Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταθανάτιες εμπειρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταθανάτιες εμπειρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

Σ' αγαπώ, γιατί μου μοιάζεις... ~ Όσιος γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης


Σ΄αγαπώ, γιατί μου μοιάζεις..

Ο παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης έλεγε στον πατέρα Ευάγγελο Παπανικολάου, και πριν και μετά την χειροτονία του πατρός Ευαγγέλου:

«Η δουλειά του παπά είναι να διαβάζει ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ειδικά των κεκοιμημένων. Οι ζωντανοί όλο και κάποιον θα βρουν να του πουν τον πόνο τους, όλο και κάποιος θα τους στηρίξει έστω λίγο. Στην άλλη ζωή όλοι είναι εν μετανοία, αλλά δεν μπορούν οι ίδιοι να κάνουν τίποτα. Δουλειά του παπά, είναι να μνημονεύει ονόματα κεκοιμημένων στην Προσκομιδή».

«Μια φορά», έλεγε ο παπά-Εφραίμ, «κοιμήθηκε ένα καλογέρι μου. Είδα κατόπιν ότι το καλογέρι δεν είχε πάει σε καλό μέρος… Έκανα λοιπόν μεγάλη προσευχή για την ψυχή του καλογεριού μου.

Το βράδυ εμφανίζεται ο Χριστός και μου λέει:

«Σταμάτα να προσεύχεσαι για το καλογέρι σου, γιατί αυτός έχει τελειώσει».

Ο παπα-Εφραίμ, τίποτα. Συνέχιζε ακάθεκτος τις προσευχές και τα κομποσχοίνια και τη μνημόνευση του καλογεριού του στην Προσκομιδή.

Του εμφανίζεται ξανά ο Χριστός μας και του λέει:

«Σε παρακαλώ, σταμάτα να τον μνημονεύεις. Αυτός δεν θα αλλάξει μέρος».

Ο παπα-Εφραίμ συνέχιζε την προσευχή για το καλογέρι, του οποίου η ψυχή δεν είχε πάει στον Παράδεισο. Έρχεται ο Χριστός μας για τρίτη φορά στον παπα-Εφραίμ και του λέει:

«Σ΄αγαπώ, γιατί μου μοιάζεις! Το καλογέρι σου δεν αξίζει ό,τι ζητάς, αλλά θα γίνει, επειδή μου μοιάζεις!».

Σ΄αγαπώ, γιατί μου μοιάζεις..
Από ομιλία του πατρός Ευαγγέλου Παπανικολάου για τον 
όσιο γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη. 



Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Τρώνε οι φτωχοί και χορταίνουν οι κεκοιμημένοι...

Οι κεκοιμημένοι συγγενείς μας ωφελούνται από τις ελεημοσύνες μας.

Κάποιος κτυπάει τήν πόρτα της. Βγαίνει νά δῆ. Ἄ, ἡ κυρά Μαρία! Eἶναι μία ἀπ᾽ τίς γιαγιάδες πού ζητιανεύουν.

—Κόπιασε μέσα, κυρά-Μαρία, κάθησε.

Ἡ γυναίκα κάθησε στόν πάγκο.

—Νά σοῦ ψήσω ἕνα καφέ, μά τί καφέ! Ἀπό καβουρδισμένα καί ἀλεσμένα κουκούτσια χαρουπιοῦ. Ἔχει καί λιγουλάκι ἀληθινό μέσα.

Σέ λίγο ὁ παράξενος καφές εἶναι ἕτοιμος. Ἔχει καί λίγες ἐλίτσες καί παξιμάδια ἀπό κουραμάνα. Ἡ γυναίκα ἤπιε τόν καφέ καί ἔφαγε μέ ὅρεξι. Εἶπε χίλια “φχαριστῶ” καί ἔφυγε. 

Ἡ Πελαγία βάλθηκε νά κάνη τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ. Τό μεσημέρι ἔνιωσε κουρασμένη καί ξάπλωσε. Τά βλέφαρα βάρυναν καί ἀποκοιμήθηκε. Στόν ὕπνο της εἶδε ὅτι εἶχε βγεῖ ἔξω καί συνάντησε κάπου τό μακαρίτη τόν ἄνδρα της.

—Ποῦ πᾶς, Μανώλη μου; Δέν θά ᾽ρθης στό σπίτι νά φᾶς;

—Ὄχι, γυναίκα, εἶμαι χορτάτος. Πέρασα ἀπ᾽ τό σπίτι, ἤπια τόν καφέ ἀπό κουκουτσάλευρο καί ἔφαγα τό παξιμάδι μέ τίς ἐλιές. Εἶμαι πλήρης!... (...)

Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί ἄλλη φορά.

Εἶναι περασμένες τρεῖς τό μεσημέρι. Ἡ Ἀθηνά κοιμᾶται στό ντιβάνι τοῦ μεσαίου δωματίου. Στόν ὕπνο της εἶδε τήν πεθαμένη ἀδελφή της, τήν Ἀντιγόνη.

—Ἀθήνα, τί ὡραῖο πού εἶναι τό σπανακόρυζο, πού μαγείρεψε ἡ μαμά! Μοῦ σέρβιρε ἕνα βάθυ πιάτο. Ἔφαγα καί φχαριστήθηκα.

Πετάχτηκε ἀπ᾽ τό κρεββάτι ἡ Ἀθηνά καί ἔτρεξε ἀμέσως νά πῆ τό ὄνειρο στή μάνα της. Ἀνοίγει τήν πόρτα τοῦ διπλανοῦ δωματίου καί τά ᾽χασε! 

Μία ζητιάνα καθισμένη στόν πάγκο εἶχε μπροστά της ἕνα βαθύ πιάτο σπανακόρυζο, πού μόλις ἄδειαζε!...

Τρώνε οι φτωχοί και χορταίνουν οι κεκοιμημένοι...
Οι κεκοιμημένοι συγγενείς μας ωφελούνται 
από τις ελεημοσύνες μας.



Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Η δύναμη της ευχής. (Χριστουγεννιάτικη ιστορία αγάπης).

του πατρός Δημητρίου Μπόκου

(Πώς η έμπονη ευχή με την καθοδήγηση του πνευματικού πατέρα δρουν 
μυστικά στις ψυχές των άλλων, αλλάζοντας 
καταλυτικά την ροή των γεγονότων.)

Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε σβέλ­τα στὴ θέ­ση του καὶ ἔ­βα­λε μπρὸς τὴ μη­χα­νή. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἐ­πι­βά­τες ἀ­νέ­βη­καν βι­α­στι­κά, βάλ­θη­καν νὰ ψά­χνουν τὶς θέ­σεις τους. Προ­πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ κί­νη­ση στὸ ζε­νίθ. Ἔ­σκυ­ψε νὰ ση­κώ­σει τὴ βα­λί­τσα της, μὰ ὁ ἄν­τρας της τὴν πρό­λα­βε. Τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸν χῶ­ρο τῶν ἀ­πο­σκευ­ῶν καὶ γύ­ρι­σε κε­φά­τος κον­τά της.

– Ἄν­τε λοι­πόν, κα­λό σου τα­ξί­δι, τῆς χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας την. Σὲ λίγο πάλι ραν­τε­βοῦ ἐ­δῶ.

Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ζό­ρι, ἀν­τάλ­λα­ξαν ἕ­να βι­α­στι­κό, ψυ­χρὸ φι­λὶ κι ἀ­νέ­βη­κε στὴ θέ­ση της. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­θή­να ἐ­κτά­κτως. Γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες μο­νά­χα. Νὰ δώ­σει ἕ­να χέ­ρι βο­ή­θειας στὴν κό­ρη τους, ποὺ ἔμ­παι­νε γιὰ μιὰ μι­κρο-ἐ­πέμ­βα­ση στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τί­πο­τε ἀ­νη­συ­χη­τι­κό, θά ’βγαι­νε αὐ­θη­με­ρόν, μὰ κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὰ μι­κρά, ὥ­σπου νὰ ξα­νάρ­θει ἡ μά­να τους.

Τὸ με­γά­λο λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­κί­νη­σε. Πρὶν στρί­ψουν γιὰ τὸν με­γά­λο δρό­μο, εἶ­δε ξα­νὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ της τὸν ἄν­τρα της. Τῆς κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του. Κού­νη­σε κι ἐ­κεί­νη ἐ­λα­φρὰ μὰ ἀ­νό­ρε­χτα τὸ κε­φά­λι της. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ δι­ά­θε­ση τὴν πλημ­μύ­ρι­ζε.

Μὲ τὸ ποὺ χά­θη­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­π’ τὰ μά­τια του, ὁ ἄν­τρας ἔ­βγα­λε τὸ κι­νη­τό. Ἔ­ψα­ξε τὴ λί­στα μὲ τὰ νού­με­ρα, ἔ­κα­νε μιὰ κλή­ση.

– Εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρος! εἶ­πε εὔ­θυ­μα, κα­θὼς ἄ­νοι­ξε ἡ γραμ­μή. Τί θά ’λε­γες γιὰ τὸ βρα­δά­κι στὶς ὀ­κτώ;

– Ὀ­κέ­υ. Στὸ γνω­στὸ ση­μεῖ­ο ἀ­πό­ψε στὶς ὀ­κτώ, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κὰ μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ καὶ ἔ­κλει­σε βι­α­στι­κὰ ἡ γραμ­μή.

Ἔ­τρι­ψε τὰ χέ­ρια χα­ρού­με­νος. Ὅ­λα τοῦ ’ρχόν­του­σαν βο­λι­κά. Τὸ ἔ­κτα­κτο τα­ξι­δά­κι τῆς γυ­ναί­κας του ἦ­ταν λα­χεῖ­ο ἀ­πρό­σμε­νο. Σχεδὸν δυ­ὸ με­ροῦ­λες ἐ­λεύ­θε­ρος μὲ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο αἰ­σθη­μα­τά­κι του δὲν ἦ­ταν καὶ λί­γο. Θὰ εἶ­χαν ὅ­λη τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὸν χρό­νο δι­κό τους. Ἀ­πί­θα­να!

Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του. Ἦ­ταν ἀ­κό­μα πέν­τε. Εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ πά­ει σπί­τι νὰ φρε­σκα­ρι­στεῖ λι­γά­κι. Μὲ ἀ­πο­γει­ω­μέ­νη τὴ δι­ά­θε­ση καὶ τὴν καρ­διά του νὰ πε­τα­ρί­ζει σὰν εἰ­κο­σά­χρο­νος, χώ­θη­κε στὸ ἁ­μά­ξι καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι σφυ­ρί­ζον­τας. Πόσο ἔξυπνα τὰ βόλευε ὅλα!...

Ὁ γκρί­ζος Δε­κέμ­βρης ἔ­φε­ρε τὶς πρῶ­τες στα­γό­νες στὸ με­γά­λο παρ­μπρίζ. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­βα­λε μπρὸς τοὺς ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στῆ­ρες. Οἱ σι­γα­νὲς κου­βέν­τες τῶν ἐ­πι­βα­τῶν βομ­βοῦ­σαν στ’ αὐ­τιά της, μὰ ἡ γυ­ναί­κα ἔ­βλε­πε ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ τζά­μι. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἦ­ταν γε­μά­το καὶ πνι­κτι­κό. Τὸ φῶς λι­γό­στευ­ε γρή­γο­ρα καὶ τὸ το­πί­ο γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ θο­λό­τε­ρο. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἄ­να­ψε τὰ μι­κρὰ φῶ­τα πο­ρεί­ας. Ἔ­νοι­ω­σε νὰ πνί­γε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ σκο­τά­δι δὲν τὴν πο­λι­ορ­κοῦ­σε μό­νο ἀ­π’ ἔ­ξω, εἰ­σορ­μοῦ­σε καὶ μέ­σα της...

Ἀ­πὸ και­ρὸ τώ­ρα εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ τὶς ὕ­πο­πτες κι­νή­σεις τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὰ φί­δια τὴν ἔ­ζω­σαν ἀ­πὸ παν­τοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ πα­ρα­μεί­νει ὅ­σο πιὸ ψύ­χραι­μη μπο­ροῦ­σε. Δὲν τοῦ ἔ­κα­με νύ­ξη πο­τὲ γιὰ τί­πο­τε. Δὲν εἶ­χε πα­ρά­πο­νο βέ­βαι­α πὼς δὲν τὴν πρό­σε­χε, μὰ κα­τά­λα­βε, σι­γου­ρεύ­τη­κε σχε­δόν, πὼς ἔ­τρε­χε καὶ κά­τι ἄλ­λο πα­ράλ­λη­λα. Πά­λε­ψε νὰ μὴν κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ τὸ σόκ, μὰ ἔ­χα­σε κά­θε ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἄν­τρα της. Ὅ­λα μέ­σα της ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σαν. Ἔ­νοι­ω­σε προ­δο­μέ­νη καὶ ἡ πί­κρα τὴ δι­α­πό­τι­σε ὣς τὰ κα­τά­βα­θα.

Καὶ τώ­ρα δι­αι­σθα­νό­ταν μὲ ἀ­κρί­βεια τί θὰ συ­νέ­βαι­νε στὴν ἀ­που­σί­α της. Δὲ σκέ­φτη­κε πο­τὲ φυ­σι­κὰ νὰ τὸν ἀ­στυ­νο­μεύ­σει καὶ οὔ­τε τὸ ἤ­θε­λε, μάν­τευ­ε ὅ­μως κα­θα­ρὰ τὶς κι­νή­σεις του. Κα­τα­λά­βαι­νε πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι τοῦ ἄ­φη­νε μὲ τὸ τα­ξί­δι της ἐ­λεύ­θε­ρο τὸ πε­δί­ο γιὰ δρά­ση. Τί λοι­πὸν κι ἂν ἔρ­χον­ταν σὲ δυ­ὸ μέ­ρες Χρι­στού­γεν­να; Για­τί νὰ γυ­ρί­σει πί­σω καὶ γιὰ ποι­όν;

Οἱ ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις ἔ­φε­ραν πό­νο στὸ κε­φά­λι της καὶ σφί­ξι­μο στὴν καρ­διά. Τὰ μά­τια της γέ­μι­σαν ξαφ­νι­κὰ δά­κρυ­α. Φο­βή­θη­κε πὼς θὰ γί­νει ἀν­τι­λη­πτὴ ἀ­π’ τὸν συ­νε­πι­βά­τη της καὶ ἔ­στρε­ψε ὅ­σο μπο­ροῦ­σε τὸ πρό­σω­πό της πρὸς τὸ τζά­μι. Ἀ­μή­χα­νη ἄ­νοι­ξε τὴν τσάν­τα της, ἀ­να­ζή­τη­σε τὸ κι­νη­τό της. Προ­σποι­ή­θη­κε πὼς θὰ τη­λε­φω­νή­σει γιὰ νὰ κρύ­ψει τὴν τα­ρα­χή της. Ψα­χού­λε­ψε μὲ τρε­μά­με­να δά­χτυ­λα τὰ πλῆ­κτρα, ἡ ὀ­θό­νη φω­τί­στη­κε, μὰ ποι­ὸν νὰ πά­ρει καὶ μὲ τί δι­ά­θε­ση νὰ μι­λή­σει;

Ἀ­πρό­σκλη­τη τό­τε καὶ ξαφ­νι­κὴ μὲς στὸ θο­λό της βλέμ­μα καὶ στὸ σκο­τει­νι­α­σμέ­νο της μυα­λὸ ξε­φύ­τρω­σε ἡ μορ­φὴ τοῦ γέ­ρον­τα πνευ­μα­τι­κοῦ της, ποὺ ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια εἶ­χε ἀ­να­παυ­θεῖ. Ἐ­νό­σῳ ζοῦ­σε, ἔ­τρε­χε κον­τά του πάν­τα σὲ κά­θε της πρό­βλη­μα. Μὰ τώ­ρα;

Σὰν νὰ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἀ­νε­ξή­γη­τη πα­ρόρ­μη­ση, σχη­μά­τι­σε αὐ­θόρ­μη­τα ὅ­πως πα­λιὰ τὸ νού­με­ρό του κι ἔ­φε­ρε τὸ τη­λέ­φω­νο στ’ αὐ­τί. Ἕ­νας λυγ­μὸς βα­θὺς καὶ σι­γα­νός, πα­ρὰ φω­νή, βγῆ­κε πνι­χτὰ ἀ­π’ τὸ λα­ρύγ­γι της:

– Βο­ή­θη­σέ με, ἀ­γα­πη­μέ­νε μου γέ­ρον­τα! Χά­νο­μαι! Δεῖ­ξε μου τό δρό­μο! Ἡ νύ­χτα μέ κα­τα­πί­νει!...

– Για­τί κλαῖς, κα­λή μου; Ποι­όν ζη­τᾶς; ἀν­τή­χη­σε ἀ­μέ­σως μιά ζε­στή βε­λού­δι­νη φω­νή στ’ αὐ­τί της, μά πι­ό­τε­ρο τήν ἄ­κου­σε μές στήν καρ­διά της.

Πά­γω­σε ὁ­λό­κλη­ρη. Ποι­ὸς τῆς μι­λοῦ­σε; Ὁ γέ­ρον­τας πνευ­μα­τι­κός της; Μὰ δὲν ζοῦ­σε πιά. Πῶς γί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τᾶ στὴν κλή­ση της; Μὴν ἔ­πα­θε πα­ρά­κρου­ση; Κοί­τα­ξε μὲ μά­τια δι­ε­σταλ­μέ­να τὸ τη­λέ­φω­νο. Στὴ φω­τει­νὴ ὀ­θό­νη του λαμ­πύ­ρι­ζε μὲ χρώ­μα­τα θε­σπέ­σια ὄ­χι τὸ νού­με­ρο ποὺ κά­λε­σε, μὰ ἡ γα­λή­νια μορ­φὴ τοῦ γέ­ρον­τα, ὅ­πως τὴν ἤ­ξε­ρε πάν­το­τε...

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Ο Ένας και ο Άλλος...

Ο Ένας και ο Άλλος 
(προβληματισμός πάνω στην ευθανασία)


Τα φώτα στο θάλαμο της εντατικής χαμήλωσαν. Η ανακοίνωση από τα μεγάφωνα παρακαλούσε τους επισκέπτες να φύγουν. Οι συγγενείς των ασθενών σηκώθηκαν.

- Πώς πάει ο δικός σας; ρώτησαν οι συγγενείς του Ενός τούς συγγενείς του Άλλου.

-Τα ίδια, απάντησαν οι συγγενείς του Άλλου. Ο δικός σας;

-Ίδια κι απαράλλαχτα. Καιρός να το αποφασίσουμε. Δεν πάει άλλο. Τι τον κρατάμε; Ο άνθρωπος τζάμπα βασανίζεται. Ευθανασία αύριο κιόλας.

-Καληνύχτα, είπαν οι μεν κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι.

-Καληνύχτα, τους απάντησαν οι δε βγαίνοντας στο δρόμο.

Και o Ένας και ο Άλλος είχαν μείνει "φυτά". Φυτά σωματικώς. Οι ψυχές τους ολοζώντανες. Ίσως πιο ζωντανές από ποτέ, περίμεναν πώς και πώς να αναχωρήσουν οι συγγενείς τους. Πολλές συζητήσεις, ομιλίες ατέλειωτες, αβάσταχτη θλίψη. Οι δυο ψυχές είχαν πολύ κουραστεί.

-Όσο ήμουν ακόμα υγιής, είπε ο Ένας, είχα πει στους δικούς μου, αν ποτέ καταντήσω έτσι, να μου κάνουν ευθανασία.

-Κι εγώ, είπε ο Άλλος.

-Έλα όμως που εγώ το μετάνιωσα, αλλά δεν έχω τρόπο να τους το πω.

-Εγώ δεν το μετάνιωσα καθόλου, είπε ο Άλλος. Ζωή είναι αυτή;

Και όμως είναι. Κι αυτό είναι ζωή, είπε ο Ένας. Προφανώς, μια διαφορετική ζωή απ' αυτή που ζούσαμε πριν, αλλά αφού συνομιλούμε, μπορείς να ισχυριστείς πως αυτό δεν είναι ζωή;

-Ναι μπορώ. Δεν είναι. Οι δικοί μου κουράστηκαν να με φροντίζουν κι εγώ δεν μπορώ πια τίποτα να τους προσφέρω, μόνο τους ταλαιπωρώ. Τι νόημα έχει; Ελπίζω πως αύριο θα τελειώσει και το δικό τους και το δικό μου μαρτύριο.

-Μαρτύριο, είπε ο Ένας σκεφτικός. Πάμε μια βόλτα στους άλλους θαλάμους; Καιρό τώρα το είχαν συνήθειο.

-Και δεν πάμε;

Μπήκαν στους περισσότερους. Άλλοι ασθενείς ξαγρυπνούσαν βαρυγκομώντας απ' τους πόνους, άλλους τους είχαν πιάσει τα φάρμακα και κοιμούνταν βαθιά. Οι συνοδοί τους ξενυχτούσαν πλάι τους καθισμένοι στις καρέκλες. Έπλεκαν, κεντούσαν, διάβαζαν, κουτουλούσαν απ' τη νύστα.

-Τους θυμάσαι αυτούς που κάθονται τόσες μέρες στις καρέκλες, πώς ήταν τον πρώτο καιρό; ρώτησε ο Ένας τον Άλλον.

-Θυμάμαι, πώς δε θυμάμαι. Τότε ήταν μια χαρά, ενώ τώρα η κούραση είναι ορατή στα πρόσωπα, στα σώματα.

-Και για τις ψυχές τους τι έχεις να πεις; Τις βλέπεις πώς μεγάλωσαν, πώς φωτίζουν;

-Όχι, δεν βλέπω τίποτα. Πού τα είδες αυτά; Εγώ τις βλέπω λιωμένες, μαυρισμένες, συρρικνωμένες.

-Μα κοίταξε καλύτερα. Όλοι αυτοί που φροντίζουν τους αρρώστους τους και που λίγο πριν εσύ ισχυριζόσουν πως μόνο τους τυραννούμε και δεν τους προσφέρουμε τίποτα λάμπουν!...

Κοίτα και τους αρρώστους. Οι ψυχές τους από ισχνά κεριά που ήταν στην αρχή, τώρα καίνε σαν πασχαλινές λαμπάδες, να μην πω σαν βεγγαλικά. Καλά, δε βλέπεις;

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

"Θεέ μου, πάρε με!..." ~ Παιδαγωγική μεταθανάτια εμπειρία


"Θεέ μου, πάρε με!..." 
(Παιδαγωγική μεταθανάτια εμπειρία)




Πόσοι ἄνθρωποι σέ δύσκολες στιγμές δέν τό λένε!...

Οἱ περισσότεροι ὅμως δὲν γνωρίζουν ὅτι εἶναι ἁμαρτία κι ὅτι ἀποτελεῖ ἔλλειψη ὑπομονῆς κι ἐλπίδας στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀκόλουθο ὅμως περιστατικό, τὸ βεβαιώνει ξεκάθαρα. Τὸ διηγήθηκε μὲ πολλὴ ταπείνωση καὶ συναίσθηση ἕνας σεβαστὸς ἱερέας, ὁ ὁποῖος ἔχει πνευματικὰ παιδιὰ καὶ στὴν ἐπαρχία καὶ στὴν Ἀθήνα. 

Εἶπε: «Ἐγώ, ἀφ᾽ ὅτου ἔγινα ἱερέας, μὲ κυνήγησε ἡ συκοφαντία (τὸ σύγχρονο μαρτύριο). Πότε μὲ τὸν ἕναν τρόπο, πότε μὲ τὸν ἄλλον, μὲ πίκραιναν καὶ μὲ καταρράκωναν πολλοί, μὲ ψευδεῖς κατηγορίες. Αὐτὸ γινόταν ἐπανειλημμένα. Τόσο πόνεσα καὶ τόσο κουράστηκα, ποὺ λύγισα κι ἀρκετὲς φορὲς εἶπα: “Θεέ μου, πάρε μέ!”. Καὶ τελικά, μὲ πῆρε!...».

Ὅσοι τὸν ἄκουγαν, ἔμειναν κατάπληκτοι νὰ τὸν κοιτοῦν, σκεπτόμενοι πόση ἐνοχὴ ἔχουν ὅσοι κατηγοροῦν… Πόση ἁμαρτία συσσωρεύουν στὴν ψυχή τους, ἰδίως ὅταν σπρώχνουν σὲ ἀπελπισία τὶς ψυχὲς... Λὲς καὶ τοὺς ἐξουσιοδότησε ὁ Θεὸς νὰ κρίνουν τὸν κόσμο…

Ὁ σεμνὸς κληρικὸς συνέχισε τὴν ἀφήγησή του, λέγοντας:

«Ἔπαθα ἀνακοπὴ καρδιᾶς. Μοῦ συνέβη στὴν Ἀθήνα. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ βρισκόμουν ἐν μέσω γνωρίμων καὶ πνευματικῶν τέκνων μου. Ἀμέσως μὲ μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ οἱ γιατροὶ προσπάθησαν πολὺ νὰ ξεκινήσουν τὴν καρδιά, ἀλλὰ δὲν ἔγινε τίποτα. Στὸ τέλος εἶπαν: “Δὲ γίνεται τίποτα μὲ τὸν παππούλη. Πάρτε τον στὸ νεκροτομεῖο!”.

Ἐγὼ τώρα, καὶ τί δὲν ἔζησα τὶς ἕξι αὐτὲς ὧρες ποὺ ἤμουν νεκρός! Κατ’ ἀρχάς, ἔνιωθα τὸν Ἄγγελό μου νὰ μὲ συντροφεύη καὶ νὰ μὲ περιβάλλη προστατευτικὰ σὲ μία πορεία, ποὺ στὴν ἀρχὴ ἦταν κάπως δύσκολη, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ ἀνοδική, πρὸς ἕνα θεσπέσιο, γλυκύτατο φῶς... 

Κατὰ τὴ διαδρομή, πολλὰ κακὰ πνεύματα φώναζαν ἐπιθετικὰ καὶ μὲ κατηγοροῦσαν. Μία ἀπὸ τὶς κατηγορίες ἦταν οι ἑξῆς:

Ποῦ τόν πᾶς; Αὐτός ταν φιλοχρήματος. Ἐνῶ εἶχε ὑποσχεθεῖ ἀκτημοσύνη, εἶχε χρήματα δικά του…!

Ὁ ἅγιος Ἄγγελος ὅμως τοὺς ἀπέκρουε κι ἔλεγε:

Αὐτό δέν εἶναι ἀλήθεια! Τά χρήματα πού εἶχε ἦταν τοῦ Μοναστηριοῦ καί τά διαχειριζόταν.

Τελικὰ φθάσαμε σ’ ἕνα μέρος ποὺ φαινόταν νὰ εἶναι σύνορο δύο περιοχῶν. Ἐκεῖ ἄκουσα τὸν ἑξῆς διάλογο ποὺ ἔκανε ὁ Ἄγγελός μου μὲ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἄκουσα μάλιστα καὶ τὴ γλυκύτατη ἀλλὰ κάπως αὐστηρὴ φωνή Της. 

Ὁ Ἄγγελός μου ἔλεγε:

- Ὑπεραγία Θεοτόκε, νά ὁδηγήσω τόν παππούλη στή Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ Σου;...

Ἐκείνη ἀπάντησε:

Ὄχι! Γιατί ἔχει κάνει μία σοβαρή ἁμαρτία...

Τί ἁμαρτία, Δέσποινά μου; Ὁ παππούλης ἦταν καλὸς (ἄρχισε νὰ μὲ ὑπερασπίζει, ἐνῶ ἔνιωθα τὰ δάκρυά του νὰ πέφτουν ζεστὰ πάνω στὸν τράχηλό μου!), ἔχτισε Μοναστήρι, βοήθησε ψυχὲς νὰ σωθοῦν…

Αὐτό εἶναι ἀλήθεια, ἀπάντησε ἡ Θεοτόκος. Ἀλλά δὲν ἔκανε ὑπομονὴ στὸν ἀγώνα ποὺ εἶχε, κι ἔλεγε στὸν Υἱό μου “Πάρε με” καὶ “πάρε με”. Λοιπόν, πήγαινέ τον πίσω, νὰ τελειώση μὲ ὑπομονὴ τὸν ἀγώνα του καὶ μετὰ θὰ εἰσέλθη στὴ Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ μου.

Καθώς γυρίζαμε μέ τόν ἅγιο Ἄγγελο, εἶδα τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση. Αὐτά πού γράφουν τά βιβλία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀλήθεια! Τά εἶδα μέ τά μάτια μου!...

Ὅταν φθάσαμε στὸ νοσοκομεῖο, μὲ ἀποστροφὴ μπῆκα στὸ νεκρὸ παγωμένο σῶμα μου. Ἔκανα ὀκτὼ ὧρες γιὰ νὰ κινήσω τὶς πρῶτες κλειδώσεις τῶν δαχτύλων τῶν χεριῶν μου! Ἀπ᾽ τὸ παίξιμο τῶν βλεφάρων μου ἀντιλήφθηκε τὴ νεκρανάστασί μου πρώτη ἡ ἀδελφή μου, κι ἀναστατώθηκε ὅλο τὸ νοσοκομεῖο.

Σιγὰ-σιγὰ συνῆλθα, κι ἀπὸ τότε προσέχω καὶ κάνω ὑπομονὴ ἀδιαμαρτύρητα σὲ ὅ,τι ἐπιτρέπει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο, ἀδελφοί μου, πρέπει μὲ τὴν ὑπομονή μας νὰ κερδίσουμε τὴν ψυχή μας!».

Αὐτά εἶπε ὁ παππούλης καί μέ τά τελευταῖα λόγια ἡ φωνή του κόπηκε ἀπ’ τή συγκίνηση…


"Θεέ μου, πάρε με!..." 
(παιδαγωγική μεταθανάτια εμπειρία)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μηνύματα ἀπὸ τὸν Οὐρανό», 
ἔκδ. ἱ. μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας, 
Δωρίδα 2005)


Share this

Εναλλακτικές αναρτήσεις

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...