του πατρός Δημητρίου Μπόκου
(Πώς η έμπονη ευχή με την καθοδήγηση του πνευματικού πατέρα δρουν
μυστικά στις ψυχές των άλλων, αλλάζοντας
καταλυτικά την ροή των γεγονότων.)
Ὁ ὁδηγὸς ἀνέβηκε σβέλτα στὴ θέση του καὶ ἔβαλε μπρὸς τὴ μηχανή. Οἱ τελευταῖοι ἐπιβάτες ἀνέβηκαν βιαστικά, βάλθηκαν νὰ ψάχνουν τὶς θέσεις τους. Προπαραμονὴ Χριστουγέννων, ἡ κίνηση στὸ ζενίθ. Ἔσκυψε νὰ σηκώσει τὴ βαλίτσα της, μὰ ὁ ἄντρας της τὴν πρόλαβε. Τὴν τακτοποίησε στὸν χῶρο τῶν ἀποσκευῶν καὶ γύρισε κεφάτος κοντά της.
– Ἄντε λοιπόν, καλό σου ταξίδι, τῆς χαμογέλασε ἀποχαιρετώντας την. Σὲ λίγο πάλι ραντεβοῦ ἐδῶ.
Χαμογέλασε κι ἐκείνη μὲ τὸ ζόρι, ἀντάλλαξαν ἕνα βιαστικό, ψυχρὸ φιλὶ κι ἀνέβηκε στὴ θέση της. Ἔφευγε γιὰ τὴν Ἀθήνα ἐκτάκτως. Γιὰ δυὸ μέρες μονάχα. Νὰ δώσει ἕνα χέρι βοήθειας στὴν κόρη τους, ποὺ ἔμπαινε γιὰ μιὰ μικρο-ἐπέμβαση στὸ νοσοκομεῖο. Τίποτε ἀνησυχητικό, θά ’βγαινε αὐθημερόν, μὰ κάποιος ἔπρεπε νὰ κρατήσει τὰ μικρά, ὥσπου νὰ ξανάρθει ἡ μάνα τους.
Τὸ μεγάλο λεωφορεῖο ξεκίνησε. Πρὶν στρίψουν γιὰ τὸν μεγάλο δρόμο, εἶδε ξανὰ μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ της τὸν ἄντρα της. Τῆς κούνησε τὸ χέρι του. Κούνησε κι ἐκείνη ἐλαφρὰ μὰ ἀνόρεχτα τὸ κεφάλι της. Μιὰ μελαγχολικὴ διάθεση τὴν πλημμύριζε.
Μὲ τὸ ποὺ χάθηκε τὸ λεωφορεῖο ἀπ’ τὰ μάτια του, ὁ ἄντρας ἔβγαλε τὸ κινητό. Ἔψαξε τὴ λίστα μὲ τὰ νούμερα, ἔκανε μιὰ κλήση.
– Εἶμαι ἐλεύθερος! εἶπε εὔθυμα, καθὼς ἄνοιξε ἡ γραμμή. Τί θά ’λεγες γιὰ τὸ βραδάκι στὶς ὀκτώ;
– Ὀκέυ. Στὸ γνωστὸ σημεῖο ἀπόψε στὶς ὀκτώ, ἀπάντησε λακωνικὰ μιὰ γυναικεία φωνὴ καὶ ἔκλεισε βιαστικὰ ἡ γραμμή.
Ἔτριψε τὰ χέρια χαρούμενος. Ὅλα τοῦ ’ρχόντουσαν βολικά. Τὸ ἔκτακτο ταξιδάκι τῆς γυναίκας του ἦταν λαχεῖο ἀπρόσμενο. Σχεδὸν δυὸ μεροῦλες ἐλεύθερος μὲ τὸ τελευταῖο αἰσθηματάκι του δὲν ἦταν καὶ λίγο. Θὰ εἶχαν ὅλη τὴν ἄνεση καὶ τὸν χρόνο δικό τους. Ἀπίθανα!
Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ ρολόι του. Ἦταν ἀκόμα πέντε. Εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ πάει σπίτι νὰ φρεσκαριστεῖ λιγάκι. Μὲ ἀπογειωμένη τὴ διάθεση καὶ τὴν καρδιά του νὰ πεταρίζει σὰν εἰκοσάχρονος, χώθηκε στὸ ἁμάξι καὶ πάτησε τὸ γκάζι σφυρίζοντας. Πόσο ἔξυπνα τὰ βόλευε ὅλα!...
Ὁ γκρίζος Δεκέμβρης ἔφερε τὶς πρῶτες σταγόνες στὸ μεγάλο παρμπρίζ. Ὁ ὁδηγὸς ἔβαλε μπρὸς τοὺς ὑαλοκαθαριστῆρες. Οἱ σιγανὲς κουβέντες τῶν ἐπιβατῶν βομβοῦσαν στ’ αὐτιά της, μὰ ἡ γυναίκα ἔβλεπε ἀφηρημένη ἀπὸ τὸ τζάμι. Τὸ λεωφορεῖο ἦταν γεμάτο καὶ πνικτικό. Τὸ φῶς λιγόστευε γρήγορα καὶ τὸ τοπίο γινόταν ὅλο καὶ θολότερο. Ὁ ὁδηγὸς ἄναψε τὰ μικρὰ φῶτα πορείας. Ἔνοιωσε νὰ πνίγεται περισσότερο. Τὸ σκοτάδι δὲν τὴν πολιορκοῦσε μόνο ἀπ’ ἔξω, εἰσορμοῦσε καὶ μέσα της...
Ἀπὸ καιρὸ τώρα εἶχε ἀντιληφθεῖ τὶς ὕποπτες κινήσεις τοῦ ἄντρα της καὶ τὰ φίδια τὴν ἔζωσαν ἀπὸ παντοῦ. Προσπάθησε νὰ παραμείνει ὅσο πιὸ ψύχραιμη μποροῦσε. Δὲν τοῦ ἔκαμε νύξη ποτὲ γιὰ τίποτε. Δὲν εἶχε παράπονο βέβαια πὼς δὲν τὴν πρόσεχε, μὰ κατάλαβε, σιγουρεύτηκε σχεδόν, πὼς ἔτρεχε καὶ κάτι ἄλλο παράλληλα. Πάλεψε νὰ μὴν καταρρεύσει ἀπὸ τὸ σόκ, μὰ ἔχασε κάθε ἐμπιστοσύνη στὸν ἄντρα της. Ὅλα μέσα της ἀναποδογύρισαν. Ἔνοιωσε προδομένη καὶ ἡ πίκρα τὴ διαπότισε ὣς τὰ κατάβαθα.
Καὶ τώρα διαισθανόταν μὲ ἀκρίβεια τί θὰ συνέβαινε στὴν ἀπουσία της. Δὲ σκέφτηκε ποτὲ φυσικὰ νὰ τὸν ἀστυνομεύσει καὶ οὔτε τὸ ἤθελε, μάντευε ὅμως καθαρὰ τὶς κινήσεις του. Καταλάβαινε πολὺ καλὰ ὅτι τοῦ ἄφηνε μὲ τὸ ταξίδι της ἐλεύθερο τὸ πεδίο γιὰ δράση. Τί λοιπὸν κι ἂν ἔρχονταν σὲ δυὸ μέρες Χριστούγεννα; Γιατί νὰ γυρίσει πίσω καὶ γιὰ ποιόν;
Οἱ ζοφερὲς σκέψεις ἔφεραν πόνο στὸ κεφάλι της καὶ σφίξιμο στὴν καρδιά. Τὰ μάτια της γέμισαν ξαφνικὰ δάκρυα. Φοβήθηκε πὼς θὰ γίνει ἀντιληπτὴ ἀπ’ τὸν συνεπιβάτη της καὶ ἔστρεψε ὅσο μποροῦσε τὸ πρόσωπό της πρὸς τὸ τζάμι. Ἀμήχανη ἄνοιξε τὴν τσάντα της, ἀναζήτησε τὸ κινητό της. Προσποιήθηκε πὼς θὰ τηλεφωνήσει γιὰ νὰ κρύψει τὴν ταραχή της. Ψαχούλεψε μὲ τρεμάμενα δάχτυλα τὰ πλῆκτρα, ἡ ὀθόνη φωτίστηκε, μὰ ποιὸν νὰ πάρει καὶ μὲ τί διάθεση νὰ μιλήσει;
Ἀπρόσκλητη τότε καὶ ξαφνικὴ μὲς στὸ θολό της βλέμμα καὶ στὸ σκοτεινιασμένο της μυαλὸ ξεφύτρωσε ἡ μορφὴ τοῦ γέροντα πνευματικοῦ της, ποὺ ἐδῶ καὶ τρία χρόνια εἶχε ἀναπαυθεῖ. Ἐνόσῳ ζοῦσε, ἔτρεχε κοντά του πάντα σὲ κάθε της πρόβλημα. Μὰ τώρα;
Σὰν νὰ τὴν ἔσπρωξε ἀνεξήγητη παρόρμηση, σχημάτισε αὐθόρμητα ὅπως παλιὰ τὸ νούμερό του κι ἔφερε τὸ τηλέφωνο στ’ αὐτί. Ἕνας λυγμὸς βαθὺς καὶ σιγανός, παρὰ φωνή, βγῆκε πνιχτὰ ἀπ’ τὸ λαρύγγι της:
– Βοήθησέ με, ἀγαπημένε μου γέροντα! Χάνομαι! Δεῖξε μου τό δρόμο! Ἡ νύχτα μέ καταπίνει!...
– Γιατί κλαῖς, καλή μου; Ποιόν ζητᾶς; ἀντήχησε ἀμέσως μιά ζεστή βελούδινη φωνή στ’ αὐτί της, μά πιότερο τήν ἄκουσε μές στήν καρδιά της.
Πάγωσε ὁλόκληρη. Ποιὸς τῆς μιλοῦσε; Ὁ γέροντας πνευματικός της; Μὰ δὲν ζοῦσε πιά. Πῶς γίνεται νὰ ἀπαντᾶ στὴν κλήση της; Μὴν ἔπαθε παράκρουση; Κοίταξε μὲ μάτια διεσταλμένα τὸ τηλέφωνο. Στὴ φωτεινὴ ὀθόνη του λαμπύριζε μὲ χρώματα θεσπέσια ὄχι τὸ νούμερο ποὺ κάλεσε, μὰ ἡ γαλήνια μορφὴ τοῦ γέροντα, ὅπως τὴν ἤξερε πάντοτε...