Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

"Τώρα, Παναγιά μου, μείναμε οι τρεις μας, εσύ, εγώ και το παιδί"...

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Χαμογέλα μου"
του πατρός Αθ. Καρανταΐδη.

Ο γάμος

Στις 16 Ιουνίου του 1973 ο Θεόφιλος και η Ελευθερία ενώθηκαν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, τα δεσμά ήταν ιερά μόνο για το ένα μέλος της συζυγίας...

Μεσολάβησαν πέντε χρόνια και τρεις αποβολές, με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε ψυχολογικό επίπεδο για την Ελευθερία, μέχρι τον Μάιο του 1978, όπου γεννήθηκε το πρώτο - και μοναδικό τους - παιδί.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια έζησαν οι τρεις τους όμορφες και ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές. Όλοι οι άνθρωποι όμως έχουν τα ελαττώματα και τις αδυναμίες τους.

"Ο Θεόφιλος ήταν ψηλός, αδύνατος και γοητευτικός άνδρας. Δεν ήταν τσιγκούνης, δεν σήκωσε ποτέ χέρι. Δεν ήταν "μαμάκιας", είχε όμως δύο μεγάλα πάθη: τα χαρτιά και τις γυναίκες... Το πρώτο σε καταστρέφει οικονομικά και το δεύτερο σου διαλύει την οικογένεια" έλεγε η Ελευθερία στη νύφη της, τη γυναίκα του γιου της, πολλά χρόνια μετά...

Το αναπόφευκτο επήλθε αμέσως μετά τα τέταρτα γενέθλια του μικρού τους γιου. Τον Μάιο του 1982, ο Θεόφιλος αποφάσισε να φύγει από το σπίτι, για να ζήσει με μιαν άλλη γυναίκα.

Την πρώτη μέρα της απουσίας του πατέρα, η Ελευθερία πήρε τον γιο της, στάθηκαν μπροστά στο εικόνισμα και είπε: "Τώρα, Παναγιά μου, μείναμε οι τρεις μας, εσύ, εγώ και το παιδί". Δεν μπόρεσε να συνεχίσει... Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα...

Τα δύσκολα χρόνια

"Εγκατάλειψη συζυγικής στέγης" αποφάνθηκε το δικαστήριο και υποχρέωσε τον Θεόφιλο στην καταβολή μηνιαίας διατροφής. Όλα άλλαξαν δραματικά για την Ελευθερία, η οποία σύμφωνα με επιθυμία του μέχρι τότε συζύγου της δεν εργαζόταν. Της είχε ξεκαθαρίσει πριν το γάμο τους, ότι δεν θέλει η γυναίκα του να δουλεύει. Τώρα είχε να διαχειριστεί τον πόνο της απόρριψης, την οικονομική στήριξη του σπιτού και την άσχημη ψυχολογική κατάσταση του μικρού...

Τα θαύματα που έζησε πολλά... Ένα πρωινό, αφού ξύπνησε τον μικρό για το σχολείο, διαπίστωσε έντρομη ότι το γάλα είχε τελειώσει και τα χρήματα στο πορτοφόλι δεν έφταναν για ν' αγοράσει... Πήγε στην εικόνα:

"Παναγιά μου, τι θα κάνω; Δεν έχω γάλα για το παιδί".

Σε λιγότερο από μισή ώρα, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν μια καλή της γειτόνισσα: "Καλημέρα, Ελευθερία μου! Πήγα για γάλα και πήρα και για σας!"

Δάκρυα ευγνωμοσύνης κύλησαν από τα μάτια της Ελευθερίας για την προστάτιδά της, την Παναγία. Δεν της έστειλε χρήματα, γάλα ήθελε, γάλα της έστειλε!

Το νηπιαγωγείο και οι δύο πρώτες τάξεις του Δημοτικού ήταν πολύ δύσκολα για τον μικρό της γιο. Ήταν πρόσφατος ο χωρισμός και η απουσία του πατέρα έντονη. Ο μικρός μαθητής είχε έντονο το αίσθημα της ανασφάλειας και έκλαιγε σε κάθε αποχωρισμό από τη μητέρα του. 

"Γιατί κλαις;" τον ρώτησε μία μέρα η Ελευθερία. "Φοβάμαι μη φύγεις και συ" απάντησε ο μικρός. "Μα η μαμά σ' αγαπάει, δεν θα φύγει!" "Κι ο μπαμπάς δεν μ' αγαπάει;" "Κι ο μπαμπάς σ' αγαπάει..." "Τότε γιατί έφυγε;..."

Όπως έλεγε πάντα η Ελευθερία, αυτή η τόσο απλή ερώτηση της έσχιζε την καρδιά και την "κολλούσε" στον τοίχο. Δεν μπορούσε να εξηγήσει σ' ένα πεντάχρονο παιδί γιατί, αφού ο μπαμπάς του το αγαπάει, είχε φύγει...

Ο Θεόφιλος είχε μια πολύ αραιή και τυπική επικοινωνία με το παιδί του. Έβλεπε τον μικρό για μερικές ώρες κάποιο πρωινό στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Δύο φορές το χρόνο. Για λίγες ώρες.

Έτσι, καθώς το παιδί μεγάλωνε, οι αναμνήσεις από τα τέσσερα πρώτα χρόνια της κοινής τους ζωής. πέρασαν στη λήθη και ό,τι θυμόταν από τον πατέρα του ήταν μόνο τα πολλά δώρα, που του έκανε, όταν βρίσκονταν, για να γεμίσει το κενό της απουσίας του... 

Σε ό,τι ζητούσε ο μικρός, ο Θεόφιλος δεν έλεγε όχι. Αυτό όμως συνέβαινε μόνο αυτές τις δύο συγκεκριμένες ημέρες του χρόνου. Ποτέ δεν έδωσε χρήματα στο παιδί, για να μην τα πάρει η μητέρα του. Λες και η Ελευθερία θα τα ξόδευε σε περιττές πολυτέλειες και λούσα...

Με τα χρήματα ήταν πολύ φειδωλός. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν κατέβαλλε τη νόμιμη διατροφή, με αποτέλεσμα η Ελευθερία και ο μικρός να στερούνται ακόμη και βασικά είδη. Ευτυχώς ο Θεόφιλος ήταν δημόσιος υπάλληλος 

κι έτσι μπόρεσε η Ελευθερία να πετύχει με δικαστική απόφαση την κατάσχεση μέρους του μισθού του. Η υπηρεσία του πλέον κρατούσε το ποσό της διατροφής και πήγαινε η Ελευθερία με τον μικρό κάθε μήνα και πληρώνονταν. 

Μεγαλώνοντας ο μικρός γινόταν ένα καλό και συναισθηματικό παιδί. Έλεγε συχνά στη μητέρα του: "Μαμά, χαμογέλα μου..." "Γιατί;" ρωτούσε τάχα ανήξερη εκείνη. "Γιατί μου αρέσει το χαμόγελό σου!" απαντούσε ο μικρός.

Τον έπαιρνε αγκαλιά χαμογελώντας κι εκείνες τις στιγμές ένιωθε όντως ευτυχισμένη...

Η Εκκλησία

"ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει· οὐ δώσει εἰς τὸν αἰῶνα σάλον τῷ δικαίῳ." ~ Ψαλμ. νδ' (54), 23


Όταν η Ελευθερία έμεινε μόνη της με το παιδί, η πρώτη πόρτα που σκέφτηκε να χτυπήσει και τη βρήκε ανοιχτή, ήταν της Εκκλησίας. Συνδέθηκε αμέσως με τους ιερείς της ενορίας της. Ο μικρός μπήκε από τα πέντε του στο Ιερό για να γίνει παπαδάκι. Τακτική στον κύκλο μελέτης αγίας Γραφής και στις κυριακάτικες και καθημερινές θείες Λειτουργίες. 

Στο σπίτι πάντα έκαιγε καντήλι και θυμίαμα και ποτέ δεν έλειπε ο Αγιασμός. Μάνα και γιος απέκτησαν μία συνειδητή, ουσιαστική και σταθερή σχέση με τον Θεό και την εκκλησία, με Πνευματικό, εξομολόγηση και τακτική Θεία Κοινωνία. Βοηθήθηκαν τόσο ψυχολογικά όσο και υλικά...

Όταν στην ενορία τους ξεκίνησε η λειτουργία συσσίτιου με τη μέριμνα του φιλοπτώχου ταμείου, ο προϊστάμενος ιερέας εξασφάλισε δύο μερίδες για την Ελευθερία και τον γιο της ως μία επιπλέον βοήθεια. Με τα χρήματα, που θα εξοικονομούσαν, θα κάλυπταν άλλες ανάγκες τους.

"Δοξασμένο το Όνομά Του, ποτέ δεν μας άφησε!" έλεγε πάντα με ευγνωμοσύνη η Ελευθερία. "Όταν μεγαλώσεις και θα μπορείς, όπου ακούς ότι έχουν ανάγκη, να βοηθάς! Με όποιον τρόπο μπορείς. Στα πρόσωπα εκείνων των ανθρώπων να ξεπληρώνεις αυτούς, που τώρα βοηθάνε εμάς" ήταν η συμβουλή, που έδινε συχνά στο γιο της.

Μία ακόμη δοκιμασία

... ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου του 1992, η Ελευθερία δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον δικηγόρο της, ο οποίος την ενημέρωνε ότι έπρεπε εντός τριμήνου να φύγουν με το παιδί από το σπίτι, διότι ο πατέρας του παιδιού το πούλησε... Είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη από χαρτοπαίγνια... Θα πέταγε το παιδί του στον δρόμο...

Η Ελευθερία ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια της. Δεν πίστευε ποτέ πως ο άνθρωπος, που αγάπησε τόσο, θα έφτανε σε τέτοιο σημείο. Μπορούσε να καταλάβει πως ο Θεόφιλος έπαψε να την αγαπάει και παντρεύτηκε μιαν άλλη γυναίκα - δεν ήταν μοναδικό φαινόμενο - αλλά το να φανεί τόσο αχάριστος στην ίδια και τόσο σκληρόκαρδος στο παιδί του ήταν κάτι, που δεν το περίμενε.

Σε λιγότερο από έναν μήνα είχε βρει και είχε νοικιάσει ένα σπίτι, στο οποίο μετακόμισε με τον έφηβο πια γιο της. Μέσα σε όλες τις δυσκολίες, είχε πλέον να καλύψει και τα έξοδα του ενοικίου...

Από την εποχή που χώρισε, η Ελευθερία προσπαθούσε να δουλεύει για να εξασφαλίσει ένα μικρό, οικονομικό βοήθημα. Πήγαινε σε βιοτεχνίες κι έπαιρνε δουλειά για το σπίτι, αφού το παιδί ήταν μικρό και δεν είχε που να το αφήσει. Τώρα όμως, που προέκυψε το ενοίκιο, η ανάγκη εύρεσης εργασίας ήταν μεγάλη.

Ο αδερφός της εργαζόταν ως ασφαλιστής σε μία μεγάλη, πολυεθνική, ασφαλιστική εταιρεία, η οποία διατηρούσε γραφεία στο κέντρο της πόλης, στην οδό Αγίας Σοφίας. Εκεί έπιασε δουλειά ως καθαρίστρια. Το παιδί είχε μεγαλώσει και τελειώνοντας κάθε μεσημέρι το σχολείο, επέστρεφε σπίτι, έτρωγαν κι έφευγαν μαζί να καθαρίσουν τα γραφεία της εταιρείας. Παράλληλα καθάριζε και από κανένα σπίτι της γειτονιάς κι έτσι κατάφερναν να επιβιώνουν...

Βέβαια ούτε λόγος για καινούρια ρούχα και παπούτσια για εκείνην και το παιδί! Όλα αποφόρια και δεύτερο χέρι. Και όταν κάποιες φορές - ως παιδί - διαμαρτυρόταν ο μικρός, του έλεγε στοργικά: "Να μην ντρέπεσαι, αρκεί που είναι σε καλή κατάσταση και καθαρά..."

Η ίδια επέτρεψε την αγορά καινούριων ρούχων για τον εαυτό της πολλά χρόνια αργότερα, για τον αρραβώνα του γιου της. Ήταν η πρώτη μεγάλη χαρά, που έπαιρνε, και θα ακολουθούσαν κι άλλες...


"Τώρα, Παναγιά μου, μείναμε οι τρεις μας, εσύ, 
εγώ και το παιδί"...
Απόσπασμα από το βιβλίο: "Χαμογέλα μου"
του πατρός Αθ. Καρανταΐδη.

Μέρος των εσόδων αυτού του βιβλίου θα προσφερθεί στο Σπίτι της Μαρίας, ξενώνα
 φιλοξενίας άγαμων μητέρων και κακοποιημένων γυναικών, Θέρμη Θεσαλλονίκης.



Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Στο τελείωμα της μέρας, πες μου, Ιόλη, τι θα πεις σαν δεις τον Χριστό;...

Στο Τελείωμα της Μέρας...
Απόσπασμα από το βιβλίο της Αναστασίας Σουσώνη.

Η Ιόλη ξάπλωσε στον καναπέ και διπλώθηκε. Ένιωθε να κόβεται στα δύο. Το πρόσωπό της συσπάστηκε από τον πόνο, που την είχε καταβάλει. Έβαλε να παίξει μουσική για να ξεχαστεί. Έμεινε ξαπλωμένη στην ίδια θέση για πολλή ώρα υποφέροντας, νιώθοντας το σώμα της ένα μεγάλο βάρος, που την κρατούσε καρφωμένη στη γη, ενώ εκείνη ήθελε να πετάξει: 

«Πόσα κουβαλάμε μαζί μας οι άνθρωποι... Γεννιόμαστε με σώμα φιλάσθενο και ζούμε υποφέροντας μέσα στους πόνους, που μας προσφέρει κάθε τόσο. Η ψυχή μας συμπάσχει παράλληλα με αυτό και, όταν είναι η σειρά της ν’ αρρωστήσει, το σώμα μπορεί να κάνει το ίδιο. Κάποιοι άνθρωποι κατάφεραν να διαχωρίσουν το ένα από το άλλο και, απαρνούμενοι την ανθρώπινη και φθαρτή τους ύλη, αφοσιώθηκαν στη μέριμνα των ψυχών τους δίνοντας πια βάρος στο αιώνιο και όχι στο φθαρτό. 

Μόνο εκείνοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν την καρδιά τους ελεύθερη από τα πάθη και τις πρόσκαιρες θλίψεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Ποιος όμως στ’ αλήθεια εξυψώθηκε πνευματικά τόσο μόνο με τις δυνάμεις του; Οι άνθρωποι είναι τόσο αδύναμοι για να ξεπεράσουν μόνοι έστω και μία δύσκολη κατάσταση, που μπαίνει στον δρόμο τους. Πώς μπορούν λοιπόν να φτάσουν στο σημείο να νικήσουν τα πάθη της καρδιάς τους; 

Χωρίς τη βοήθεια του Θεού, τίποτα δεν μπορούν να κάνουν. Όσοι μπόρεσαν, ήταν επειδή είχαν πάψει να σκέφτονται και να πράττουν σαν κοινοί άνθρωποι. Όμως, για να φτάσουν εκεί, άδειασαν πρώτα ολόκληροι από τις δικές τους επιθυμίες και τα πάθη, που τους κρατούσαν δέσμιους μέσα στη ματαιότητα και με τη θέλησή τους προσκολλήθηκαν με απλότητα στο θέλημα του Θεού. 

Πρώτα άδειασαν μέχρι τον πάτο τον εαυτό τους κι έπειτα γέμισαν με Θεία Χάρη... Μόνο εκείνοι, οι ταπεινοί, είχαν τη δύναμη να παραμένουν ατάραχοι μπροστά στις δυστυχίες, τον σωματικό πόνο και τον θάνατο. Γιατί σταμάτησαν να μεριμνούν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους. Γιατί βασίστηκαν εξ ολοκλήρου στη Θεία Δύναμη και όχι στη δική τους. Έτσι έζησαν την αληθινή ειρήνη μέσα τους»..

Τέτοια συλλογιζόταν η Ιόλη, διαβάζοντας εκείνο το βιβλίο.  Το περιεχόμενό του ήταν θρησκευτικό και είχε και πολλές σελίδες. Ξεκίνησε να το διαβάζει διστακτικά, καθώς δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοια θεματολογία. Όμως της φάνηκε εύκολο στην ανάγνωσή του και τόσο της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, που δεν ήθελε να το αφήσει καθόλου από τα χέρια της.
 
Ένιωθε ότι εκεί μόνο έβρισκε τις απαντήσεις, στα βαθύτερα νοήματα, που αναζητούσε κι είχε αρχίσει να αισθάνεται το πνεύμα της ελεύθερο όσο ποτέ άλλοτε... 

Τις ώρες που είχε περάσει διαβάζοντάς το συνέβαινε κάτι το πρωτόγνωρο: Ένιωθε τη διψασμένη της ψυχή να δροσίζεται από κάτι πολύτιμο, άυλο, αλλά και ταυτόχρονα καθαρτήριο. Της φαινόταν ότι αυτά, που διάβαζε, αποτυπώνονταν πάνω στην καρδιά της την ίδια στιγμή ανεξίτηλα και πως πολλά από αυτά μάλιστα ήταν σαν να υπήρχαν εκεί από πάντα.

Μήπως αυτός ήταν ο κόσμος της τελικά; Εκείνος, που με πάθος την κατηγορούσαν, ότι είναι αλλοπρόσαλλα διαφορετικός, από την πραγματικότητα αυτής της μίζερης ζωής; Αν κάποιος την ρωτούσε, η Ιόλη θα απαντούσε σίγουρα: «Ναι!» Η «τρέλα» αυτού του άγνωστου για τους πολλούς κόσμου, τον οποίον η Ιόλη μόλις ενστερνιζόταν, εξηγούσε σε βάθος την πνευματική πτώση της ανθρώπινης ψυχής.

Η ιστορία έδειξε ότι ο κόσμος περίμενε έναν κοσμικό σωτήρα, ο οποίος θα αποδεχόταν όλα τα φθοροποιά και ψυχοκτόνα πάθη του ανθρώπου και θα επέβαλλε εξωτερικά για χάρη του κοινού καλού μια παγκόσμια ειρήνη –και πολλοί ακόμα έναν τέτοιο περιμένουν-, αλλά ο Θεός δεν είναι έτσι... 


Η Ιόλη γύρισε πλευρό και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έκαιγε εκείνη την ημέρα. Η ματιά της κόλλησε στον ουρανό. Ήταν όμορφος και πολύ φωτεινός, πλημμυρισμένος από κατάλευκα σύννεφα. Κοίταζε με επιμονή ψηλά παρατηρώντας τον ουρανό επί ώρα. Τα σύννεφα κατάλευκα, σαν αβρά βελούδα, ξάπλωναν επάνω στο γαλάζιο χρώμα και παιχνίδιζαν με τον αέρα. 

Η Ιόλη παρατηρούσε τις άκρες τους, που μπλέκονταν μεταξύ τους με μια χάρη, που προξενούσε συγκίνηση, σαν να χόρευαν. Κι έπειτα ενδιάμεσα ξεπρόβαλλε όλο το γαλάζιο του ουρανού. «Τι ομορφιά!» ψιθύρισε αυθόρμητα η Ιόλη κι ένα ουράνιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Έπειτα συμπλήρωσε: «Μικρή γωνιά, μικρή ψυχή, κάνε, Θεέ μου, να ’ρθει η αυγή». Ένιωσε λίγο καλύτερα και πήρε το σημειωματάριό της. 

Λίγο πριν οι άλλοι επιστρέψουν, πρόλαβε και έγραψε κάτι χωρίς πραγματικά να συναισθάνεται αν τα έγραφε για λογαριασμό δικό της ή για χάρη της Μάχης: «Κόρη μικρή, τα δάκρυα δεν λυπήθηκαν τα μάτια σου. Και τα δάκρυα τα πικρά δεν θα αλλάξουν το ποτάμι. Γιατί έχει νερό γλυκό κι έτσι θα μείνει πάντα. Το ποτάμι θα δέχεται τα δάκρυά σου τα πικρά και τα μάτια σου το πάνγλυκο νερό Του».

«Κι αν υπάρχει Θεός και νοιάζεται τόσο για εμάς, γιατί δεν εξαλείφει το κακό από τον κόσμο; Γιατί, δεν σταματάει το κακό;» Φράση που άκουγε συχνά από τους γύρω της. Λογισμός που απελπίζει. 

Κι όμως, ο Θεός μπόρεσε. Νίκησε το κακό. Για πάντα. Νίκησε το κακό πάνω στον Σταυρό, ακριβώς με τη μη ανταπόδοσή του. Με τη θυσία του εαυτού Του, εκούσια. 

Εάν αυτός που υποστηρίζει ότι σε αγαπάει, δεν θυσιαστεί με κάποιον τρόπο για σένα, δεν μπορείς να πιστέψεις στην αγάπη του, έτσι δεν είναι; Ακούμε συνέχεια τους γονείς να λένε ότι αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά στις αγνές καρδιές των ευάλωτων παιδιών μετράνε μόνο οι θυσίες τους και όχι τα σκέτα λόγια. Έτσι δεν είναι;... 

«Γιατί ένας σκληρός λόγος απ’ το στόμα ενός γονέα έχει τόση εξουσία, που μπορεί να καταστρέψει ακόμα και την ίδια τη ζωή του παιδιού του». Υπάρχουν πνευματικοί νόμοι, τόνιζε ο άγιος γέροντας Παΐσιος. Όπως υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, υπάρχουν κι οι πνευματικοί. Αν είναι έτσι, τότε τι σημασία έχει αν αλλάζουν οι εποχές, οι γενιές ή τα μυαλά μας; 

Παρ’ όλο που ο νους της κινούνταν πλέον μέσα στους χώρους της πίστης, της φαινόταν απόλυτα λογικό να υπάρχουν ισχυροί πνευματικοί δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων και ιδιαίτερα μεταξύ γονέων και παιδιών, αφού εκτός από τον ορατό κόσμο υπάρχει και ο αόρατος, όπως είναι η ανθρώπινη ψυχή. Δεν μπορείς να τη δεις με τα μάτια, μπορείς όμως να τη νιώσεις με την καρδιά. 

Υπάρχουν τόσα, που εμείς δεν μπορούμε να δούμε ή να ακούσουμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παύουν έτσι και να υπάρχουν. Αν συνέχιζε η διαμάχη και με τους δικούς της γονείς, ποιος ξέρει πού θα κατέληγε το πράγμα στη δική της περίπτωση ή της Μάχης... 

Όμως θα ήταν τίμιο μόνο και μόνο από φόβο να τα πηγαίνει κανείς με τους γονείς του καλά, επειδή κατάλαβε ξαφνικά πόσο μεγάλη εξουσία έχουν πάνω του; Μα η Ιόλη δεν ήθελε ποτέ να τους μιλάει άσχημα, δεν προκαλούσε η ίδια αυτές τις διαμάχες, ήταν αποτέλεσμα των δικών τους επιλογών, άρα τι έπρεπε να κάνει τώρα; 

Αν πρώτα απ’ όλους, οι γονείς έβαζαν στην άκρη τους εγωισμούς και τα πάθη τους, ίσως τίποτα κακό να μην μοιράζονταν από χέρι σε χέρι. Αφού, αν σπείρεις θυμό, θα θερίσεις θυμό, όπως αν σπείρεις αγάπη, θα θερίσεις αγάπη. Γιατί όλα είναι αλληλένδετα μεταξύ μας κι οι ισορροπίες λεπτές. 

Όποιος αγαπάει, λένε, πληγώνει. Είναι δυνατόν να στέκει αυτό; Όποιος αγαπάει ενδιαφέρεται, όποιος ενδιαφέρεται ανησυχεί, όποιος ανησυχεί προσέχει κι όποιος προσέχει δεν πληγώνει. Όμως γύρε λίγο και κοίτα πιο προσεκτικά τους ανθρώπους, Ιόλη...

«Ποιος σε ζηλεύει, πλάσμα του Θεού; Μην τον αφήσεις να κλέβει την ομορφιά σου...»


«Ναι, υπάρχει και πνεύμα αντίθετο, ένας κοινός εχθρός, αόρατος, ο οποίος θέλει δόλια να βλάψει, επειδή πρώτα ζήλεψε τον Ίδιο τον Θεό και μετά όλα τα πλάσματά Του» συλλογίστηκε. 

Έτσι, λοιπόν, εξελίσσεται η αλυσίδα του ανθρώπινου πόνου... Ο ένας κατηγορεί τον άλλον και όχι τον κοινό εχθρό. Ο ένας φτάνει να μισεί τον άλλον, το κακό πολλαπλασιάζεται και ο Παράδεισος ξεμακραίνει κι άλλο κοιτάζοντάς μας από μακριά, μην παραβιάζοντας την πολύτιμη ελευθερία.

Αλλά περιμένει κι Αυτός. Περιμένει τη στιγμή... Περιμένει κάθε στιγμή να Του δώσουμε λίγο χώρο για να έρθει ξανά και πάλι να μας γιατρέψει. Να μας κατευθύνει και να μας αγιάσει. 

Τώρα, λοιπόν, σταμάτα να κλαις και ανάλαβε τα δικά σου σκοτάδια, Ιόλη, το δικό σου μερίδιο ευθύνης. Γιατί, ακόμα κι αν το πρόβλημα δεν ξεκινά από εμάς, αλλά, παρ’ όλα αυτά, μας ωθεί σε μιαν άσχημη συμπεριφορά, δεν σημαίνει ότι η λάθος αντίδρασή μας γίνεται αυτόματα η σωστή. Εξακολουθεί να είναι πάντα λάθος και η απόδειξη είναι ότι βαραίνει τη συνείδησή μας. 

Μετά κι από αυτές τις σκέψεις, η Ιόλη ένιωθε ένα βάρος ευθύνης να αναλογεί και στην ίδια. Ήθελε διακαώς να πάρει μίαν άφεση για τις φορές, που πίκρανε κι αυτή με τη σειρά της τη μητέρα ή τον πατέρα της, άλλοτε αθέλητα κι άλλοτε ηθελημένα, επιστρέφοντας το ίδιο σκληρά με εκείνους τα πυρά.

Όμως η πληγωμένη της καρδιά παρέμενε πονεμένη ακόμα. Το μυαλό συγχωρούσε, η καρδιά όμως πότε θα μπορούσε;...

Ωραία... Τα πήγες πολύ καλά με τη λογική σου ως τώρα, Ιόλη. Τα κατάλαβες, τα κατανόησες. Τι θα κάνεις από εδώ και πέρα;

Λες πως πίστεψες στην αιώνια ζωή και στους τρελούς, που υποστηρίζουν πως ό,τι θεωρείται για τους ανθρώπους αδύνατο για τον Θεό είναι δυνατό, τα πιο τρελά όνειρα αλήθεια, ο πόνος γιατρειά κι ο θάνατος ανάσταση...

Επιθυμείς στ’ αλήθεια να ζήσεις υπεράνθρωπα για να κερδίσεις το υπεράνθρωπο; Όπως έλεγε ο αγαπημένος σου άγιος Παΐσιος;...

Και τώρα πες μου, Ιόλη, τι θα πεις σαν δεις τον Χριστό;...

Θα Τον ακολουθήσεις; Θα επιλέξεις να πράττεις πέρα από τη λογική, να συνεχίζεις ακόμα κι όταν δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος; Να υπομένεις χωρίς να γογγύζεις, να συγχωρείς ακόμα κι όταν δεν σου ζητούν συγγνώμη;

Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να γράψει τίποτε. Η καρδιά της ψιθύριζε αβίαστα μια προσευχή: 

«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με. Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με. Κύριε, ο Θεός, συγχώρεσε τη μικρότητά μου και δως μου τη δύναμη να συγχωρήσω όσους με πίκραναν, από καρδιάς. Δώσε σε όλους μας μετάνοια και κάνε εκείνο, που Εσύ θες, με μένα, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται μόνο αυτό είχε νόημα ως τώρα. 

Από τότε, από την πρώτη προσευχή, που σου ζήτησα να πορευτώ σωστά... Τώρα το καταλαβαίνω. Όλα έγιναν ανάποδα στο θέλημά μου, αλλά με έφεραν εδώ. Θα μείνεις κοντά μου, Σε παρακαλώ; Μπορώ να μείνω κοντά Σου; Μόνο αυτό θέλω πια. Σε ευχαριστώ, Θεέ μου! Δεν Σου το είπα ποτέ ως τώρα»...


Δείτε σχετικά:




Στο τελείωμα της μέρας, πες μου, Ιόλη, τι θα
πεις σαν δεις τον Χριστό;...

Απόσπασμα από το βιβλίο της Αναστασίας Σουσώνη:

«Στο Τελείωμα της Μέρας»,
Εκδόσεις Θύρα.



Πηγή: Ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο εκδόσεων 



Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Τούτοι απόψε οι χαιρετισμοί, έξω από μια εκκλησία κλειστή....

Τούτοι απόψε οι χαιρετισμοί, έξω από μια εκκλησία κλειστή....

Ξεκίνησες το απόγευμα για τους χαιρετισμούς... Ήξερες ότι θα την βρεις κλειστή την εκκλησία. Σκεφτόσουν να τους ακούσεις από το ράδιο, αλλά κάτι σε έσπρωχνε να πας ως εκεί... 

Σε λίγο ήσουν έξω από τον ναό... Κοίταξες το ρολόι του κινητού. Ήταν ακριβώς 19:00. Η πόρτα της εκκλησίας κλειστή. Έσκυψες το κεφάλι κοντά με την ελπίδα να ακούσεις έναν ψαλμό... μια ευχή... τίποτα. 

Η θλίψη των ημερών δεν σε άφηνε να ηρεμήσεις. Η έκπληξη και η απορία για όσα συμβαίνουν... Κι ας τα ξερες από πριν... Κι ας το 'χες δει γραμμένο τόσες και τόσες φορές: Ότι προδόθηκε, ότι σταυρώθηκε, ότι χλευάστηκε, ότι υπέφερε... 

Δεν το χώραγε το μυαλό σου ότι επαναλαμβανόταν πάλι από την αρχή...

Και κάθε φορά που συλλογιζόσουν τα πάθη Του, που τα αναβίωναν άρχοντες κοσμικοί και εκκλησιαστικοί, κυβερνήσεις αντίχριστες και άθεες, δεν σταματούσες να φωνάζεις στον εαυτό σου: Υποκρίτρια!... 

Η επίσημη εκκλησία Τον παραδίδει πάλι στον Πιλάτο, μα πόσες φορές και συ δεν Tον πρόδωσες, πόσες φορές δεν κάρφωσες τα καρφιά Του πιο βαθειά, με τον τρόπο της ζωής σου, με τα πάθη σου, με την αμέλεια που δείχνεις για την σωτηρία σου;...



Η αλήθεια δεν κατέβαινε στο λαιμό σου. Σαν κόμπος που σε έπνιγε... Η αλήθεια που δε βγήκε προς τα έξω, ασφυκτιούσε τώρα μέσα σου και πνιγόσουν κι εσύ μαζί της...

Για να ησυχάσεις λίγο τη φωνή της συνείδησης που σε έκαιγε, έβγαλες την σύνοψη να διαβάσεις τους χαιρετισμούς. 

Με τον Δεσπότη και αρχιερέα Χριστό να σε κοιτάει από ψηλά, είπες χαμηλόφωνα το "Δι' ευχών"...

Δεν πρόλαβες να πεις πολλά...

"Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος"... μέχρι εκεί είχες φτάσει, όταν ένιωσες ξαφνικά να σου κόβονται τα πόδια. Ένα βάρος ξαφνικά να σε πιέζει στην καρδιά... Λύθηκες στο κλάμα... 

Θεέ μου Παντοκράτορα... τι 'ν τούτο πάλι;...

Κοίταξες γύρω σου... κανείς... 

"Καί λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί" και ένιωσες να ξεψυχάς... Το στόμα σου κουνιόταν, μα δεν έβγαινε λέξη... Κόμπιασες, έκανες να καταπιείς και ένιωσες δροσιά ανέκφραστη μέσα στο στόμα σου, που κατέβαινε μες την καρδιά σου!...

Ήσουν συγκλονισμένη, αλλά έκανες ότι δεν δίνεις σημασία. Μη δώσεις πάτημα στον πονηρό, που εξετάζει κινήσεις και διαθέσεις της στιγμής, για να σε περιπαίξει... 

Συνέχισες να διαβάζεις σαν να μην τρέχει τίποτα..

Και δώστου "Χριστού Βίβλον έμψυχον" και "Ἀδάμ ἐπανόρθωσις", και "Ρόδον αμάραντον" και "Αγνείας θησαύρισμα"... 

Μπέρδευες τα λόγια σου, τα χέρια σου έτρεμαν... 


"Ελέησον με ο Θεός" και δώστου κλάμα... "Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες" και κρατήθηκες από την εξωτερική κολώνα του ναού για να μην πέσεις... 

"Κύριε εισάκουσον την προσευχήν μου"... "Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχή μου"... και σείονταν τα μέσα σου... 

Σαν να κατέρρεε ο κόσμος γύρω σου, σαν να γινόταν πόλεμος και συ απλώς προσπαθούσες να κρατηθείς όρθια.

"Κοίτα τα χάλια σου, ούτε τους χαιρετισμούς δεν μπορείς να προσφέρεις σωστά στην Παναγία"... σκέφτηκες.

Μα συνέχισες... 

"Πιστεύω" και "Άξιον εστι", και "Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει"...

Οι λογισμοί σου σε κατέκλυσαν και η ανάγνωση σταμάτησε:

Θεέ μου γύρω μου ερημιά, ο κόσμος "κοιμάται". Ούτε αμάξια δεν περνούν, τα πάντα σα πεθαμένα. Γιατί τόσος θόρυβος μέσα μου; Γιατί τόση ταραχή;...

Σε προδώσαμε Χριστέ μου... Ιεράρχες, κληρικοί, λαϊκοί, οικογένειες, γονείς, παιδιά, πόλεις και χώρες ολάκερες, κοσμικοί άρχοντες, πλούσιοι και φτωχοί σε προδώσαμε Χριστέ μου... 

Κι οι λογισμοί κραύγαζαν εντός σου: Κοιμάται ο κόσμος!..

Σιγή νεκρική... 

Και σου θύμισε την εκκωφαντική σιωπή πριν την κατρακύλα... 

Την απόλυτη σιωπή πριν το βαρύγδουπο πέσιμο...

Την πνιγηρή σιγή πριν την μεγάλη πτώση...

Κι ενώθηκε η θλίψη σου με τα δάκρυα κι αυτά με την ανάγνωση: 

"Τους σους υμνολόγους Θεοτόκε", "Όρθρος φαεινός..." και "Ιλαστήριον του κόσμου"..."Εξέστη τα σύμπαντα", "Ισχύς και οχύρωμα"..."Τη Yπερμάχω "Στρατηγώ" και τα "Χαίρε"...

Πόσα χαίρε... Πόσα σταυροκοπήματα... Πόσο καρδιοχτύπι...


Δεν Τον αγαπάμε τον Υιό σου Παναγιά... Δεν Τον θέλουμε στις ζωές μας... Δεν παλεύουμε αρκετά γι ' Αυτόν...

Σιωπούμε... συναινούμε... είμαστε ένοχοι...

Και τα χέρια σου γύρισαν σελίδες πίσω και έπεσες πάνω στους στίχους:

"Νέαν έδειξεν κτίσιν"...

"Όλος ην εν τοις κάτω και των άνω ουδόλως απήν"...

και "Πάσα φύσις αγγέλων"...

Και ξάφνου ένιωσες συνωστισμό...

Σαν να σου φάνηκε ότι έξω από την κλειστή εκκλησία, σε αυτό το μικρο μπαλκονάκι του ναού, έγινε φοβερή κοσμοσυρροή, μεγάλο συναπάντημα... Έντονες παρουσίες...

Και Πάλι "Τη Υπερμάχω Στρατηγώ"... "Άσπιλε, αμόλυντε"... Και "Δός ημίν Δέσποτα"... και "Αγιε άγγελε των ψυχών και των σωμάτων ημών"... και "Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών"...

Και δώστου πλημμύρα χαράς και αγάπης...

Δώστου ελπίδα ξαφνική και πίστη ακράδαντη...

Ό,τι δηλαδή δεν είχες ποτέ, πήρε μεμιάς μορφή μες την καρδιά σου...

Και δώστου άνοιγμα καρδιάς, πλάτιασμα, ευρυχωρία, ανακούφιση, παρηγοριά, παράκληση, γλυκιά αδημονία...



"Κύριε των Δυνάμεων δεν είναι δικά μου όλα αυτά... Τα σα εκ των σων... Και τι να σου προσφέρω;... " σκέφτηκες...

"Γω τώρα ειδικά σε ξεπουλάω Κύριε, σου κλείνω την πόρτα Χριστέ μου. Και των ναών και της καρδιάς μου... Για να μη χάσω την άνεση, τη βόλεψή μου, την ζωούλα μου..." 

Μονολογούσες και σκούπιζες με την μπλούζα σου τα δάκρυά σου... 

Μα μια φωνή μέσα σου συνέχιζε να διαβάζει: "Ύμνος άπας ηττάται συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τω πλήθει των πολλών οικτιρμών Σου"... και "ουδέν τελούμεν άξιον, ων δέδωκας ημίν"... 

Οι χαιρετισμοί έφταναν στο τέλος τους... Είχε έρθει η ώρα για να φύγεις... 

Μα πώς; Δεν ξεκόλλαγαν τα πόδια! Είσαι με τα καλά σου; σκέφτηκες... 

Μόνη σου εδώ τι θα κάνεις; Στο μπαλκόνι, στη βεράντα του ναού;... Νύχτωσε. Δεν βλέπεις γύρω σου;...

Μα όλη η ύπαρξη σου αρνιόταν πεισματικά να απομακρυνθεί από τον Πλάστη Της. 

Και θυμήθηκες εκείνο το "Aν ξέραμε πόση ευλογία υπάρχει την ώρα της Θ. Λειτουργίας στον Ναό, θα μαζεύαμε και την σκόνη από κάτω, για να πλύνουμε το πρόσωπό μας" και κοίταξες τα πόδια σου.

Συγκλονίστηκες...

"Πατάω χώμα άγιο" ψέλλισες... 

Και σήκωσες το βλέμμα σου στην πόρτα την κλειστή, και η σκέψη σου μεμιάς διαπέρασε τους τοίχους κι έφτασε στην Αγία Τράπεζα...


Η φαντασία σου ζωντάνεψε το ιερό, τα λείψανα τα άγια, τις σεπτές εικόνες, τους αγίους που είναι μέσα.

Τους ένιωσες μέσα στην εκκλησιά ολοζώντανους, με αίμα να ρέει ζεστό βαθειά στις φλέβες τους...

...να βγαίνουν λέει από το ξύλο και να κινούνται αέρινα προς την πόρτα του ναού, από την μέσα πλευρά!... 

Και συ ανεπαίσθητα έσκυψες έξω από την πόρτα, για να τους βάλεις μετάνοια...

Να πιάσεις το ράσο τους το ευλογημένο και πολύμοχθο...

Να χαϊδέψεις τα μάτια αυτά, που δεν χόρτασαν ύπνο...

Να ακουμπήσεις το στόμα εκείνο το σεπτό, που δοξολογούσε αδιάλειπτα και υπέμενε με χαρά τα πάθη... 

Που πέταγε σπίθες ζεστές, όταν άνοιγε, για να ομολογήσει Χριστό, όταν Εκείνος διωκόταν...

Σας προδώσαμε άγιοι του Θεού... Σας προδώσαμε ως κράτος, ως χώρα, ως Έθνος, ως Εκκλησία, ως ψυχές, ως άνθρωποι...

Συγνώμη άγιοι...

Συγνώμη Χριστέ μου...

Σας προδίδουμε. Όλες αυτές τις μέρες, τις ώρες, τις βδομάδες, γιατί δεν αντιδράμε. 

Γιατί υπακούμε τυφλά σε κυβερνήσεις και εκκλησιαστικές ηγεσίες... 

χάριν της πολιτικής ορθότητας, 

χάριν της κοινωνικής ευταξίας, 

χάριν της εθνικής συνοχής, 

χάριν της ατομικής προστασίας,

χάριν του γενικου καλού, 

χάριν της δημόσιας υγείας, 

χάριν της εκκλησιαστικής ενότητας, 

χάριν της αδιάκριτης υπακοής... 

Προδώσαμε τους αγώνες, τα αίματα που χύσατε, το μαρτύριο σας, τους λόγους σας...

"Εδώ παιδί μου είμαστε"... σε κεραυνοβόλησε μια σκέψη!... 


Τρόμαξες! Δεν μπορεί σκέφτηκες! Ο πονηρός σε κοροϊδεύει...

Και τότε τις είδες!... Τις είδες αληθινά! Και μη που πεις πως πιότερο αληθινά είναι τα σάρκινα απ' τα πνευματικά τα μάτια!... 

Τις είδες με τα μάτια της ψυχής... 

Τις ένιωσες να παίρνουν μορφή οι πόνοι και οι κόποι τους. 


Είδες τις άγιες τις ψυχές ξαφνικά εμπρός σου!... 

Πήραν μορφή μέσα από την σκέψη σου και την φαντασία σου. 

Τις είδες όμως, όχι όπως τις προσκυνάμε στις ιερές εικόνες: Αγιογραφημένες, λεβέντικες, με ίσιες κορμοστασιές, με τα όμορφα, πορφυροβαμμένα, βασιλικά, αρχοντικά τους ράσα...

Όχι!... Δεν ήταν έτσι!... 

Τις είδες, όπως ήταν στην επίγεια ζωή τους!... Με τα ιερά τους τραύματα και παθήματα χαραγμένα πάνω στις ψυχές τους!...

Και φώναζε η μορφή τους βροντερά... Σε κούφαινε σαν κραυγή δυνατή μες τα σωθικά σου... 

Τα μάτια σου πλημμύρισαν από την αλήθεια τους... Θαμπώθηκες από τη Χάρη τους... Ντράπηκες από την πολλή σου αναξιότητα... 

Απόρησες από το πλήθος των χαρισμάτων τους, που ακτινοβολούσαν στα βλέμματά τους... 

Κόπηκε η ανάσα σου από συντριβή... Λύγισαν τα γόνατα από την αμαρτωλότητά σου... 



Είδες ράσα φθαρμένα... Είδες πρόσωπα, ισχνά, αδύνατα, βαθουλωμένα. 

Πρόσωπα που έλαμπαν με φως ιλαρό, μα με μάτια υγρά σκεπτικά, θλιμμένα. 

Είδες σκαμμένα μάγουλα, ροδαλά μα και ρυτιδιασμένα...

Είδες χέρια και πόδια γεμάτα ουλές, παραμορφωμένα, κομμένα... 

Είδες σώματα καμένα μα άφθαρτα, που μυροβλύζαν αγιότητα...

Είδες βλέμματα γεμάτα συμπάθεια, σπλαχνικά, φιλάνθρωπα, μα και θλιμμένα, απορημένα... 

Είδες πρόσωπα οικεία... 

Είδες αγίους, που επικαλείσαι μια ζωή... 


Και φώναζε η μορφή τους, φλυαρούσαν τα τραύματα και οι πληγές, κραύγαζε η ταλαιπώρια των σωμάτων και η σωφροσύνη των ψυχών... 

Κι έγραφε ακούραστα η πένα της ψυχής τους, λόγια σωστικά μέσα στα σωθικά σου...

Και σου περιέγραφαν εντός σου, οι αναστάσιμες μορφές των αγίων Πατέρων:



Ξέρεις τι είναι να είσαι λεπρός και να μην εξουσιάζει η λέπρα τη ζωή σου; 

Ξέρεις τι είναι να είσαι με κομμένη γλώσσα, μα να ομολογείς Χριστό αδιάλειπτα; 

Ξέρεις τι είναι να είσαι τυφλός, μα να βλέπεις το Θεό; 

Ξέρεις τι είναι να κόβονται τα μέλη σου, να είσαι ακρωτηριασμένος, μα να είσαι θεραπευμένο μέλος του σώματος του Χριστού;

Ξέρεις τι είναι να έχει το σώμα σου καρκίνο, μα η ψυχή σου να είναι οδοδείχτης για την πνευματική υγεία των αδερφών;

Ξέρεις τι είναι να είναι το σώμα σου καμένο, καρβουνιασμένη η σάρκα σου, και η ψυχή σου να αναδίδει την δρόσο και τις σταλαγματιές της Θείας Χάριτος;

Ξέρεις τι είναι να είσαι κωφός και η ψυχή σου να συναγάλλεται με τους αγγέλους, μες τις ψαλμωδίες των Σεραφείμ και των Χερουβείμ; 

Να ακούει η ψυχή σου χωρίς τ' αυτιά τα σάρκινα, τα χαίρε τα ακατάπαυστα;

Τα αλληλούια τα χερουβικά; 

Τα "Άγιος ο Θεός" και τα αμήν τα μελίρρυτα;

Όχι δεν ξέρω, σκέφτηκες. Μα να που όλα όσα δεν ήξερες, δεν είχες ποτέ σου συλλογιστεί, αγνοούσες και παραμέριζες, ζώντας σαρκικά και κοσμικά, ήρθαν και έσκασαν μπρος στα μάτια σου ξαφνικά και απροκάλυπτα...

Και σαν να μην έφταναν, όσα σου αποκαλύπτονταν κείνη την ώρα, στο πτωχό σου μυαλουδάκι, ήρθε και σύσσωμη η φωνή των αγίων που είχες μπροστά σου να σε αποστομώσει:

"Φυλάμε τα άγια παιδί μου... Τα νοερά άγια... Τις άγιες ψυχές... Τον άγιο νοερό ναό του Κυρίου... Το σώμα της εκκλησίας..."

"Μετανοήστε παιδί μου... 

Ετοιμάζεστε κάθε ώρα και στιγμή...

Ο Κύριος ποθεί ψυχές φλεγόμενες... 

Μη φοβάσθε τους άρχοντες...

Φυλάξτε την Αλήθεια και θα σας φυλάξει Κύριος ο Θεός..." 

Και σου ήρθε λιγοθυμιά, έτσι όπως ήσουνα σκυφτή... 

Και έκλαιγες για ώρα και έκλαψες πολύ... Κείνο το κλάμα το γλυκόπικρο... της αναστάσιμης θλίψης και της πένθιμης χαράς...

Και η χαρμολύπη του Χριστού φύσηξε άνεμο δυνατό κι όλος ο πόνος και η θλίψη των ημερών φτερούγισαν μακριά από μέσα σου...


Φυλάτε εμάς, εσείς, άγιοι του Θεού;

Φυλάτε εμάς, που το μόνο που φυλάμε, είναι η ζωούλα μας;"

Την άχαρη και άψυχη και αχρωμάτιστη ζωή χωρίς εσάς... Χωρίς Χριστό... Χωρίς την Προστασία τη Φοβερά...

Φυλάτε εμάς, που σας προδίδουμε κι όμως συνεχίζουμε να λέμε: Φύλα μας Παναγιά;...

Που ακόμα σκεφτόμαστε: Έχει ο Θεός... Θα μας φυλάξει ο Θεός... 

Πώς το κάνετε αυτό άγιοι, παρ' όλη την έμπρακτη απιστία μας;

Και αναρωτήθηκες συντετριμμένη: Γιατί μένεις βουβή; Για πόσο ακόμη;...

Και έκλαψες με αναφιλητά, γιατί ήξερες τις απαντήσεις...

Και μετά σιωπή... Και ήσουν πάλι μόνη... Εκκωφαντικά μόνη...

Το κεφάλι σου βούιζε, σαν να έμεινες εντελώς μόνη σου ξαφνικά... Σαν να άδειασε ολάκερος ο κόσμος γύρω σου... 

Σαν να είχε εκλείψει το είδος το ανθρώπινο. Σαν να ήταν ακατοίκητος ο πλανήτης... 

Μα όχι σκέφτηκες... Είναι όλα εκεί... Όλα τα αληθινά είναι ζωντανά. Τα σεμνά, τα ταπεινά, τα άγια... 

Κι ο εαυτός σου σε μάλωνε: Μετανόησε, εξομολογήσου, μην καθυστερείς και ο αόρατος κόσμος του Χριστού θα ξαναζωντανεύει πάντα...


Μα όταν ηχήσουν πάλι οι καμπάνες... Όταν γεμίσουν πάλι οι ναοί...

Όταν μπεις πάλι μέσα στον Ναό, να μην ξεχάσεις ποτέ εκείνο το πώς και το γιατί και το για πόσο...

Πριν μπεις πάλι μέσα στον Ναό, μην ξεχάσεις να ξεκαθαρίσεις μέσα σου:

Γιατί Τον αγαπάς; 

Πώς Τον αγαπάς;

Για πόσο θα Τον αγαπάς; 

Είναι εκεί... Είναι πάντα εκεί... Δίπλα σου... Ζωντανός... 

Θες να Τον δεις ψυχή μου; 

Ξύπνα... 

Αντίδρασε... 

Μετανόησε... 

Υπερασπίσου τις άγιες ψυχές, που "στήνουν πλάτη" ανάμεσα σε σένα και τους δαίμονες καθημερινά...

Που φυλάνε για σένα "Θερμοπύλες"...

Να αμυνθείς τα άγια!... Τα ιερά! Την πίστη την ζωντανή που σε καλεί!

Το σφράγισμα, το χρίσμα, τη δωρεά του αγίου πνεύματος που έλαβες!...

Μη σιωπάς... 

Μη σκύβεις το κεφάλι... 

Τούτοι απόψε οι χαιρετισμοί έξω από μια εκκλησία κλειστή, αποκάλυψη μεγάλη... 

Ζει Κύριος ο Θεός... 

Με την παντοδυναμία Του, σπάει με ορμή πάνω στα βράχια της αγνωσίας μας, κάθε τι δήθεν κι υποκριτικό... 

Και με τις παιδαγωγίες Του, μας καλεί να έρθουμε σε επίγνωση, σε αυτογνωσία... 

Χαίρε Θεοτόκε Παρθένε και Συ και ο Υιός Σου ο Μονογενής... Για πάντα χαίρε...

Τούτοι απόψε οι χαιρετισμοί, έξω από μια εκκλησία κλειστή....

Λαμπρινή Παπαποστόλου για Λόγος Φωτός



Share this

Εναλλακτικές αναρτήσεις

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...