Ελεύσεις και αποκρύψεις του θείου Φωτός
Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου
Ιερόθεου Βλάχου
Από το βιβλίο: «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ»
Βίος και πολιτεία του Γέροντος Σωφρονίου
του ησυχαστού και θεολόγου
Η όραση του ακτίστου Φωτός γίνεται με πολλές εναλλαγές. Στην αρχή γίνεται ασαφώς, με την αποκάλυψη του εσωτερικού σκότους, στην συνέχεια γίνεται λαμπρότερη και μεταδίδει την θεία ζωή, αλλά μετά από αυτά παρατηρούνται αυξομειώσεις, άρσεις της θείας Χάριτος, απομακρύνσεις του Θεού και εκ νέου ελεύσεις της θείας Χάριτος. Όλα αυτά παρουσιάζονται από έναν εμπειρικό θεολόγο, που γνώρισε αυτές τις επισκέψεις και τις απομακρύνσεις του Θεού.
Ο Γέροντας στα κείμενα του κάνει λόγο για την απροσδόκητη έλευση του θείου Φωτός που «εναγκαλίζεται αγαπητικώς» τον άνθρωπο (212). Έπειτα κάνει λόγο για «συνεχή θέα του φωτός», που παρέμενε σε εκείνον «επί τρεις ημέρας» (213) και άλλοτε παρέμενε μαζί του «επί δύο εβδομάδας» (214).
Εδώ πρέπει να θυμηθούμε την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για την έλλαμψη και την διαρκή θέα του Φωτός. Ακόμη αυτή η Χάρη, όπως η Χάρη της βιώσεως της Γεθσημανή, ήταν ένα μεγάλο δώρο, που, όπως ομολογεί, «και μέχρι του νυν δεν παύει αυξανόμενον».
Την περίοδο αυτή, που ζούσε μέσα στο Φως και το Φως ήταν μέσα του και μαζί του, ζούσε φυσιολογικά. Και στην συνέχεια κάνει λόγο για την «απώλεια» της Χάριτος του Θεού (215), για την αποχώρηση «του Πνεύματος τον Κυρίου» (216) και την επί μακρόν αποχώρηση της οράσεως «του ουρανίου φωτός» (217), για την εγκατάλειψη του Φωτός (218), για την έκπτωση «εκ της υπερκόσμιου ελλάμψεως» (219).
Από αυτά φαίνεται ότι η πείρα του Γέροντος Σωφρόνιου υπήρξε μεγάλη και γι' αυτό δυσερμήνευτη. Εμείς δεν μπορούμε να την αναλύσουμε, παρά μόνον να παραθέσουμε τους λόγους του που δείχνουν αυτήν την πραγματικότητα. Συνήθως ο Γέροντας ζούσε αυτήν την εμπειρία χωρίς να την αξιολογεί λογικώς, χωρίς να προσπαθεί να την κατανοεί και να την ελέγχει συγκρίνοντας την με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας.
Δεν θεολογούσε πάνω σε αυτήν την εμπειρία, δεν προσκολλάτο στις καταστάσεις αυτές, καίτοι διέμενε «εν τη αμόρφω νοερά σφαίρα», ούτε στρεφόταν στον εαυτό του για να την αναλύσει θεολογικά, αλλά μισούσε τον εαυτό του από την βαθειά μετάνοια και συντριβή που τον διακατείχε σε όλη του την ζωή. Περνούσε μεγάλες περιόδους χωρίς σκέψεις, οι όποιες όμως του δημιουργούνταν όταν συνομιλούσε με τους ανθρώπους (220).
Η «ακατάσχετος ορμή» προς οδυνηρή μετάνοια είλκυε την ψυχή του «εις τοιαύτην ακόρεστον προσευχήν, ώστε η ψυχή να επιλανθάνηται των πάντων, ουδέν να ενθυμήται, αλλά να στρέφηται ακατασχέτως προς τον Θεόν, τον αόρατον αλλ' ηγαπημένον, τον άγνωστον αλλ' οικείον, τον απρόσιτον αλλ' εγγύς» (221).
Όταν ερχόταν ακόμη και ένας λογισμός κενοδοξίας, τότε στερείτο του Φωτός. Γράφει: «Προσηυχόμην κατακλυζόμενος υπό δακρύων συντριβής, και ευθύς, ως ενεφανίζετο πλησίον που εν τω αέρι λογισμός κενοδοξίας, ανιστάμην πάραυτα από της γης απεστερημένος πάντων: Δεν υπήρχον δάκρυα, η ψυχή ήτο ηρημωμένη· το σώμα ήτο υγιές, η πνευματική όμως ζωή αφίστατο άπ' εμού» (222).
Όμως, αυτό τον δίδαξε να αντιμετωπίζει με ανδρεία, ακόμη και την προσέγγιση του λογισμού της κενοδοξίας. Γράφει: «Κατόπιν πολλών επαναλήψεων παρομοίων συμφορών, και εκ του ελαχίστου σημείου προσεγγίσεως του εχθρού τούτον, της κενοδοξίας, ηρχόμην εις φόβον. Τότε εδιπλασίαζον τον κλαυθμόν της μετανοίας: «Κύριε ήλθον οι φονείς μου, σώσον με». Ούτω κατενόησα, δια ποίον λόγον οι Πατέρες αποφεύγουν τους επαίνους: Και οι τέλειοι εισέτι δεν δύνανται να εξέλθουν άνευ ζημίας τινός της προς τον Θεόν αγάπης αυτών» (223). Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έγραφε ότι:
«ο επιρρεπής εις την φαντασίαν νους είναι ακατάλληλος δια την θεολογίαν». Εκείνος που θέλει να «παρίσταται τω Θεώ καθαρώ νοί», πρέπει να απομακρύνεται από την «σφαίραν της φαντασίας» (224).
Η προσέγγιση προς τον Θεό συνδέεται με οδυνηρή ένταση που δεν είναι εύκολο να βιωθεί από τους έχοντες πεπτωκυία φύση που αποστρέφονται τον πόνο. Ταλαντευόταν «μεταξύ δύο θέσεων». Ή να συμβιβαστεί με την υπάρχουσα πραγματικότητα με μια «νόθον ταπείνωσιν» ή να αποδεχτεί «την φοβεράν κλήσιν του Χριστού». Και γράφει: «Ότε επέλεξα το δεύτερον, τότε ανεγεννήθην δια ζωήν εν τω Ζώντι Θεώ» (225).
























