Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Ο Ουρανοφάντωρ Ιεράρχης Βασίλειος


Μέγας Βασίλειος
Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ

Απόσπασμα από το κείμενο:
"Μέγας Βασίλειος & Άγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
Οἱ γνήσιοι Ἀδελφοί, φίλοι καί στυλοβάτες τῆς Ἐκκλησίας μας Ἐπίσκοποι".

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε τό 329/330 στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ πατέρα του καί ἀμέσως παρεδόθη σέ φτωχή γνωστή οἰκογένεια τῆς Νεοκαισαρείας τοῦ Πόντου γιά νά τόν μεγαλώσει.

Οἱ γονεῖς του Βασίλειος καί Ἐμμέλεια κατάγονταν ὁ πρῶτος ἀπό τόν Πόντο καί ἡ δεύτερη ἀπ' τήν Καππαδοκία. Πλούσιοι γαιοκτήμονες μέ μεγάλα ὑποστατικά οἱ γονεῖς τοῦ Βασιλείου. Ἐνωρίς ἀσπάσθηκαν τόν Χριστιανισμό. Γνώρισαν καλά τόν περίφημο πρῶτο Ἐπίσκοπο Νεοκαισαρείας Γρηγόριο τόν Θαυματουργό. Τό 311 ὑπέμειναν μέ θαυμαστή καρτερία τόν φρικτό διωγμό τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Μαξιμίνου καί τελικά ἐδέχθησαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Κεντρική θέσι στήν οἰκογένεια κρατοῦσε ἡ γιαγιά τοῦ Μεγάλου Βασιλείου Μακρίνα. Ἦταν ταλαντοῦχος γυναίκα, φορέας γνήσιας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί πιστή μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ.

Οἱ γονεῖς τῆς Ἐμμέλειας, οἱ πρόγονοι τοῦ Βασιλείου ἀπό τήν μητέρα του, ἦσαν Καππαδόκες. Οἰκογένεια μεγαλοαστῶν καί γαιοκτημόνων. Πολλά μέλη της γνώρισαν τιμές, δόξες, πλούτη καί ἀνώτερες στρατιωτικοπολιτικές θέσεις. Καί τό πιό σημαντικό: ὁ πατέρας τῆς Ἐμμέλειας ἀναδείχθηκε μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς δυστυχῶς νά σώζεται τό ὄνομά του. Τό πατρικό σπίτι τῆς Ἐμμέλειας - καί αὐτό εἶναι κάτι τό πολύ σπουδαῖο - ἀνέδειξε μέλη πού εἶχαν ἐπίδοσι στά γράμματα, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ γιά ‹‹λόγων λαμπρότητες ››. 

Με αὐτά τά δεδομένα, ὁ ἀείμνηστος πλέον καί σεβαστός Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Στυλιανός Παπαδόπουλος, ἀπό τίς ἀφηγηματικές βιογραφίες τοῦ ὁποίου, γιά τούς δύο Ἁγίους μας, θά ἀντλήσω πολλά χρήσιμα στοιχεῖα, σημειώνει τά ἑξῆς: ‹‹Ἔτσι ὁ μεγάλος βλαστός δύο λαμπρῶν οἰκογενειῶν κληρονόμησε τό ρητορικό του ταλέντο καί ἀπό τίς δύο ρίζες, ἀφοῦ καί ὁ πατέρας του ἦταν συνήγορος καί ρητοροδιδάσκαλος,  προπαντός ὅμως κληρονόμησε καί ἀπό τίς δύο οἰκογένειες τήν ἀγάπη στό πνεῦμα, τήν ἀφοσίωση στήν Ἐκκλησία καί τήν ἡρωϊκή διάθεση τῶν μαρτύρων››.

Τά παιδικά του χρόνια, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Βασίλειος, τά πέρασε στό χωριό Ἄννησα, πού εὑρίσκετο μερικά χιλιόμετρα ἔξω ἀπό τήν Νεοκαισάρεια, μέ τήν οἰκογένεια τῆς τροφοῦ του, ἐνῶ οἱ γονεῖς του κατοικοῦσαν ἄλλοτε στή Νεοκαισάρεια, ὅπου ἐργάζονταν, ὁ πατέρας του καί ἄλλοτε στά Ἄννησα.

Ὅπως ἡ ἔλευσις τοῦ Βασιλείου στόν κόσμο συνδέεται μέ θαῦμα, κατά τήν μαρτυρία τοῦ νεώτερου ἀδελφοῦ του Γρηγορίου Νύσσης, ἔτσι καί ἡ σωτηρία του ἀπό βαρειά καί θανατηφόρα ἀρρώστεια στά παιδικά του χρόνια ὀφείλεται σέ θαῦμα. Ἡ πρώτη κατηχήτρια τοῦ Βασιλείου καί τῆς ἀδελφῆς του Μακρίνας ἦταν ἡ γιαγιά Μακρίνα. ‹‹Ἡ διδασκαλία καί ἡ θεολογία τῆς γερόντισσας Μακρίνας ἦταν οἱ μνῆμες της: ἱστορίες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τοῦ Πόντου, ἀγῶνες καί κακουχίες γιά τήν πίστη, τά φλογερά κηρύγματα καί τά θαύματα τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου τῆς Νεοκαισαρείας Γρηγορίου››. Τά ‹‹πρῶτα›› γράμματα τῆς ἡλικίας του ἔμαθε ὁ Βασίλειος κοντά στόν πατέρα του. ‹‹Σχολεῖο ἤθους καί ἀρετῆς ἦταν γιά τό νεώτερο μαθητή ὁ ἴδιος ὁ πατέρας του , τόν ὁποῖο ἄρχισε γρήγορα νά μιμεῖται››.

Τό δεύτερο στάδιο τῆς μορφώσεως, ἡ ‹‹ἐγκύκλιος παιδεία›› μέ τά σύγχρονα μέτρα, πραγματοποιήθηκε στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, την ‹‹λόγων μητρόπολιν›› , ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ φίλος του Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀπό τό 342 περίπου μέχρι τό καλοκαίρι τοῦ 346 μ.Χ. Ἐκεῖ, στό σχολεῖο τῆς Καισάρειας γνωρίσθηκε καί συνδέθηκε μέ τόν Γρηγόριο. Οἱ δύο νέοι, ‹‹σύντροφοι τώρα σπουδῶν, θά γίνουν ἀργότερα ἐπιστήθιοι φίλοι καί συναθληταί στό στίβο τῆς Ὀρθοδοξίας ››.

Μετά τήν βασική παιδεία πού πῆρε στήν Καισάρεια ἔρχεται τον Σεπτέμβριο, ἴσως, τοῦ 346 στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, ὅπως σημειώνει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, σέ μικρό χρονικό διάστημα ὁ ταλαντοῦχος σπουδαστής ἐπῆρε ὅ,τι καλύτερο ὑπῆρχε μαθητεύσας στόν Λιβάνιο, τόν πιό μεγάλο δάσκαλο καί τόν πιό ἱκανό ρήτορα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Γύρισε πίσω στήν πατρίδα του καί τό ἔτος 350 ἤ 351 ἔφθασε μέ πολλή λαχτάρα καί δίψα γιά μάθησι εἰς «Ἀθήνας τάς χρυσᾶς». Στήν πόλη αὐτή πού ἦταν «λόγων ἔδαφος», δηλαδή κατοικία τῆς ἐπιστήμης. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι στέλνεται ἐδῶ ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀπληστία τῆς γνώσεως  καί δίνει πολλές πληροφορίες γιά τή ζωή τῶν φοιτητῶν στήν Ἀθήνα, γιά τήν σχέσι καί τή θεία φιλία του μέ τόν Βασίλειο, γιά τό εἶδος τῶν σπουδῶν πού ἔκαναν ἐκεῖ ἐπί πέντε ὁλόκληρα χρόνια κ.ἄ.

Μετά τίς πενταετεῖς εὐδόκιμες ἀνώτερες σπουδές του στή Φιλοσοφία καί τή Ρητορική, τήν Ἀριθμητική καί τήν Γεωμετρία, τήν Ἀστρονομία καί τήν Μουσική καί μάλιστα στήν Ἰατρική, ὁ Βασίλειος, ἀφήνοντας στήν Ἀθήνα τόν Γρηγόριο, ἐπέστρεψε στήν ἀγαπημένη του Καππαδοκία καί οἱ οἰκεῖοι του τόν ὑπεδέχθησαν ἐγκάρδια, μᾶλλον στά Ἄννησα τῆς Νεοκαισαρείας. Στήν ὑποδοχή ἦταν παροῦσα καί ἡ Μακρίνα, ἡ ἀσκήτρια μεγαλύτερη ἀδελφή του, ἡ ὁποία χωρίς περιστροφές τοῦ εἶπε ὅτι ἦταν «ὑπερφυῶς ἐπηρμένος» (14), δηλ. πώς παρά ἦταν ὑπερήφανος γιά τήν παιδεία του καί ἐγωϊστής. 

Οἱ σκληρές ἀδελφικές παρατηρήσεις τῆς Μακρίνας, οἱ συμβουλές τῆς ὁσίας γιαγιᾶς του Μακρίνας, οἱ σιωπηλές προτροπές τῆς ἁγίας μητέρας του Ἐμμέλειας, οἱ ὑποσχέσεις πού ἔδωσαν ἀμοιβαῖα στήν Ἀθήνα ὁ Βασίλειος καί ὁ Γρηγόριος γιά βίο ἀσκητικό, ἀκόμη καί ἡ προσπάθεια τοῦ Εὐσταθίου Σεβαστείας νά τόν προσελκύση στόν Μοναχισμό, «ὅλα αὐτά μαζί ὀρθώθηκαν ἔξαφνα καί πάλευαν στό νεανικό στῆθος. Πάσχιζαν τόν ἀφανισμό τῆς φυσικῆς κλίσης, τῆς κλίσης γιά τόν ὄμορφο λόγο, τήν ρητορεία, τά γράμματα... Τί θά ἔκανε τώρα; Θά γινόταν διάκονος τῆς ἀληθείας ἤ τῆς ρητορείας; Ἦσαν ἀκόμη καί τά δυό πολύ μεγάλα μέσα του, ἔστω καί ἄν ἔκλινε πρός τό πρῶτο».


Καί ὁ ἴδιος ὁ δάσκαλός του Λιβάνιος, ὁ πιό μεγάλος ρήτορας τῆς ἐποχῆς, ἀντιλήφθηκε ὅτι ὁ μαθητής του Βασίλειος δέν θά γινόταν οὔτε δικηγόρος, οὔτε καθηγητής τῆς ρητορικῆς. «Τόν κέρδισε ἡ φιλοσοφία, εἶπε, ὄχι ὅμως ἡ παλιά, μά ἡ καινούργια, ἡ ἄσκηση. Ἔτσι λεγόταν ἡ ἄσκηση στά χρόνια του. Καί ὁ ἀσκητής χαρακτηριζόταν «φιλόσοφος». Τόν φιλόσοφο μέ τήν παλιά καί τή σημερινή ἔννοια τόν ἔλεγαν τότε πιό πολύ σοφιστή».

Στά 28 του χρόνια κλονίσθηκε ἡ ὑγεία του. Τό συκώτι του εἶχε προσβληθῆ σοβαρά. Κατάλαβε ὅτι οἱ σωματικές του δυνάμεις ἦταν μικρές καί ἡ ζωή του σύντομη.

Δέν εἶχε περάσει ἡ ἀρρώστεια του ἀρχές τοῦ ἔτους 357 καί ὁ συγκλονισμός τῆς μεγάλης ἀποφάσεως γιά τήν ζωή του ἔγινε ἰσχυρός. Ὁριστική πιά ἡ ἀπόφασις νά ἀφήση τά ἔργα τοῦ κόσμου. Μόνο ὅ,τι εἶναι Θεός καί ἀλήθεια τόν ἐνδιέφερε. Τόσο συνεπαρμένος ἦταν ἀπό τήν νέα του ἀπόφασι, ὥστε τοῦ φάνηκε ὅτι ξύπνησε ἀπό βαθύ ὕπνο. Στράφηκε ὁλοκληρωτικά στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Θείων Γραφῶν. Στά παιδικά του χρόνια ἡ γιαγιά του ὁσία Μακρίνα τοῦ διάβαζε τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ. Τώρα τούς μελετοῦσε συστηματικά, ὅπως καί ὅλα τά κείμενα τῆς Γραφῆς ἀπό φιλολογική, ἱστορική καί τελικά ἀπό θεολογική ἄποψη.

«Ἡ ἀναζήτησις πνευματικοῦ χειραγωγοῦ ἀπό τόν Βασίλειο ἦταν ἡ πρώτη του μεγάλη θεολογική ἔκφραση. Καί νά γιατί. Ἡ ἀλήθεια, ἡ Ἐκκλησία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι στό πρόσωπο. Τό πρόσωπο εἶναι πρίν ἀπό τό κείμενο. Τό κείμενο γίνεται ἀσθενική ἀπήχηση ἐκείνου, τό ὁποῖο ζῆ τό πρόσωπο».

Μετά τή λῆψι τῆς μεγάλης ἀποφάσεως γιά τήν ἀφιέρωσί του στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία διά τῆς σωστῆς ὁδοῦ τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ, ἐστράφη πρός τήν Ἀνατολή, πρός τόν Ἀνατολικό Ὀρθόδοξο Μοναχισμό τῆς ἐποχῆς ἐκείνης : Στή Συρία καί τήν Αἴγυπτο, τήν Παλαιστίνη καί τήν Μεσοποταμία, τήν Ἀλεξάνδρεια καί τήν Ἄνω Αἴγυπτο μέ τούς πρώτους ἀναχωρητές καί ἀσκητές καί τά πολλά Παχωμιανά Μοναστήρια.

Ἔπειτα ἀπό τήν πολύ ὠφέλιμη προσκυνηματική περιήγησι στά μοναστήρια καί τά μοναστικά κέντρα τῆς Ἀνατολῆς, ἐπέστρεψε στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας τό φθινόπωρο τοῦ ἔτους 357 μ.Χ. Ἐκεῖ εἶχε πνευματική συναναστροφή καί ἐπικοινωνία μέ τόν καλοκάγαθο Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιο, τήν ἱερή μορφή τοῦ ὁποίου βρῆκε στήριγμα. Βαπτίσθηκε ἀπό τόν Ἀρχιερέα Διάνιο, ὁ ὁποῖος καί τόν χειροθέτησε Ἀναγνώστη. Στή συνέχεια διαμοίρασε στούς πτωχούς ὅλα του τά ὑπάρχοντα. Τότε ὑλοποίησε τήν ἀπόφασι νά δοθῆ μόνο στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν ἄσκησι.

Ἦλθε στά Ἄννησα καί ἄρχισε τήν μοναχική ζωή, ἀσκητεύοντας σέ ἕνα οἰκίσκο καί ἀσχολούμενος μέ τό γράψιμο καί λίγη χειρωνακτική ἐργασία. Πρώτη του δουλειά ἦταν νά γράψη στόν Γρηγόριο, προσκαλώντας τον νά συνασκητεύσουν. Τοῦ γράφει καί ἄλλη μεγάλη ἐπιστολή, ἀφοῦ διαπίστωσε τήν ἀναποφασιστικότητά του, στήν ὁποία περιγράφει τή ζωή του καί τό ἡμερήσιο πρόγραμμα στό ἐρημητήριό του κοντά στά Ἄννησα καί ὁμιλεῖ γιά τήν κάθαρσι καί τόν φωτισμό.

Ἔπειτα ἀπό αὐτά ὁ Βασίλειος κίνησε ἕνα χειμωνιάτικο πρωϊνό γιά τήν Ναζιανζό, γιά νά συναντήση τόν φίλο του Γρηγόριο. Σέ κάποια στιγμή ἡ συζήτησις στράφηκε στό παλαιό θέμα, στό νά συνασκητεύσουν. Ὁ Γρηγόριος ἦταν πιά ἑτοιμασμένος καί τό περίμενε. Ἔκανε, ὅμως, μιά νέα πρότασι : νά κάνουν τήν ἄσκησί τους ἔξω ἀπό τήν Ναζιανζό, στήν Τιβερινή, στό κτῆμα τοῦ πατέρα του. Ἐπεσκέφθησαν μαζί τήν Τιβερινή, ἀλλά ὁ Βασίλειος ἀπογοητεύθηκε ἀπό τό πολύ λασπῶδες ἔδαφος τοῦ τοπίου καί ἦταν ἀρνητικός ἀπό τήν ἀρχή. Γύρισαν στήν Ναζιανζό, κοντά στόν γέροντα πατέρα τοῦ Γρηγορίου καί στή συνέχεια ὁ Βασίλειος ἐπέστρεψε στήν Καισάρεια.

Σέ λίγο ἔφυγε γιά τόν Πόντο σέ ἀναζήτησι κατάλληλης γιά ἄσκηση τοποθεσίας. Τήν βρῆκε καί ἔγραψε ἕνα θερμό γράμμα στόν Γρηγόριο, προβάλλοντας τόν νέο τόπο ἐντόνως. Ἀπό τό καλοκαίρι τοῦ 360 ἐγκαταστάθηκε στόν Πόντο, στό ἡσυχαστήριό του καί ἐπιδόθηκε στήν προσευχή, τήν μελέτη καί τήν χειρωνακτική ἐργασία. Ξανάγραψε στόν ἐγκάρδιο φίλο του Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος μέ ἕνα πολύ σύντομο γράμμα ἔστειλε τό μήνυμα τοῦ ἐρχομοῦ του στό ἀσκητήριο τοῦ Ἴρι ποταμοῦ στό τέλος τοῦ 360 ἤ ἀρχές τοῦ 361.


Μέ τήν ἄφιξι τοῦ Γρηγορίου πού ἦταν τό γλυκύτερο πού ἠμποροῦσε νά χαρίση στόν φίλο του Βασίλειο, ἄρχισε ἡ νέα ζωή τῶν συνασκητῶν μέ ἕνα πλούσιο καί ὀργανωμένο ἡμερήσιο πρόγραμμα προσευχῆς, ἀναγνώσεως ψαλμῶν, μελέτης, πνευματικῆς καί καρδιακῆς ἐργασίας, χειρωνακτικῶν καί ἀγροτικῶν ἐργασιῶν, ἀσκητικῆς δίαιτας, ὕπνου κλ.π.

(Διαβάζουμε από το βίο του Αγίου Γρηγορίου, εκδόσεις Ορθοδόξου Τύπου: Οι ασκητικές συνθήκες ζωής που επακολουθούν, είναι μια θαυμάσια εμπειρία ζωής. Οι δύο φίλοι, αγνές ψυχές, ζουν εκεί, με κανόνες πνευματικής άσκησης, με νηστεία και προσευχή. Παράλληλα, όμως εργάζονται, κοπιάζουν σωματικά, καλλιεργώντας τη γη για την παραγωγή των αναγκαίων προς συντήρησή τους. Στη σιγή, μακριά από τον κόσμο, κοντά στη φύση, ψέλνουν, προσεύχονται, αγρυπνούν. Ζουν σαν άγγελοι Θεού. Ποιός μπορεί να περιγράψει τα θεία σκιρτήματα της καρδιάς τους, εδώ στον Πόντο, το ήσυχο ερημητήριό τους; Ο ίδιος ο Γρηγόριος γράφει γι' αυτήν την άυλη και ασώματη ζωή τους: "Τίς δώσει τάς ψαλμωδίας εκείνας καί τας αγρυπνίας καί τάς δι' ευχής πρός Θεόν εκδημίας καί τήν οιονεί άυλον ζωή και ασώματον"; Άμιλλά τους, λέγει, ήτανε στην άσκησή τους, που τους έκανε σχεδόν ασώματους, ποιος θα προκόψει περισσότερο στην αρετή. Ευχαρίστηση πηγαία, ολόψυχη, ήτανε να μελετούν την Αγία Γραφή. Αλλά και τα χειρονακτικά έργα δεν τα παρέλειπαν, τόσο για σωματική άσκηση όσο και για την επάρκεια των αναγκαίων υλικών αγαθών. Γι'αυτό κόβανε ξύλα, λατομούσαν πέτρες, σκάβανε τη γη και καλλιεργούσαν τα αναγκαία για την διατροφή λάχανα.)

Ἡ συνάσκησις καί ἡ χαριτωμένη αὐτή ζωή διακόπτεται μετά ἀπό ἕνα ἔτος, ὅταν ὁ πατέρας τοῦ Γρηγορίου, ὁ Ναζιανζοῦ Γρηγόριος, τόν καλοῦσε ἐπίμονα στή Ναζιανζό νά τόν βοηθήση στό ποιμαντικό ἔργο καί ἐν τῷ μεταξύ τόν ἐχειροτόνησε εἰς Πρεσβύτερο. Τό 362 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στήν Καισάρεια ὁ Βασίλειος καί ἀνέπτυξε ἕνα σπουδαῖο ποιμαντικό, πνευματικό καί θεολογικό ἔργο, πού προκάλεσε τόν θαυμασμό τοῦ λαοῦ καί τήν σύγκρισι μέ τό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας Εὐσεβίου, μέ ἀποτέλεσμα νά φθονηθῇ καί νά περιφρονηθῇ καί παραγκωνισθῇ ὁ λαμπρός αὐτός λειτουργός τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν παρέμβαση ὅμως τοῦ Γρηγορίου καί τό ἰσχυρό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ Βασιλείου ἀπετράπη τό σχίσμα, ἀφοῦ οἱ δύο ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί ἀνεχώρησαν κάποια νυκτερινή ὥρα γιά τό ἀσκητήριο τοῦ Ἴρι ποταμοῦ.

Μετά διετία περίπου ὁ Βασίλειος ἐπανῆλθε, μέ τήν παρέμβασι τοῦ Γρηγορίου, στήν Καισάρεια, «γονάτισε μπροστά στόν Ἐπίσκοπο Εὐσέβιο καί παρέδωσε τόν ἑαυτό του, τίς δυνατότητες του. Ἔτσι ὁλοκληρωτικά, χωρίς ὅρια, ὅπως τό θέλει ἡ πνευματική εὐταξία, πού εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική». Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Βασίλειος ἀνέλαβε τήν ποιμαντική, διδακτική, κατηχητική καί ἀντιαιρετική διακονία του, τήν ὁποία ἐκτελοῦσε μέ ἄριστη ἐπιτυχία.

Τόν Ἰούνιο τοῦ 370 ἐξεδήμησε πρός Κύριον ὁ Καισαρείας Εὐσέβιος. Μετά ἀπό σκληρούς καί ἐπίμονους ἀγῶνες τῶν Ὀρθοδόξων, μέ ἐπικεφαλῆς τόν γέροντα Γρηγόριο Ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ, ἀντίθετα πρός τούς ἀρειανόφρονες , ἐπεκράτησε ἡ ὑποψηφιότητα τοῦ Βασιλείου γιά τόν Ἀρχιεπισκοπικό Θρόνο τῆς Καισαρείας. Ἡ ἐκλογή ἔγινε τόν Σεπτέμβριο τοῦ 370. Γρήγορα ἔγινε καί ἡ χειροτονία του, προεξάρχοντος τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ Γρηγορίου, μέ τήν παρουσία καί ἄλλων Ἐπισκόπων.

«Ἔτσι, στόν φημισμένο ὀρθόδοξο θρόνο τῆς Ἀνατολῆς καθόταν ὁ κατ΄ἐξοχήν ὀρθόδοξος Ἱεράρχης. Οἱ καθαρές συνειδήσεις τῆς Ἐκκλησίας γιόρτασαν τήν ἐκλογή του μέ χαρές Πασχαλινές. Ἔνοιωθαν ὅτι ἡ νίκη αὐτή δόθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό ἅγιο Πνεῦμα νίκησε».

Στά ἐννιά χρόνια τῆς Ἀρχιερατικῆς διακονίας του ἀναλώθηκε κυριολεκτικά, δεδομένης καί τῆς εὔθραυστης ὑγείας του, στό ποιμαντικό, ἁγιαστικό, κηρυκτικό, φιλανθρωπικό, κοινωνικό καί ἀντιαιρετικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, μέσα σέ δύσκολους καί ἀντίξοους καιρούς, ὅπου ὀργίαζε τό κακό, ἡ αἵρεσις, ἡ ἀποστασία, οἱ ἔριδες, τά σχίσματα. Σέ δυσχείμερους καιρούς πού ἐδιώκετο ἐπίσημα ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶχε φουντώσει καί ἐπεκταθῇ ἀνησυχητικά ὁ Ἀρειανισμός μέ τήν ἀπροκάλυπτη ὑποστήριξι του ἀπό ἀρειανόφρονες αὐτοκράτορες καί οἱ αἱρετικές διδασκαλίες ἀντιμάχονταν στήν σώζουσα ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μας. 

(Εμπνέει πραγματικά ο διάλογος του Μ. Βασιλείου με τον ύπαρχο Μόδεστο ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να γίνει αρειανιστής, όπως ήταν και ο αυτοκράτορας Ουάλης:

- Πως σκέφτηκες εσύ (ανέφερε το όνομα του χωρίς να τον αξιώσει να τον ονομάσει επίσκοπο) και τολμάς να αντιστέκεσαι εναντίον τόσης εξουσίας , μόνος εσύ από όλους φέρεσαι με τόσην αυθάδεια;

- Γιατί η ερώτηση αυτή; απάντησε ο Βασίλειος. Ποια η απείθεια και η υπεροψία μου; Διότι ακόμη δεν μπορώ να εννοήσω;

– Διότι δεν ακολουθείς την θρησκεία του βασιλέως, ενώ όλοι πλέον οι άλλοι υποτάχθηκαν και ηττήθηκαν, λέγει ο ύπαρχος.

– Δεν είναι αρεστά αυτά εις τον δικό μου βασιλιά , απήντησε ο Βασίλειος. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ κάποιο κτίσμα , εφ’ όσον είμαι του Θεού κτίσμα και έχω εντολή, ότι θα είμαι θεός. 

– Αλλά εμάς πως μας θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε εμείς που διατάζουμε αυτά; Πως λοιπόν; Δεν θεωρείς μέγα και τιμητικό το να ταχθείς με το μέρος μας και να μας έχεις φίλους και συντρόφους;

-Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι, απάντησε ο Βασίλειος ότι εσείς είστε ύπαρχοι και επιφανείς , ουδόλως όμως ανώτεροι του Θεού. Και θεωρώ σπουδαία μεν τη φιλία σας (πως όχι; πλάσματα Θεού είστε και εσείς), αλλά θεωρώ σπουδαία τη φιλία και των άλλων Χριστιανών, που είναι ταγμένοι υπό την εξουσία σας. Διότι δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ’ αυτόν, αλλά από την Πίστη.

- Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία ;

- Τι θα μου συμβεί; Τι πρόκειται να πάθω; απάντησε ο Βασίλειος

– Τι θα πάθεις; Ένα από τα πολλά που είναι στην εξουσία μου.

- Ποια είναι αυτά; Πες μου.

- Δήμευση , εξορία, βάσανα, θάνατος.

- Απείλησε με κάτι άλλο, αν υπάρχει. Διότι κανένα από αυτά που ανέφερες δεν μπορεί να με θίξει και να με βλάψει, απάντησε με θάρρος ο Βασίλειος.

- Πως είναι δυνατόν και με ποιο τρόπο θα το κατορθώσεις αυτό; ρώτησε ο ύπαρχος.

- Διότι, απάντησε ο Βασίλειος, δήμευση περιουσία δεν μπορεί να υποστεί εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρεις τα τρίχινα και φτωχά ενδύματα και τα λίγα βιβλία , από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν γνωρίζω, εφόσον δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος , και ούτε αυτή την πόλη που κατοικώ τώρα θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω ως πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Μάλλον όμως κάθε τόπο τον θεωρώ τόπο του Θεού, στον οποίο εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βάσανα όμως τίποτα δεν μπορούν να κάνουν στον άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λες βάσανο την πρώτη πληγή , με την οποία θα πέσει αυτό το σώμα. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Ο θάνατος όμως θα είναι για μένα ευεργεσία. Διότι θα με στείλει ταχύτερα στο Θεό, με τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και για χάρη του οποίου νεκρώθηκα κατά το πλείστον και προς τον οποίο από πολλά χρόνια σπεύδω να φτάσω.

-Κανείς , είπε μέχρι σήμερα δεν μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόσο θάρρος σε μένα ( και πρόσθεσε το όνομά του.

-Ίσως δεν συνάντησες ποτέ επίσκοπο απάντησε ο Βασίλειος. Διότι αν συναντούσες πραγματικό επίσκοπο, ο οποίος αγωνίζεται για την πραγματική Πίστη, με αυτόν τον τρόπο θα σου απαντούσε. Και πρόσθεσε με θάρρος:

- Εμείς , ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλον άνθρωπο, διότι τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε και στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε τα μάτια. Αλλά όπου πρόκειται περί Θεού και τίθεται σε κίνδυνο η Πίστη μας σε αυτόν, όλα τα περιφρονούμε και σε Αυτόν αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες, αυτά για μας είναι μάλλον ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι’ αυτό βρίζε και φοβέριζε και κάνε ότι θέλεις και χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούσει την απάντηση αυτή ο βασιλιάς. Εμένα, πάρε το απόφαση, δεν θα με υποτάξεις ούτε θα με πείσεις να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν απειλήσεις ακόμη με τρομερότερο τρόπο.  Πηγή:Χριστός Παναγία)


Αλλά πέρα από το αντιαιρετικό του έργο, εξίσου σημαντική ήταν και η φροντίδα που έδειξε για τον φτωχό λαό. Μέ τήν περίφημη «Βασιλειάδα» στήν ὁποία λειτουργοῦσε ἕνα μεγάλο φιλανθρωπικό συγκρότημα ἱδρυμάτων εὐποιΐας καί κοινωνίας, ἀνακουφίζονταν ὁ λαός τοῦ Θεοῦ καί ἀντιμετωπίζονταν ἡ φτώχεια, ἡ ὀρφάνια, οἱ ἀσθένειες, τά γηρατειά κ.ἄ. 

Ἡ πρόωρος, κατ΄ἄνθρωπον, κοίμησις τοῦ Ἁγίου Βασιλείου κατόπιν μακροχρόνιας ἐξαντλητικῆς καί ὀδυνηρᾶς ἀσθένειας ἀνέκοψε τήν τρισμέγιστη ὡς ἄνω προσφορά τοῦ οὐρανοφάντορος Ἱεράρχου. Ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, ἀλλ΄ αὐτό δέν στάθηκε ἐμπόδιο νά χαρακτηρισθῇ Μέγας καί Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.


Μέγας Βασίλειος & Άγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
Οἱ γνήσιοι Ἀδελφοί, φίλοι
 καί στυλοβάτες τῆς Ἐκκλησίας μας Ἐπίσκοποι.
Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ


Πηγή: Ακτίνες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...