία αδύνατη. Οι μανάδες έβλεπαν πλέον τά παιδιά τους νά πεθαίνουν από τίς αρρώστειες καί από τήν έλλειψη τροφής. Τά πτώματα μαζεύονταν κατά δεκάδες από τούς δρόμους...


Και όμως στις προτάσεις των δύο πασάδων για παράδοση της πόλης, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» απαντούσαν: «Πεθαίνουμε αλλά δεν προσκυνούμε».

Πείνα! Τόν Μάρτιο τού 1826 η κατάσταση ήταν απελπιστική. Τό Μεσολόγγι ψυχοραγούσε. Οι σκελετωμένοι Μεσολογγίτες έψαχναν τρόπους νά πολεμήσουν τήν πείνα τους, άλλοτε βράζοντας φύκια καί καβούρια, άλλοτε βράζοντας ό,τι χορταράκι φύτρωνε από εδώ καί από εκεί.

Οι πιό τυχεροί έβρισκαν νά φάνε μία γάτα ή έναν ποντικό. Οι βρώμικες τροφές προκαλούσαν τύφο καί δυσεντερία καί προσέθεταν νέα δεινά στούς Μεσολογγίτες. Πολλοί έπεφταν στούς δρόμους λιπόθυμοι γιά νά μήν ξανασηκωθούν. Περίπου 2000 πέθαναν από τόν λιμό (πείνα) καί από τίς ασθένειες.

Οι ζωντανοί βαρυγκομούσαν: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι... Βάστα!..»

Η ελληνική κυβέρνηση σέ συνεργασία μέ τούς προεστούς τής Ύδρας δέν μπόρεσε ή δέν θέλησε νά οργανώσει ένα ισχυρό στόλο πού θά μπορούσε νά σπάσει τόν θαλάσσιο αποκλεισμό τού Μεσολογγίου καί νά εφοδιάσει τούς πεινασμένους μέ τά πολύτιμα τρόφιμα.

Στη Ζάκυνθο είχαν συγκεντρωθεί προμήθειες χάρις στις προσπάθειες του Ελβετού τραπεζίτη και φίλου τού Καποδίστρια, Εϋνάρδου (Jean-Gabriel Eynard), οι οποίες περίμεναν τα πλοία πού θα τις μετέφεραν στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»

Ο Ανδρέας Μιαούλης πού γνώριζε πολύ καλά τήν απελπιστική κατάσταση τών πολιορκημένων, εσπευσμένα καί έχοντας στήν διάθεσή του μόνο λίγα μπρίκια, έφθασε στή Ζάκυνθο στίς 31 Μαρτίου 1826. Αφού φόρτωσε τά τρόφιμα, άνοιξε πανιά γιά τήν λιμνοθάλασσα τού Μεσολογγίου.

Δυστυχώς όμως ο ενωμένος μουσουλμανικός στόλος τών Τούρκων, τών Αιγυπτίων καί τών Αλγερινών περιπολούσε στήν περιοχή μεταξύ Κάβου Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί Κάβου Σκροφών, καθιστώντας αδύνατη τήν διέλευση τών μικρών ελληνικών πλοίων.

Αλλά καί πάλι άν περνούσε κανένα πλοίο, δέν θά μπορούσε νά προσφέρει καμία βοήθεια στούς αποκλεισμένους, αφού τό Βασιλάδι, πού ήταν η θέση κλειδί γιά τήν επικοινωνία τών αποκλεισμένων μέ τόν ελληνικό στόλο, βρισκόταν πλέον σέ εχθρικά χέρια.

Ο Μιαούλης κατόρθωσε νά φθάσει στό νησάκι Πεταλά, δυτικά από τό Μεσολόγγι, όπου συνάντησε τόν Αναστάσιο Παπαλουκά, έναν από τούς ελάχιστους διασωθέντες τής μάχης τού Βασιλαδίου, ο οποίος θά αναλάμβανε νά μεταφέρει τά τρόφιμα διά μέσου κρυφών περασμάτων πρός τήν πόλη τού Μεσολογγίου. Καμία όμως από τίς βάρκες μέ τίς προμήθειες δέν κατάφερε νά σπάσει τόν στενό αποκλεισμό καί γύρισαν όλες άπρακτες πίσω στόν Πεταλά. 

Το Μεσολόγγι καταδικάστηκε σε θάνατο!...

Η στέρηση τών τροφών ήταν γενική. Δέν υπήρχαν πλούσιοι καί φτωχοί ούτε άρχοντες καί υπηρέτες. Πλούσιος ήταν μόνο όποιος έβρισκε ακόμα καί ένα κομμάτι δέρμα καί τό έβαζε στό στόμα του γιά νά τό μασήσει.

Ο Πατρινός έμπορος Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, από τούς πρωτεργάτες τής επανάστασης στήν Πάτρα, είχε ένα άλογο τό οποίο τό συντηρούσε γιατί αυτό αποτελούσε τήν μόνη του σωτηρία, στήν περίπτωση τής εξόδου. Γέρος όπως ήταν, δέν θά μπορούσε νά τρέξει νά ξεφύγει.

Τό έδωσε όμως τό άλογο στούς στρατιώτες, πού φύλαγαν τίς ντάπιες τού Μεσολογγίου, καταδικάζοντας τόν εαυτό του σέ θάνατο. Ο γιατρός Στεφανίτσης μαγείρεψε τόν σκύλο του καί σέ όλους έλεγε ότι ήταν τό καλύτερο γεύμα πού είχε φάει ποτέ.

Ο Σμυρνιός Νικολαΐδης, πού δούλευε μαζί μέ τόν Μάγερ στήν εφημερίδα, έσφαζε καί έτρωγε όποια γάτα έβρισκε κρυμμένη στά ερείπια. Η Μεσολογγίτισα Βαρβάρηνα έσφαξε τό γαϊδουράκι της καί μάζεψε τίς γειτόνισσές της καί τό μοιραστήκανε.

Ο Ιάκωβος Μάγερ έστειλε την τελευταία του επιστολή
 στον συνταγματάρχη Στάνχοπ:

«Κατηντήσαμεν εις τοιαύτην ανάγκην ώστε νά τρεφώμεθα από τά πλέον ακάθαρτα ζώα καί νά πάσχωμεν όλα τά φρικτά αποτελέσματα τής πείνης καί τής δίψης. 1.740 τών αδελφών μας ετελεύτησαν καί περίπου 100.000 σφαίραι κανονίων καί βόμβαι, ριπτόμεναι από τό εχθρικόν στρατόπεδον, κατεδάφισαν τούς προμαχώνας μας καί κατεκρήμνισαν τάς οικίας μας.

Τό δέ ψύχος μάς ενοχλεί υπερβολικώς, καθότι έιμεθα διόλου εστερημένοι από ξύλα τής φωτιάς. Μέ όλας τάς στερήσεις ταύτας είναι αξιοθαύμαστον θέαμα ο ένθερμος ζήλος καί η αφοσίωσις τής φρουράς μας.

Πόσοι γενναίοι άνδρες μετ' ολίγας ημέρας δέν θέλει είσθαι πλέον ειμή σκιαί, κατηγορούσαι ενώπιον τού Θεού τήν αδιαφορίαν τού Χριστιανικού κόσμου εις τόν αγώνα, όστις είναι ο αγών τής θρησκείας».

Ο απεσταλμένος τών Μεσολογγιτών στό Ναύπλιο Σπυρομίλιος είχε αηδιάσει από τά εμπόδια πού συναντούσε σέ κάθε του βήμα. Η βραδύτητα τών ενεργειών τών πολιτικών γιά τήν σωτηρία τού Μεσολογγίου ήταν αξιοπρόσεκτη καί ερχόταν σέ αντίθεση μέ τήν δραστηριότητά, πού επιδείκνυαν σέ σχέση μέ τήν Γ' Εθνική Συνέλευση.

Πρωταγωνιστές στίς δολοπλοκίες καί στίς σκευωρίες ήταν οι Γεώργιος Κουντουριώτης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος καί Ιωάννης Κωλέττης. «Ως σπουδαιότερον αντικείμενον εθεώρουν τήν Εθνικήν Συνέλευσιν, παρά τόν εχθρόν όστις επαπείλει τό Μεσολόγγιον».

Ο φρούραρχος Φωτομάρας, πού βρισκόταν επίσης στό Ναύπλιο, υποχρέωσε μέ τή βία τά μέλη τού Εκτελεστικού νά συνεδριάσουν καί τά «εμάντρισε» σέ ένα σπίτι, γιά νά πάρουν τήν απόφαση γιά τήν οργάνωση θαλάσσιας εκστρατείας, η οποία θά έλυνε τόν αποκλεισμό τού Μεσολογγίου.

Η λαϊκή μούσα έκανε τραγούδι την αδιαφορία των πολιτικών 
δολοπλόκων του Ναυπλίου:

«Ένα πουλάκι ξ' έβγαινε μέσα από τ' Ανάπλι,
μέρα καί νύχτα περπατεί, μέρα καί νύχτα τρέχει.
Πάει χαμπέρι στούς Έλληνες καί τούς Μεσολογγίτες.
Σύρε πουλί μ'στή Ρούμελη, σύρε στό Μεσολόγγι,
νά πής στόν Διαμαντόπουλο καί τόν Κίτσο Τζαβέλλα,
μιντάτι νά μήν καρτερούν, ζαϊρέ νά μήν προσμένουν.»


Τήν 6η Απριλίου 1826 συγκεντρώθηκαν οι οπλαρχηγοί καί οι προεστοί καί πήραν τή μεγάλη απόφαση νά πραγματοποιήσουν Έξοδο, περίπου δύο ώρες μετά τό σούρουπο τής 10ης Απριλίου 1826, Σάββατο τού Λαζάρου πρός Κυριακή τών Βαΐων.

Αποφασίστηκε τότε όλοι οι λαβωμένοι καί οι γέροι νά συγκεντρωθούν στά σπίτια πού είχαν πυριτιδαποθήκες καί νά τιναχτούν στόν αέρα, όταν θά έμπαιναν οι βάρβαροι.

Γιά τά μωρά υπήρχε η άποψη νά τά δηλητηριάσουν, ώστε μέ τά κλάμματά τους, νά μήν προδώσουν τούς υπόλοιπους κατά τήν έξοδο, αφού χρειαζόταν απόλυτη σιγή.

Όμως ο επίσκοπος Ιωσήφ Ρωγών, με μία συγκινητική
 παρέμβαση, απέτρεψε την ανίερη αυτή πράξη:

«Τήν αυγήν εσυναθροίσθησαν εις τού Τζιαβέλα τήν οικίαν νά σκεφθούν ωρίμως πώς έπρεπεν νά οικονομήσωμεν τόν λαόν ώστε oι εχθροί νά μή μάς καταλάβουν. Εις ταύτην τήν συνεδρίασιν ήτον μόνον οι αξιωματικοί, αι τοπικαί αρχαί καί ο αρχιερεύς Ιωσήφ Ρωγών...

Μετά περίπου από μίαν ώραν συζήτησιν, είπαν ότι διά νά σωθή τό περισσότερον μέρος ημών πρέπει νά προλάβωμεν τά αίτια, τά οποία υποπτεύομεν ότι εις τήν εσχάτην ώραν ή από δειλίαν ή από φιλοζωίαν δύνανται νά μάς προδώσουν.

Αποφασίσθη λοιπόν νά φονεύσωμεν όσους αιχμαλώτους έχομεν εις τήν φυλακήν, Τούρκους καί Χριστιανούς, οίτινες υπηρετούσαν εις τό δημόσιον, τήν ίδιαν ώραν, καί καθένας εάν έχη ύποπτον κοντά του, ή Τούρκον ή Χριστιανόν, νά τόν φονεύση.

Ο Τζιαβέλας επρόσταξε νά φονεύσουν αμέσως τόν αγαπημένον του καί πιστόν Αράπην Τούρκον, καί έβαλαν όλοι εις πράξιν. Αμέσως εφόνευσαν καί έκοψαν όλους τούς Κοζάκους, έως τριάντα, όπου είχομεν αιχμαλώτους μέσα, καί άλλους μαστόρους, όπου εδούλευαν τόν εχθρόν σκάπτοντες καί εσυλλήφθησαν παρ' ημών, καθώς καί όλους τούς Τούρκους.

Η καρδία μας εσκληρύνθη τότες τόσον, ώστε δέν ηξεύραμεν 
τί εκάμναμεν...

Ο αυτάδελφός μου Μήτρος Κασομούλης, αναλαβών εώς τότες από τήν ασθένειαν καί ειδοποιηθείς τούτο, έτρεξεν καί έκοψεν δώδεκα μόνος του εις τήν ακρογιαλιάν, ότι μόνον αυτός επιχειρίσθη ως πελεκάτωρ νά κόψη τόσους:

«Ε, λέγει, αφησέ με τώρα. Πεντακόσιους κόπτω, κι άλλους ακόμη, άν μού πέσουν εις τό χέρι. Έπειτα, τί μάς έμεινεν πλέον τώρα παρά νά πιούμεν καί αίμα, διότι δέν έχομεν τίποτες νά φάγωμεν».

Ωμίλησαν έπειτα περί τών φαμελλιών, ότι έχοντες παιδιά μικρά, θά αρχίσουν νά κλαίγουν. Τούτο πώς πρέπει νά γίνη ώστε νά αποτραπή;

Αποφάσισαν όλοι νά φονεύσωμεν όλες τές γυναίκες, ανεξαιρέτως, καί τά μικρά παιδιά επί τώ λόγω νά μή προδοθούμεν από τάς κραυγάς των, καί τότε δέν μένει κανένας μας ζωντανός, καί προσέτι διά νά μή μείνουν αιχμάλωτοι εις τούς εχθρούς. Διά νά αποφύγωμεν δέ τήν φιλόστοργον συμπάθειαν τών πατέρων καί αδελφών, αποφασίσθη νά σφάξη ο ένας τού αλλουνού τήν οικογένειαν. 

Όλοι, μέ μίαν φωνήν, τό αποφάσισαν, καί ήσαν έτοιμοι νά κινηθούν καί νά ειδοποιήσουν τό στράτευμα νά αρχίση. Μία τοιαύτη στρατιωτική απόφασις, άν καί γενναία, πλήν σκληρά καί απάνθρωπος, επαρακίνησεν τόν αρχιερέαν Ρωγών Ιωσήφ έν τώ άμα νά σηκωθή επάνω λέγων:


«Έν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι αρχιερεύς! Αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσατε εμένα! Και σας άφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων και το αίμα να πέση εις τα κεφάλια σας!...»

Εκφώνησεν τούτο, εκάθισεν, καί άρχισεν νά κλαίγη. Μέ τές κατάρες του καί παρατηρήσεις εμπόδισεν τήν ορμήν τών αξιωματικών, καί ούτως άρχισαν νά σκέπτωνται πώς αλλώς δύνανται νά προφυλαχθούν από τά αίτια τής ενδεχομένης προδοσίας.

Εμείναμεν έως μισή ώρα σιωπώντες. Ο ένας είπεν: «Καθένας νά ύποσχεθή διά τούς δικούς του, τόσον οι πάροικοι καθώς καί οι κάτοικοι Μεσολογγίου».

Τούς αιχμαλώτους όμως μουσουλμάνους καί Χριστιανούς τούς θανάτωσαν όλους, ιδιαίτερα μετά τήν απόδραση δύο από αυτών, οι οποίοι φέρεται νά πρόδωσαν τό μυστικό τής εξόδου στούς πασάδες.

Οι γυναίκες θά ντύνονταν μέ αντρικά ρούχα καί θά έπαιρναν στήν πλάτη τά μωρά τους. Οι άντρες θά άνοιγαν τόν δρόμο μέ τό σπαθί στό χέρι. 

Ο γέρο Καψάλης γύριζε στίς γειτονιές καί καλούσε όλους τούς ανήμπορους νά μαζευτούν στό σπίτι του. Τήν ίδια ημέρα είχε δεί τήν γυναίκα του νά πεθαίνει. Όταν αντίκρυσε τόν γιό του Αποστόλη νά κλαίει γιά τό θάνατό τής μητέρας του, τού είπε:

«Παιδί μου μην κλαις. Πιο καλά να χαίρεσαι που γλύτωσε η μάνα σου από τη σκλαβιά και την ατίμωση. Κοίταξε τώρα να γλυτώσεις εσύ. Όσο για μένα μην νοιάζεσαι. Είμαι γέρος. Και να βγω μαζί σας πάλι δεν γλυτώνω».

Ο Καψάλης είχε πέντε παιδιά. Ο Παναγιώτης σκοτώθηκε στήν έξοδο. Ο Ασημάκης καί η Ελένη χάθηκαν στά σκλαβοπάζαρα. Ο Αποστόλης γλύτωσε καί ο δεκάχρονος Μήτσος ήταν μαζί μέ τόν πατέρα του στήν ανατίναξη. Ήταν όμως τυχερός, αφού σώθηκε μέ μερικά τραύματα καί κατάφερε στο τέλος να ξεφύγει.

Αρκετοί άρρωστοι καί πληγωμένοι πήγαν στά Καψαλέϊκα, αλλά υπήρχαν καί μερικοί πού προτίμησαν νά δώσουν οι ίδιοι τέλος στή ζωή τους. Ο Γιώργος Ρισάνος έφραξε μέ τό σώμα του τήν μπούκα τού κανονιού του καί τό πυροδότησε.

Ο Θανάσης Χινόπωρος σκότωσε τή μνηστή του καί μετά έστρεψε τό πιστόλι του στόν κρόταφό του καί πυροβόλησε. Ακριβώς τό ίδιο έκανε καί ο Θεόδωρος Πετροχείλης. Ο πεθερός τού Μάγερ, ο γέρο Ιγγλέσης αφού προέτρεψε τόν γενναίο Ελβετό νά σώσει τήν κόρη του καί τά δύο του εγγόνια, στή συνέχεια αυτοκτόνησε.

Οι στιγμές ήταν συγκινητικές...Ο αδελφός χαιρετούσε την αδελφή, ο γιος αγκάλιαζε για τελευταία φορά τη μάνα, η κόρη φιλούσε για τελευταία φορά τον πατέρα... 

«Καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο!» έλεγαν οι άμοιροι Μεσολογγίτες, οι οποίοι πίστευαν. Πίστευαν στον Θεό, πίστευαν στον Χριστό, πίστευαν στον τιμημένο θάνατο, ο οποίος για αυτούς ήταν απλά το πέρασμα στην άλλη ζωή, όπου θα ζούσαν αντάμα με τα αγαπημένα τους πρόσωπα...

Ο επίσκοπος Ιωσήφ με τους υπόλοιπους ιερείς δεν σταματούσε να δίνει κουράγιο και να κοινωνάει τους πιστούς στις εκκλησίες.


Ο Μάγερ έθαψε μαζί μέ άλλους Μεσολογγίτες τά αντίγραφα από τήν εφημερίδα του, πού είχε δουλέψει ασταμάτητα γιά δύο χρόνια, μαζί μέ κάποια κομμάτια από τό πιεστήριο. Ήλπιζε ότι όταν θά τελείωνε η περιπέτεια αυτή θά γύριζε νά τά ξεθάψει. Μά ο Μάγερ δέν θά γύριζε...

Θά γύριζαν όμως άλλοι Μεσολογγίτες καί θά έβρισκαν τά σιδερένια κομμάτια από τό πιεστήριο. Αρκετά χρόνια αργότερα, ένα παιδάκι θά έπαιζε κοντά στόν σιδερένιο σκελετό τού πιεστηρίου, πού είχε βρεθεί στόν Κήπο τών Ηρώων.

Το παιδάκι αυτό λεγόταν Κωστής Παλαμάς...

Οι μαραγκοί ετοίμασαν κινητές γέφυρες γιά νά περάσουν τήν τάφρο. Οι πολεμιστές έφτιαχναν τά τσαρούχια τους από τίς μπαλάσκες τών αραπάδων καί στόν ώμο έβαζαν τό τουφέκι τους μέ μία τσάντα γεμάτη φουσέκια. Τά γιαταγάνια τους τά είχαν δεμένα μέ σκοινί στά χέρια τους, γιά νά μπορούν νά γεμίζουν τά τουφέκια τους χωρίς νά τά χάνουν μέσα στό σκοτάδι.

Οι Μεσολογγίτισσες Σάννα, Πιτούλαινα, Θεοδώρα Χρυσικοπούλου, Τασούλα Γυφτογιάννενα, Χρυσάνθη Βορίλα καί Χρυσάϊδω Καραγγέλη έβαλαν αντρικές φουστανέλλες καί ετοιμάστηκαν γιά τήν Έξοδο.


Εξήντα χρόνια αργότερα, όταν η Γυφτογιάννενα κατάλαβε ότι θα πέθαινε, παρήγγειλε στις κόρες της να την θάψουν με τα αντρικά ρούχα που είχε βάλει στην ηρωϊκή Έξοδο και τα οποία είχε φυλάξει πεντακάθαρα και σιδερωμένα σε μία κασέλα.

Ο γέρο κλέφτης Παναγιώτης Τζαλαχάς, έδωσε τα άρματά του στον ανιψιό του Γιώτη Σεΐζη, μαζί με όλα τα γρόσια που είχε στο κεμέρι του. Ο γέρο Τζαλαχάς χάθηκε, αλλά τα άρματά του τα έσωσε μαζί με τη ζωή του ο νεαρός ανιψιός του.

Το μεγάλο όμως μυστικό των πολιορκημένων, δεν αποτελούσε μυστικό. Πιθανότατα οι δύο ξένοι που είχαν αποδράσει, είχαν ειδοποιήσει τοις Τούρκους για την Έξοδο των απελπισμένων και εκείνοι απλώς περίμεναν.

Θα περίμεναν για να αποτελειώσουν τους ζωντανούς νεκρούς, όταν θα έκαναν την
 τελευταία απέλπιδα προσπάθεια για την σωτηρία τους...

Η Έξοδος θα γινόταν από την ντάπια της Λουνέτας και του Ρήγα στην ανατολική πλευρά του φρουρίου. Οι 10.500 περίπου Έλληνες χωρίστηκαν σε τρεις φάλαγγες ή κολώνες, όπως τις έλεγαν τότε.


Η μία κολώνα είχε αρχηγό τον Κίτσο Τζαβέλα, η δεύτερη τον Νότη Μπότσαρη και η τρίτη τον Δημήτριο Μακρή. Η φρουρά του Μεσολογγίου, κυρίως Ρουμελιώτες και Σουλιώτες αριθμούσε 3.500 άνδρες, οι οποίοι θα αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή των τριών ομάδων και θα άνοιγαν τον δρόμο ανάμεσα στον εχθρικό κλοιό.

Θα ακολουθούσαν τα γυναικόπαιδα και οι ελαφρά τραυματίες. Η φρουρά είχε ειδοποιήσει τα ρουμελιώτικα σώματα που δρούσαν στον Ζυγό και τα Κράβαρα, ότι την συγκεκριμένη ώρα θα γινόταν η Έξοδος, αλλά δυστυχώς οι οπλαρχηγοί τους αδράνησαν. Ελαφρυντικά είχε μόνο ο φυματικός Καραϊσκάκης, ο οποίος ήταν βαριά άρρωστος και βρισκόταν στο χωριό Πλάτανος της ορεινής Ναυπακτίας.

Το βράδυ της 10ης Απριλίου 1826, χίλιοι περίπου στρατιώτες της φρουράς, βγήκαν κρυφά από τις γέφυρες και κρύφτηκαν στην τάφρο περιμένοντας το σύνθημα από τα ρουμελιώτικα στρατεύματα του Ζυγού. Αυτοί οι χίλιοι θα κτυπούσαν πρώτοι τα χαρακώματα των εχθρών.

Δεν άργησαν να ακούσουν την ομοβροντία των όπλων των Ρουμελιωτών, την οποία υπολόγισαν ότι προήλθε από το μοναστήρι του Αγίου Συμεών ή Άη Συμιού, όπως τον έλεγαν τότε οι Μεσολογγίτες.

Πρώτος ξεκίνησε ο Νότης Μπότσαρης με τους γενναίους Σουλιώτες του, φωνάζοντας: «Εμπρός! Θάνατος εις τούς βαρβάρους!...»


Οι δύο του σημαιοφόροι Αργύρης και Ελένη Μπαϊρακτάρη, ήταν μπροστά για να καθοδηγούν όσους ακολουθούσαν μέσα στο σκοτάδι της νύκτας.

Η σημαία που οδηγούσε τούς Έλληνες ήταν δώρο της Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας στον μεγάλο αδελφό του Νότη και πρωτότοκο γιο του Γιώργη Μπότσαρη, τον Τούσια Μπότσαρη, ο οποίος είχε πεθάνει νεώτατος το 1792.

Οι Σουλιώτες άνοιξαν τον δρόμο με τα σπαθιά στο χέρι. Ακολούθησαν οι άλλες δύο κολώνες. Μα οι Έλληνες είχαν πολλές απώλειες.

Οι Τουρκοαιγύπτιοι του Ιμπραήμ και οι Τουρκαλβανοί του Κιουταχή τους περίμεναν κρυμμένοι μέσα στο σκοτάδι και τούς έριχναν βροχή τα βόλια.

Η κολώνα του Νότη Μπότσαρη κινήθηκε προς το Μποχώρι (Ευηνοχώρι), όπου ήταν το στρατόπεδο των Αιγυπτίων και η κολώνα του Δημητρίου Μακρή κινήθηκε προς το Αιτωλικό, όπου καραδοκούσαν τα στρατεύματα του Κιουταχή.

Ο Κίτσος Τζαβέλας προσπάθησε να πηδήσει με το άλογό του πάνω από την τάφρο, αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε μέσα σε αυτή. Το άτυχο ζώο κόλλησε στην λάσπη και πέθανε, αλλά ο αναβάτης κατόρθωσε να γλυτώσει και με τους στρατιώτες του στο πλευρό του, όρμησε κατά των εχθρών.

Ξαφνικά ακούστηκε μία φωνή: «Οπίσω, οπίσω! Εις τούς τόπους σας,
 εις τα κανονοστάσια!..» Κανείς δεν μπορεί
 με σιγουριά να πει ποιος φώναξε...

Το μόνο σίγουρο είναι ότι προκλήθηκε αναστάτωση, καθώς πολλοί νόμιζαν ότι υπήρχε αλλαγή στο σχέδιο, και γύρισαν πίσω στο Μεσολόγγι, το οποίο όμως είχε πλημμυρίσει από τους στρατιώτες τού Αλλάχ, που είχαν μπει στην πόλη από τις αφύλακτες ντάπιες.

Η σφαγή που ακολούθησε ήταν τρομερή. Η εντολή ήταν μαχαίρι για όλους τους άνδρες άνω των δέκα ετών και ερήμωση της πόλης των γκιαούρηδων.

Οι Μεσολογγίτες που είχαν κλεισθεί μέσα στα σπίτια τους πολέμησαν μέχρις εσχάτων, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που προτίμησαν να τιναχτούν στον αέρα μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, παρά να παραδοθούν στα τουρκικά θηρία πού διψούσαν για αίμα και για γυναικεία σάρκα.


Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, που επέλεξε να γυρίσει από τη Ζάκυνθο και να μείνει στο Μεσολόγγι έπεσε από τους πρώτους. Ακολούθησαν οι Αθανάσιος Ραζηκότσικας, Νικολός Στορνάρης, Σκαλτσοδήμος, Αντώνιος Ραζής, Μιχάλης Κοκκίνης, Σαδήμας, Γρίβας, Παλαμάς,

Μάνθος Τρικούπης, παπά Ζαφείρης, Πέτρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Καρπούνης, Ντίτμαρ (Dittmar), Βάλβης, ο Ιάκωβος Μάγερ (Dr. Johann Jakob Meyer) με τα δύο μικρά παιδιά του, o Πρώσσος συνταγματάρχης Ντελωναί (Delaunay) καί όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες που είχαν κλειστεί στο Μεσογόγγι.

Ο Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής ή Παπαδιαμαντής έβαλε φωτιά στον υπόνομο, κάτω από το γεφύρι τής Μεγάλης Ντάπιας τού Μπότσαρη, την ώρα που περνούσαν από πάνω οι Τουρκαλβανοί, παίρνοντας μαζί του στον άλλο κόσμο δεκάδες από δαύτους.

«Σαν πεινασμένοι λύκοι σε βαρυχειμωνιά ξεχύνονται και χυμάνε οι Τουρκαραπάδες μέσα στην πολιτεία. Με τα γιαταγάνια στα χέρια οι Τουρκαλβανοί και τις μπαγιονέτες οι Αραπάδες αρχίζουν το άγριο κυνηγητό τους μέσα στους δρόμους, στα σοκάκια.

Ψάχνουν τα σπίτια. Ό,τι ζωντανό βρίσκουν το θανατώνουν. Λαβωμένους, αρρώστους, γέρους, γριές. Το λεπίδι δουλεύει. Τις γυναίκες δεν τις σκοτώνουν, τις φυλάνε παράμερα...

Έχουν το σκοπό τους. Ξεφωνητά, κλάματα από τα γυναικόπαιδα. Κραυγές από τους διώκτες τους, πλημμυρίζουν την πόλη.

Το αίμα τρέχει μέσα στους δρόμους και φαίνονται οι πρώτες
 πυρκαϊές στα σπίτια...

Κόλαση σωστή το Μεσολόγγι. Γκρεμίσματα, στάχτη, καπνός, κουφάρια και τα σοκκάκια γεμάτα με αίματα...»


Μα ο αφανισμός των Χριστιανών δεν είναι τόσο εύκολος. Οι άντρες ταμπουρώνονται έστω και πρόχειρα στα σπίτια και αρχίζουν να αντιστέκονται.

Μπόλικοι αλλόθρησκοι σκοτώνονται. Πολλοί Τουρκαραπάδες τραβάνε κατά τα Καψαλέικα σπίτια. Εκεί που έχει κλειστεί ο Καψάλης και τούς προσμένει...

Για να προκαλέσει ο γέρο Χρήστος τον εχθρό, βγαίνουν οι γυναίκες στα παράθυρα...

Αυτές προτιμάει ο εχθρός για να τις πουλήσει στα σκλαβοπάζαρα. Συνάζονται γύρω αρκετοί Τούρκοι. Από κοντά τρέχουν και οι Αραπάδες. Πού να ξέρουν τι τούς καρτεράει.

Ο Καψάλης παρακολουθεί από το παράθυρο. Οι συναγμένοι ολόγυρα είναι τόσοι που τον φτάνουν πια. Με το δαυλό αναμμένο στο χέρι, μπαίνει στη μπαρουταποθήκη.

Από κοντά του πηγαίνουν πολλοί από εκείνους που έχουν κλειστεί μαζί του.

Έφτασε η στιγμή της μεγάλης θυσίας...

«Μνήσθητί μου Κύριε!...»


Ο Καψάλης ζυγώνει τό δαυλό σέ ένα ανοιχτό μπαρουτοβάρελο. Λάμψη, καπνός καί κρότος τραντάζει τή γή. Η φωτιά σμίγει γή καί ουρανό. Κουνιέται συθέμελα ο τόπος. Ολοτρόγυρα τά πάντα σωριάζονται. Σέ μεγάλη περιοχή γκρεμίζονται τά σπίτια. Καί κάτω από τά γκρεμίσματα αμέτρητα κουφάρια.

Ο δεσπότης Ιωσήφ, μέ άλλους πολεμιστές καί κάμποσα γυναικόπαιδα κοίταξε πού θά μπορούσε νά κλειστεί. Μαζί του ήταν καί ο Γεώργης Τζαβέλας, ξάδελφος τού Κίτσου. Αποκόπηκε από τή φρουρά κι έμεινε ξωπίσω.

Είχε μαζί του καί μερικά παλληκάρια. Ο Τζαβέλας φεύγει καί καταφέρνει νά πάει στή Δερβέκιστα καί νά γλυτώσει. Ο Ιωσήφ μέ τά γυναικόπαιδα καί μερικούς πολεμιστές περνάει στόν Ανεμόμυλο, ένα μικρό νησάκι.

Οι Τουρκαραπάδες ξεχύνονται κατά κεί. Νά πατήσουν τόν Ανεμόμυλο. Μά οι πολεμιστές, ταμπουρωμένοι μέσα, τούς θερίζουν. Κοκκινίζει ολόγυρα η θάλασσα από τό εχθρικό αίμα.

Πολλά κουφάρια βρίσκονται στόν αφρό τής λιμνοθάλασσας. Ματώνει τά χείλια του ο Ιμπραήμ από τό κακό του. Χιλιάδες Αραπάδες κουλουριάζουν τό μικρό νησάκι γιά νά τό πατήσουν. Είναι πολύς ο εχθρός καί οι κλεισμένοι λίγοι. Δέν μπορούν νά βαστάξουν άλλο.

«Ο θάνατος μάς απομένει...»

Τούς έχουν απομείνει μερικά βαρέλια μπαρούτη. Όλοι οι κλεισμένοι συνάζονται γύρω από τόν δεσπότη. Αυτός μέ άτρομο χέρι παίρνει τόν δαυλό καί τόν κατεβάζει...


Φλόγες ξεπετιώνται, μαύρος καπνός, ο μύλος γκρεμίζεται, ταρακουνιέται τό νησάκι...

Όταν μπαίνουν στήν γκρεμισμένη πόλη οι πασάδες, βρίσκουν τούς δρόμους καί τά σοκκάκια γεμάτα πτώματα. Μπαίνοντας ο Ιταλός γιατρός τού Ιμπραήμ δίνει μία φοβερή περιγραφή στό τί αντίκρυσε:

«Χριστιανό ζωντανό δέν συνάντησα μέσα στό Μεσολόγγι.
 Παντού νεκροί...»

Ο μανιασμένος εχθρός αφού τελείωσε μέ τούς ζωντανούς, τώρα καταπιάνεται μέ τούς νεκρούς. Ανασκάβουν τούς τάφους τού Μάρκου Μπότσαρη, τού Βύρωνα, πού έχουν θάψει τά σπλάχνα του, τού φιλέλληνα Γερμανού Νόρμαν.

Πετάνε τά οστά έξω από τούς τάφους. Ο εγγλέζος πρόξενος στήν Πάτρα, ο Φίλιππος Γκρήν, βρίσκεται κι αυτός κοντά στόν Ιμπραήμ. Όπως περνάει από τόν τάφο τού Μπότσαρη, βρίσκει τόν σκελετό έξω. Απλώνει καί βγάζει από τό νεκροκέφαλο τού ήρωα δύο δόντια. Τά παίρνει γιά ενθύμιο...

Μά καί οι Έλληνες πού είχαν βγεί έξω θερίστηκαν σάν τά στάχυα. Πολλοί είχαν ορίσει σάν τόπο συγκέντρωσης τό μοναστήρι τού Άη - Συμιού (Αγίου Συμεών), στή ρίζα τού όρους Αράκυνθος.

Μά από παντού ξεπηδούσαν οι Τουρκαλβανοί τού Κιουταχή. Τό αιγυπτιακό ιππικό πού είχε έδρα του τό Μποχώρι μπήκε καί αυτό στή μάχη καί άρχισε νά θερίζει ανθρώπινα κεφάλια.

Στού Κότσικα τό αμπέλι στάθηκαν οι Μεσολογγίτες γιά νά ξεκουραστούν καί δέχτηκαν νέα επίθεση Τούρκων, Αιγυπτίων καί Αλβανών.

Ο Μουστάμπεης μέ 3.000 άνδρες σέ ξαφνική επίθεση αποδεκάτισε τά υπολείμματα τής φρουράς τού Μεσολογγίου πού είχαν κατορθώσει μέ τόσο κόπο καί προσπάθεια νά φτάσουν στούς πρόποδες τού Ζυγού.

500 Έλληνες σκοτώθηκαν από τούς στρατιώτες τού Αλβανού αρχηγού. Τόν Μουστάμπεη θά τόν πλήρωνε μέ τό ίδιο νόμισμα ο Καραϊσκάκης, αργότερα στήν Αράχωβα.

Όσοι επέζησαν καί κατάφεραν νά ανέβουν ψηλότερα στό βουνό, βρήκαν βοήθεια από τούς άνδρες τού Πανομάρα καί τού Γεωργίου Δράκου, οι οποίοι επιτέθηκαν στούς Αλβανούς τού Μουστάμπεη.

Μόνο οι πιό έμπειροι πολεμιστές κατάφεραν μέ τή δύναμή τους νά ανοίξουν δρόμο μέσα από τούς εχθρούς.

Ο αργός Νότης Μπότσαρης μόλις καί μετά βίας κατόρθωσε νά σωθεί, ενώ ο πανύψηλος Δημήτριος Μακρής ξάπλωνε τούς εχθρούς του στό χώμα, έχοντας φορτωθεί όλα του τά άρματα, τά οποία δέν αποχωρίστηκε καθόλη τή διάρκεια τής πορείας.

Ήταν ο μόνος πού κράτησε ακόμα καί τήν κάπα του, ενώ δέν καταδέχτηκε ούτε στό άλογό του νά ανέβει, γιά νά έχει τήν ίδια ταλαιπωρία μέ τούς στρατιώτες του. 

Τα γυναικόπαιδα όμως δεν κατάφεραν να ξεφύγουν. Τα περισσότερα
 χάθηκαν από το τουρκικό σπαθί...


Η γυναίκα τού Κώστα Διαμαντή, ξαδέλφου του Τζαβέλα, τσάκισε από την κούραση. Πήρε το κουμπούρι από τον άνδρα της και το έστρεψε στο κεφάλι της. 

Καλύτερος ο θάνατος από την ατίμωση από
 τους μουσουλμάνους...

Από τόν Ζυγό οι καταματωμένοι καί κουρασμένοι Έλληνες τράβηξαν γιά τήν Δερβέκιστα (Ανάληψη) όπου τήν βρήκαν έρημη καί τότε κατευθύνθηκαν πρός τόν Πλάτανο Κραβάρων (ορεινής Ναυπακτίας), όπου βρισκόταν τό στρατόπεδο τού άρρωστου Καραϊσκάκη.

Οι εκρήξεις πού ακούγονταν από τό Μεσολόγγι ήταν συνεχόμενες. Οικογένειες ολόκληρες πού είχαν συγκεντρωθεί στά παγιδευμένα μέ μπαρούτι σπίτια τους, ανατινάζονταν.

Η φωτιά, οι μπάλες τών κανονιών, οι βόμβες καί οι ανατινάξεις τών υπονόμων είχαν μεταβάλλει τό Μεσολόγγι σέ ένα σωρό από καπνίζοντα ερείπια, ανακατωμένα μέ πτώματα καί διαμελισμένα κορμιά.

Η μεγαλύτερη όμως έκρηξη πού ακούστηκε από όλους όσους πολεμούσαν έξω από τό Μεσολόγγι ήταν αυτή πού έγινε στό σπίτι τού Χρήστου Καψάλη, ο οποίος είχε συγκεντρώσει όλους τούς γέρους, τούς τραυματίες καί τούς ανάπηρους.

Μόλις οι Αλβανοί προσπάθησαν νά σπάσουν τήν πόρτα, πέταξε τόν δαυλό στήν μπαρουταποθήκη καί ανέβηκε κι αυτός στό Ηρώο τών πεσόντων τού Μεσολογγίου.

Ο ηρωϊκός δεσπότης Ιωσήφ τινάχτηκε σέ ένα μύλο πού είχε κλειστεί μαζί μέ τά γυναικόπαιδα. Βαριά τραυματισμένο τόν βρήκαν οι μουσουλμάνοι καί αμέσως τόν απαγχόνισαν.

Ο Ιταλός γιατρός πού βρισκόταν στήν υπηρεσία τού Ιμπραήμ, Alfonso Nuzzo Mauro ήταν αυτόπτης μάρτυρας τής σφαγής τού Μεσολογγίου.

Αλλού έβλεπε νεκρούς τόν πατέρα μέ τό παιδί του αγκαλιά, αλλού μία μάνα γυμνή καί σφαγμένη μέ τά παιδιά της δίπλα της νά ουρλιάζουν, αλλού μία ολόκληρη οικογένεια θερισμένη καί κατακομμένη...

Ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο καί στό θάνατο ακόμα, μέ έναν αράπη από πάνω τους νά τούς σκυλεύει. Ένα βρέφος νά βυζαίνει τή νεκρή καί βιασμένη μάνα του...

Τά θύματα αναρίθμητα, η φρίκη ατελείωτη...

Η κόλαση είναι εδώ στη γη, η κόλαση είναι μέσα στο
 Μεσολόγγι του Απριλίου του 1826...

13.000 άνδρες, γυναίκες, παιδιά κείτονταν νεκροί, οι περισσότεροι κομμένοι από τα σπαθιά των Οθωμανών...

Οι στρατιώτες του Αλλάχ έκοβαν μύτες, αυτιά, κεφάλια για να παραλάβουν την αμοιβή τους από τούς πασάδες τους καί αυτοί με τη σειρά τους, θα τα έστελναν στον πατισάχ τους.

Σύμφωνα με τον φιλότουρκο Ιταλό πρόξενο τής Αυστρίας «αββά» Βιτσέντσο Μικαρέλλι, 3.000 ζευγάρια αυτιά και χιλιάδες κεφάλια αλατισμένα και σφραγισμένα μέσα σε βαρέλια, εστάλησαν πεσκέσι στον εκπρόσωπο τής παγκοσμιοποίησης εκείνης τής εποχής σουλτάνο Μαχμούτ Β', για να τα κάνει πατσά να τα φάει, όπως θα έλεγε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης...

Ο καθολικός ιερέας σε επιστολή του στον πάπα έγραψε ότι όλοι οι άρρενες άνω των 12 ετών εσφάγησαν, ενώ με χαιρεκακία στο τέλος συμπλήρωνε ότι η ελληνική επανάσταση έβαινε στο τέλος της για το καλό τής ανθρωπότητας. Η υποκρισία της καθολικής εκκλησίας σε όλο της το μεγαλείο...

Η άνοιξη δεν θα ερχόταν εκείνη τη χρονιά στο Μεσολόγγι...

Κανένα παιδί δεν θα έτρεχε στην εξοχή για να παίξει...

Καμία νεαρή κοπέλα δεν θα έκοβε λουλούδι... 

Κανένας αγρότης δεν θα καλλιεργούσε το χωράφι του...

Κανένας χωρικός δεν θα αλώνιζε στο αλώνι του... 

Μόνο ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός θα τραγουδούσε για τον
 ηρωϊσμό όλων αυτών
 των χαμένων ψυχών:

«Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από
 τούτο το αλωνάκι...»

Το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε στις 11 Μαϊου 1829. Το 1937 αναγνωρίστηκε ως «Ιερά Πόλις» και η Κυριακή των Βαΐων ορίστηκε ως επέτειος της εξόδου»

Το ηρωϊκό Μεσολόγγι:
«Πεθαίνουμε αλλά δέν προσκυνούμε...»

Το χρονικό της Εξόδου από τον ηρωϊσμό και την αυτοθυσία 
προς την Αιωνιότητα...

Πηγές: Αγιά Σοφιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου