Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία.

Περί τῆς θεραπείας τοῦ νοῦ ὡς τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας
Πατερική Θεολογία, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Ὁμιλία Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου*
(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία πού μπορεῖτε νά ἀκούσετε ἐδῶ.)

Εἰσαγωγικά

Μέ τήν ἔναρξη τῶν κυριακάτικων συνάξεων γιά φέτος θεωρήσαμε ἀναγκαῖο, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἐξετάσουμε κάποια θέματα, πού ἀφοροῦν τόν ἄνθρωπο καί τήν Ἐκκλησία.

Θά ἀναφερθοῦμε δηλαδή σέ βασικά ζητήματα, σχετικά μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τί εἶναι ὁ νοῦς καί ποιός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί χρειάζεται καί τί ἐξυπηρετεῖ ἡ Ἐκκλησία; Γιατί δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε χωρίς αὐτήν; Ὅλα αὐτά εἶναι θεμελιώδη κεφάλαια κατήχησης, πού πρέπει ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά γνωρίζουμε γιά νά μαθαίνουμε πῶς νά ζοῦμε χριστιανικά.

Τά κείμενα γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν θεμάτων μας τά ἀντλοῦμε ἀπό ἕνα σύγχρονο, κορυφαῖο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας -ἔχει κοιμηθεῖ πρόσφατα- τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος ἔκανε μία μεγάλη τομή, ὄχι τόσο στά θεολογικά γράμματα οὔτε στή Θεολογία, γιατί τήν τομή εκεί τήν ἔχουν κάνει οἱ Ἅγιοι Πατέρες.... 

Ἁπλῶς ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐπανέφερε τήν Πατερική Θεολογία στό προσκήνιο τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας, ἡ ὁποία (Ἑλλάδα) εἶχε πάρει ἕνα δρόμο δυτικότροπο, προτεσταντίζοντα, θά λέγαμε, πού δυστυχῶς ὑπάρχει μέχρι σήμερα.Ἐπικρατεῖ δηλαδή μία ἀντίληψη γιά τόν Θεό, διαφορετική ἀπό αὐτήν πού πρέπει νά ἔχουμε. Μία ἀντίληψη πού ἔχουν στή Δύση. Ὅτι ὁ Θεός εἶναι τιμωρός ἤ ὅτι ὁ Θεός γίνεται καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός, ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ. Ἄν εἶναι κακός, ὁ Θεός τόν ἀποστρέφεται.

Αὐτά δυστυχῶς ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν καί ἐνδεχομένως νά καλλιεργήθηκαν μερικές φορές μέσα καί ἀπό τίς θρησκευτικές ὀργανώσεις, τά κατηχητικά κτλ. Διαιωνίζονται δέ μέχρι σήμερα ὡς κατάλοιπα, παρόλο πού λέμε ὅτι κατά κάποιο τρόπο ἀνακαλύψαμε ξανά καί ἐπανήλθαμε στίς πατερικές μας ρίζες. Ἐντούτοις ἀκόμη ὑπάρχουν.

Καλό εἶναι λοιπόν νά κάνουμε μία ἀναδίφηση σέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ὥστε νά βάλουμε σέ σωστές βάσεις τήν πνευματική μας ζωή. Γιατί, καθώς φαίνεται, πολλοί χριστιανοί, ζώντας ἐπιφανειακά, δέν βιώνουμε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, πού οὐσιαστικά εἶναι τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Δέν ζοῦμε δηλαδή τή σωτηρία μας καί δέν χαιρόμαστε πραγματικά τήν πνευματική μας ζωή.

Ὁ Κύριος ἦλθε στή γῆ, γιά νά μᾶς δώσει ζωή καί μάλιστα περίσσεια ζωῆς. Αὐτή ἡ περίσσεια ζωῆς εἶναι ἡ μετοχή μας στό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά, ἄν κάποιος δέν ζήσει σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, δέν θεραπεύεται ἀπό τά πάθη του. Ἑπομένως δέν βιώνει οὔτε μετέχει σέ αὐτή τή Χάρη, σέ αὐτή τή χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μπορεῖ μέν νά πηγαίνει κανείς στήν Ἐκκλησία, μπορεῖ καί νά ἐξομολογεῖται, νά κάνει καί κάποιες προσευχές, πού τοῦ εἶπε ὁ πνευματικός ἀλλά δέν ἔχει αὐτή τήν πληρότητα ζωῆς, τήν ὁποία ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι θά μᾶς δώσει ὁ Θεός. Νιώθει ὅτι κάτι δέν πάει καλά, ὅτι κάτι τοῦ λείπει. Δέν ἔχει αὐτό, πού θά ἤθελε νά ἔχει.

Βέβαια αὐτό συμβαίνει, γιατί ὁ Χριστός δέν μᾶς κάλεσε σέ μία ἀποσπασματική, θά λέγαμε, βίωση ἀλλά σέ μία ὁλοκληρωτική ἕνωση μαζί Του. Νά μήν ἔχουμε δηλαδή μόνο κάποιες στιγμές ἕνωσης ἤ τέλος πάντων κοινωνίας μέ τόν Θεό ἀλλά ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ στιγμές νά εἶναι ἑνωμένες μαζί Του. Νά ζοῦμε δηλαδή τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί νά βιώνουμε τί θά πεῖ μετάνοια.

Ὁ πολύς κόσμος νομίζει ὅτι μετάνοια εἶναι τό νά νιώσεις κάποια λύπη γιά κάποιο κακό πού ἔκανες, ἄντε νά πεῖς καί μία συγγνώμη στόν Θεό καί μετά νά πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς· καί αὐτό θεωρεῖται μετάνοια. Ὄχι δέν εἶναι αὐτό μετάνοια. Ἄν κοιτάξουμε τί λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, θά δοῦμε πώς μετάνοια εἶναι ἡ μετα-κίνηση τοῦ νοῦ ἀπό τά μάταια, τά ἁμαρτωλά καί τά ἐμπαθῆ πρός τόν Θεό. Αὐτή ἡ μετακίνηση, ἡ μετατόπιση τοῦ νοῦ δηλαδή, πρέπει νά εἶναι συνεχής. Κάθε στιγμή πρέπει νά φέρνεις τόν νοῦ σου πρός τόν Θεό, νά βλέπει πρός τόν Θεό.

Στήν εὐαγγελική περικοπή τοῦ πλούσιου νεανία οἱ Ἀπόστολοι ρώτησαν τόν Κύριο: «Πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριε, νά σωθοῦμε; Ἄν εἶναι τόσο δύσκολο πράγμα ἡ σωτηρία, ἐφόσον καί οἱ πλούσιοι δέν θά σωθοῦν, ποιός τελικά θά σωθεῖ;». Καί ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστίν» (Λουκ. ιη΄ 18-27). Τό ἴδιο λέει καί στόν καθέναν ἀπό μᾶς: «Θέλεις νά σωθεῖς; Ἐγώ θά σέ σώσω!»

Ἡ σωτηρία μας βέβαια δέν εἶναι μόνο τά καλά μας ἔργα. Εἶναι δηλαδή λάθος ἡ ἰδέα, πού καλλιεργήθηκε ὅτι καλός χριστιανός εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος κάνοντας καλές πράξεις, γίνεται λίγο καλύτερος κάθε ἡμέρα καί ὅτι αὐτό εἶναι χριστιανική ζωή. Εἶναι καί αὐτή μία ἐπιπλέον λανθασμένη ἀντίληψη, πού μᾶς ἦλθε ἀπό τή Δύση καί ἀπό τόν προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει περί πολλοῦ τά καλά ἔργα, ὅπως καί ὁ παπισμός.

Δέν εἶναι ἡ σωτηρία μας τά ἔργα μας. Ἀντίθετα ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι δωρεάν, εἶναι χάριτι· δηλαδή δέν ἀξίζουμε τόν Παράδεισο. Ὁ Θεός μᾶς τόν χαρίζει, μᾶς τόν δωρίζει. Ὅσα καλά ἔργα καί νά κάνουμε, ἄν αὐτά δέν ἔχουν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκάθαρτα κι ἀνώφελα.

Γιατί ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. ιη΄ 20). Καί τό ἀληθινό ἀγαθό εἶναι μόνο αὐτό, πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό. Ἄν λοιπόν δέν ἔλθει ὁ Θεός γιά νά ἐργασθεῖ μέσα σου καί μαζί σου, γιά νά συνεργασθεῖ καί νά ἔχεις τή Χάρη Του ἐνεργή, ὅ,τι καί ἄν κάνεις, εἶναι ἁμαρτία· δέν εἶναι καλό. Αὐτό μᾶς τό λέει ἀπερίφραστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦ Θεοῦ μή ἐνεργοῦντος ἐν ἡμίν, ἁμαρτία πᾶν τό παρ΄ ἡμῶν γινόμενον». Καί στή νεοελληνική: «ἄν δέν ἐνεργεῖ ὁ Θεός μέσα μας, κάθε τί, πού γίνεται ἀπό μᾶς, εἶναι ἁμαρτία».

Γι’ αὐτό πρέπει νά ἐπανεξετάσουμε καί νά ἐπαναπροσδιορίσουμε μέσα μας τί πιστεύουμε γιά τόν Θεό, πῶς νομίζουμε ὅτι σωζόμαστε, τί σημαίνει γιά μᾶς μετάνοια, τί σημαίνει γιά μᾶς πνευματική ζωή; Βιώνουμε τή χαρά καί τήν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔχει πεῖ ὁ Θεός ὅτι θά ἔχουμε ὡς καρπό;

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια. (Πρός Γαλάτας ε΄ 22 – στ΄ 2». Τά ζῶ αὐτά ἐγώ; Μήπως ἔχω πάρει τή ζωή μου λάθος καί τήν πνευματική μου ζωή λάθος καί τόν τρόπο ποῦ ζῶ μέσα στήν Ἐκκλησία λάθος; Γι΄ αὐτό καί δέν ἔχω τή χαρά καί τήν εἰρήνη, πού ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

"Ὅσο πιό γρήγορα συνέλθουμε, τόσο καλύτερα θά μπορέσουμε νά ὀχυρωθοῦμε, στά ἀκόμη δυσκολότερα πού ἔρχονται".

"Ὅσο πιὸ γρήγορα συνέλθουμε, τόσο καλύτερα θὰ μπορέσουμε 
νὰ ὀχυρωθοῦμε, στὰ ἀκόμη δυσκολότερα πού ἔρχονται"
π. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Οἱ παρακάτω κουβέντες γράφτηκαν κάποιες δεκαετίες πρίν. Κι ὅμως. Μοιάζουν νὰ ξεπηδοῦν ἀπὸ κάποιο βιβλίο τοῦ σήμερα. Φαντάζουν νὰ συμβαδίζουν μὲ κάθε ἐπιταγὴ τοῦ σήμερα. Ἀπὸ τὴν κρίση τῆς οἰκονομίας, σὲ αὐτὴ τῶν ἀξιῶν καὶ πλέον στὴν κρίση τῆς ἴδιας μας τῆς πίστης. 

Τὰ λόγια του μεγάλου θεολόγου, π.Ἰωάννη Ρωμανίδη, μᾶς καλοῦν σὲ ἀνασυγκρότηση. Σὲ μία ἄμεση ἐπανατοποθέτηση:

«Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ κρίση ξεβόλεψε πολλούς, ἐκτὸς ἀπὸ κάποιους καιροσκόπους ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύονται. Αὐτὰ πάντα ὑπῆρχαν, ὅσο ὑπάρχουν ἄρρωστοι ἄνθρωποι. 

Θὰ ἦταν ὅμως ἀρκετὰ ὠφέλιμο, νὰ προσεγγίσουμε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος διαχειρίζεται τὶς ἀνάγκες του καὶ ἂν αὐτὸ τὸ ξεβόλεμα, ἀφορᾶ πραγματικὲς ἀνάγκες ἢ «ψεύτικα θελήματα».

Ζοῦμε, ἡ ἀλήθεια νὰ λέγεται, σὲ χρόνια δύσκολα. Πιὸ δύσκολα τουλάχιστον, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μάθαμε νὰ ζοῦμε, μέσα σὲ μία πλασματικὴ εὐημερία ποὺ ἦταν χαρακτηριστικὸ τῶν προηγούμενων ἐτῶν. Ὑποκατάστατα εὐχαρίστησης χωρὶς οὐσία. 

Σὲ αὐτὸ τὸ κλίμα μεγαλώσαμε τὰ παιδιὰ μας (πολλὲς φορὲς ἀνεπίγνωστα), δηλαδὴ νὰ γίνουν καλοὶ καταναλωτὲς καὶ νὰ καταναλώνουν πέραν τῶν ἀναγκῶν τους. Νὰ μὴν τοὺς λείπει τίποτα. Νὰ τὰ ἔχουν ὅλα χωρὶς νὰ στεροῦνται. 

Παρενθετικὰ θὰ ρώταγε κανείς: ἀλήθεια τελικά πόσο εὔκολο εἶναι μετὰ νὰ μιλήσεις σ’ αὐτὰ τὰ παιδιὰ γιὰ νηστεία, ὅταν κυριαρχεῖ μέσα τοὺς ἕνας ἀπολυτοποιημένος ἀτομικισμός; 

Ἀνάγκες εἰκονικὲς καὶ κατανάλωση προϊόντων πέραν τῶν ἀναγκαίων, ἀκόμη καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια λιτότητας, ποὺ ἔχουμε ἤδη διανύσει. 

Τὸ ἐρώτημα ποὺ γεννᾶται εἶναι τὸ ἑξῆς: Μία οἰκογένεια πού ἔχει βγάλει τὸ Χριστὸ ἀπ’ τὴ ζωή της, ἀλήθεια τί ἔχει βάλει στὴ θέση Του; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι δύσκολη ἂν κοιτάξουμε λίγο τὸν τρόπο ζωῆς μας. 

Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ νιώθουμε τὸ «μετακατοχικὸ σύνδρομο» μέχρι σήμερα; Ἕνα σύνδρομο τὸ ὁποῖο δὲν περιορίζεται μόνο στὴν λήψη τῆς τροφῆς (ὅπως τουλάχιστον βλέπαμε μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια), ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἀγαθὰ ποὺ εἶναι περιττά. 

Θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ἀπερίφραστα ὅτι δὲν ὑπάρχει (μέχρι στιγμῆς) σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους, ἡ συναίσθηση τῆς κατάστασης ποὺ ἐπικρατεῖ. 

Καὶ τὰ τελευταία χρόνια, ποὺ αὐτὸ ἀναγκαστικὰ περιορίζεται λόγω τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, νιώθουμε ὅτι ἔχει χαθεῖ ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας.

Ἡ εἰδωλοποίηση τοῦ ὑπέρμετρου καταναλωτισμοῦ, ἀνέδειξε ὅτι τὸ εἴδωλο ποὺ φτιάξαμε ἦταν ἕνα χάρτινο οἰκοδόμημα ποὺ κατέρρευσε. Ο «ψευτο-θεὸς» τῆς κατανάλωσης ποὺ φανταστήκαμε, ἀπεδείχθη ὄντως παραμύθι. 

Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ἐπίσης τῆς παράλογης αὐτῆς κατάστασης, ἡ ραγδαία ἄνοδος σ’ αὐτὴ τὴ ψυχικὴ νόσο ποὺ λέγεται κατάθλιψη. Κάτι νιώθει ὅτι δὲν ἔχει ὁ καταθλιπτικός, ἀλλὰ δυσκολεύεται νὰ τὸ προσδιορίσει καὶ πραγματικὰ ἀσφυκτιά. 

Μήπως θὰ ἦταν φρονιμότερο νὰ κοιτάξουμε τὶς ἀνάγκες μᾶς ὅσο γίνεται πιὸ αὐστηρὰ πλέον; Ἡ στέρηση ἀγαθῶν ποὺ τὰ θεωρούσαμε ἀναγκαία, (ἐνῶ δὲν ἦταν) θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ εἴμαστε ὀλιγαρκεῖς. Καὶ μὴν ξεχνᾶμε ποτὲ τὶς πατερικὲς ἀναφορὲς ποὺ μᾶς θυμίζουν, πὼς ὁτιδήποτε ἐπιπλέον ἔχουμε ὡς ἀγαθό, στὴν οὐσία τὸ ἔχει στερηθεῖ ὁ φτωχός. 

Ἡ ὑπαρξιακὴ ἀνασφάλεια δὲν ἱκανοποιεῖται μὲ ἀνούσια καὶ περιττὰ ἀγαθά. Ὅσο πιὸ γρήγορα συνέλθουμε τόσο τὸ καλύτερο. Μόνο ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ ὀχυρωθοῦμε, στὰ ἀκόμη δυσκολότερα ποὺ ἔρχονται. 

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀγνοήσουμε τὰ «κελεύσματα» τοῦ σύγχρονου μάρκετινγκ, ποὺ μᾶς ζαλίζουν καὶ μᾶς θολώνουν, ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ἀπεμπλακοῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ νοσηρὴ κατάσταση. 

Μὴν ξεχνᾶμε ποτέ, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὴ σύνδεσή του μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ἀναχώματα τῆς ἀτομικῆς του ἰδιοτέλειας, τὰ ὁποία στὴν πραγματικότητα τοῦ κρύβουν τὴ θέα πρὸς τὴν ὄντως ζωή. 

Ὁ ἄνθρωπος «ἐπινόησε» τρόπους γιὰ νὰ μὴν νιώθει τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ ζωή του, χωρὶς νὰ καταλαβαίνει πὼς ἂν δὲν ἐπικεντροποιήσει τὴν ὕπαρξή του πρὸς Ἐκεῖνον, πραγματικὰ ὀλισθαίνει. 

Ἡ στροφή του πρὸς τὴν προοπτική της ἐν Χριστῷ θέωσης, δὲν σηματοδοτεῖ ἁπλὰ μία λύση στὸ ἀδιέξοδό της κατάντιας, ποὺ τὸν ἔχει ὁδηγήσει ἡ κρίση οὔτε φυσικὰ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς ψυχοχαλαρωτικὸ μέσο γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν κατάθλιψη, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε πάντοτε τὸν βασικὸ ὑπαρξιακό του προορισμό, ποὺ βρίσκεται θεμελιωμένος στὴν ὀντολογία του». 

"Ὅσο πιὸ γρήγορα συνέλθουμε τόσο καλύτερα θὰ μπορέσουμε 
νὰ ὀχυρωθοῦμε, στὰ ἀκόμη δυσκολότερα πού ἔρχονται".
Εμπειρική δογματική π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τόμος Β' σελ. 298-299
πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης




Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως ~ Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός

Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως.
(κείμενα εισαγωγικά στην Ορθοδοξία ~ Εκ του βιβλίου: Η Οδός)

Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

Εις μνημόσυνον...


Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:

Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. 

Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α’Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη.

Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;

Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας.

Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία).

Ἡ Πεντηκοστή εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματική ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καί ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στήν ἱστορία.

Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).

Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο.

Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.

Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους.

Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης- ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.


Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά:

Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη - πιστότητα - βεβαιότητα (trust – faithfulness - certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας.

β) Ἡ «πρώτη» πίστη - ἡ «ἁπλή» πίστη - ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς».

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20). 

Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει.

Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).

Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου.

Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». 

Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη.

Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).

Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. 

Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.

Ποιά εἶναι ὅμως τά ἔργα, πού γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; 

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεολόγος (ι’-ια’ αἰ.) μιλᾶ γιά τίς «ἀρετές», πού γεννᾶ 
ἡ πρώτη πίστη: 

«Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι, ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». 

Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: 

«Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».

Πρέπει ἐδῶ νά λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση πού προέκυψε στή Δύση γιά τή σχέση πίστεως καί ἔργων, εἶναι στήν πατερική παράδοση ἀνύπαρκτη. 

Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία. Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.

Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο.

Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν».

Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας.

Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.

Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερική) πίστις.

Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».

Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικές ἀναφορές στή διπλή πίστη:

Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C - 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».

Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».

Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν».

Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια:

''Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος).''

Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).

Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό.


«Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.

Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια.

Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;

Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».

Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της).

Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!

Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία.

Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).

Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibiEcclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Συμπερασματικές επισημάνσεις:

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως.
(κείμενα εισαγωγικά στην Ορθοδοξία ~ Εκ του βιβλίου: Η Οδός)

Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

Εις μνημόσυνον...


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Δέν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις, ὅτι μία Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

«Δὲν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις, ὅτι μία 
Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 
Οὔτε ἡ Χάρις τῆς Ἀρχιερωσύνης ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία "εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν"»
Ἀπό τό βιβλίο «Πατερική Θεολογία»
π. Ἰωάννου Ῥωμανίδου †

Πῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καθοδηγεῖ, ποιοὺς καθοδηγεῖ καὶ σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ καθοδήγησις; 

Ἐκεῖνο ποὺ λένε μερικοὶ ὅτι, ὅταν μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφασίση κάτι, αὐτὸ εἶναι ἀλάθητο, ἐπειδὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι θεόπνευστη κλπ., εἶναι σὰν νὰ μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ δεχθοῦμε ὡς ἀλάθητη διδασκαλία ὅ,τι ἀποφασίζει καὶ διακηρύσσει μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα.

Βέβαια εἶναι σωστὸ ὅτι μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι ἀλάθητη, ὅτι διδάσκει ἀλαθήτως, ὅτι εἶναι ὠφέλιμη γιὰ τὴν πίστι μας κλπ. Ναί, ἀλλὰ πῶς γίνεται καὶ εἶναι ἀλάθητη; Γιατί εἶναι ἀλάθητη; Γιατί οἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἀλάθητες;

Ἡ μοντέρνα Ὀρθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολὺ γιὰ θεοπνευστία.

Ἀπὸ ὅσα ἔχω διαβάσει, βλέπω νὰ μιλᾶνε περὶ θεοπνευστίας, ἀλλὰ δὲν ἔχω βρῆ περιγραφὴ τῆς θεοπνευστίας...

ἐκείνης γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶνε. 

Εἴπαμε ὅτι καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες συμφωνοῦν στὸ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι θεόπνευστος. Τί σημαίνει ὅμως θεοπνευστία; Καί, ἐὰν σώζεται κάπου, ποῦ σώζεται; 

Θὰ πῆ ὅμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ἦταν μόνο οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Ἀπόστολοι; Μετά τούς Ἀποστόλους δὲν ἔχομε θεοπνεύστους ἀνθρώπους; Δὲν ἔχομε θεόπνευστα συγγράμματα ἐκτός τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Καί, ἐὰν ναί, ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ θεόπνευστοι ἄνθρωποι;

Καὶ ἂν ὑπάρχουν, πῶς ξέρομε ὅτι εἶναι θεόπνευστοι; Οἱ Προφῆτες ξέρομε ὅτι ἦσαν θεόπνευστοι. Ὁμοίως καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἤσαν θεόπνευστοι. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτούς, ποιοὶ ἄλλοι ἦσαν ἢ εἶναι θεόπνευστοι; Ἐπίσης ποιὰ εἶναι τὰ διάφορα στάδια αὐτῆς τῆς θεοπνευστίας, καὶ πῶς διακρίνονται; 

Πῶς ὁ ἄνθρωπος ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ πῶς ξέρομε ὅτι ἕνας εἶναι ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Διάβολο ἢ ἀπὸ φαντασιοπληξίες;

Ὁ Χριστός, ὅταν εἶπε ὅτι θά μᾶς δώση τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τό ὁποῖο θά μᾶς ὁδηγήση εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν, δέν μίλησε γιά Οἰκουμενικές Συνόδους.

Δέν εἶπε δηλαδή ὅτι αὐτό θά γίνεται στίς Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό δηλαδή τό καινόν περί τοῦ ἀλαθήτου τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν περιλαμβάνεται μέσα στήν Ἁγία Γραφή. 

Ὁ Χριστὸς εἶπε ἁπλὰ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον θὰ εἶναι Ἐκεῖνο ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήση στὴν πλήρη ἀλήθεια. Προηγουμένως ὅμως, πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ αὐτό, εἶπε ὅτι ἐὰν ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας, ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ ἔλθωμε καὶ θὰ κατοικήσωμε μέσα σας, καθὼς ἐπίσης εἶπε ὅτι τώρα, μὲ βλέπετε, ἀλλὰ ἀργότερα δὲν θὰ μὲ βλέπετε. Ἀλλά, ἐὰν ἔχετε ἀγάπη, πάλι θὰ μὲ βλέπετε. 

Καί, τὸ Πνεῦμα θὰ ἔλθη νὰ κατοικήση μέσα σας καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήση εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν.

Ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Χριστὸς καὶ ἀναφέρονται στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη καὶ ποὺ τὰ διαβάζουν οἱ παπάδες τὴν Μεγάλη Πέμπτη, εἶναι βασικὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ γιατί εἶναι βασικὰ κεφάλαια; Αὐτὴ ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἡ Ἀρχιερατική, γιατί ἔχει τόσο μεγάλη σημασία; 

Γιατί προσεύχεται ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων; Γιὰ ποιὰ ἕνωσι προσεύχεται; Μήπως, τῶν Ἐκκλησιῶν; Ποιὰ ἕνωσις εἶναι αὐτή; Αὐτό, τὸ «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν», ὅταν τὸ λέγη ὁ Χριστός, τὸ ἐννοεῖ ἀσφαλῶς μέσα σὲ ὠρισμένα πλαίσια. Ποιὰ εἶναι αὐτά;

Τὰ κεφάλαια αὐτά, 14 ἕως 17, τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου κάνουν ὁλόκληρη ἀνάπτυξη περὶ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τῶν Ἀποστόλων σὲ σχέσι μὲ τὴν ἀγάπη καὶ ἀναφέρουν ποιὰ θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀγάπης. Ἡ πλήρης μορφὴ ὅμως τῆς ἀγάπης ἀποκαλύπτεται στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ἡ θέωσις εἶναι ἡ πλήρης μορφὴ τῆς ἀγάπης. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πού πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, γίνεται ἡ πλήρης θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἀρχίζη νὰ ἐνεργῆται, ὅταν ἔλθη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὁπότε γίνεται ὁ ἄνθρωπος κατοικητήριο καὶ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί, ὅταν ἔλθη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ κατοικήση μέσα στὸν ἄνθρωπο, φέρνει μαζί Του καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν. Τότε στὸν ἄνθρωπο κατοικεῖ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα. 

Ἀλλά πῶς γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἔγινε ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς γίνεται αὐτή ἡ διαπίστωσις; 

Ὁ ἀληθινός πνευματικός πατέρας γνωρίζει πότε ἕνα πνευματικό του παιδί ἔχει λάβει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἔχει γίνει ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔχομε συγκεκριμένα Πατερικά κριτήρια στό θέμα αὐτό. Ποιά εἶναι αὐτά;

Ὅταν ὁ Χριστός μιλάη γιά τήν ἔκχυσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία καί στούς πιστούς, δέν μιλάη ἀφηρημένα, δέν ἐννοεῖ ὅτι θά τό στείλει σέ ὅλην τήν Ἐκκλησία γενικά.

Οὔτε ὅτι, ἐπειδὴ οἱ δεσποτάδες καὶ οἱ παπάδες ἔχουν μία ἀλληλοδιαδοχὴ μὲ τὶς χειροτονίες, θὰ τὸ λάβη γενικὰ ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Οὔτε ἐννοεῖ ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς χειροτονίας τῶν ἐπισκόπων ὑπάρχει ὁπωσδήποτε ἡ ἐγγύησις ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο θὰ κατοικῆ μόνιμα μέσα στὴν Ἱεραρχία.

Διότι, δέν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις ὅτι μία Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν μέσα στήν Ἐκκλησία πολλοὶ ἐπίσκοποι, πού κατεδικάσθησαν ὡς αἱρετικοί.

Ἂν εἶχαν ἐκεῖνοι οἱ ἐπίσκοποι Πνεῦμα Ἅγιο, δέν θά ἔπεφταν σέ αἵρεσι. 

Ἄρα, δέν εἶναι ἡ εἰς ἐπίσκοπον χειροτονία κάποιου ἀπόδειξις οὔτε ἐγγύησις ὅτι στόν ἐπίσκοπο αὐτόν κατοικεῖ ὁπωσδήποτε τό Ἅγιο Πνεῦμα. 

Ἄρα, δέν εἶναι ἡ Χάρις τῆς Ἀρχιερωσύνης ἐκείνη πού ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία «εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν».

Ὁ Χριστὸς μιλάει ἐδῶ γιὰ κάτι ἄλλο. Οἱ Πατέρες λένε καθαρὰ ὅτι ἐδῶ ὁ Χριστὸς μιλάει γιὰ δύο καταστάσεις. 

Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος μιλάει γιὰ τὴν φώτισι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μιλάει γιὰ τὴν θέωσι. 

Ὅταν λέγη ὁ Χριστὸς ἴνα πάντες ἓν ὦσι, γιὰ ποιοὺς μιλάει; Γιὰ τοὺς Ἀποστόλους βέβαια. Δηλαδὴ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νὰ γίνουν οἱ Ἀπόστολοι «ἓν, καθὼς ἠμεῖς ἓν ἐσμεν». Δὲν λέγει εἷς, ἀλλὰ ἓν. Πῶς ὅμως ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἓν; Ἀπάντησις: Εἶναι ἑνωμένοι εἰς ἓν, κατὰ τὴν δόξαν (ἐνέργειαν) καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν. Κατὰ τὰ Πρόσωπα, τὶς ὑποστάσεις, δὲν εἶναι ἑνωμένοι. Διότι τὰ Πρόσωπα στὴν Ἁγία Τριάδα, λένε οἱ Πατέρες, εἶναι ἀκοινώνητα μεταξύ τους.

Τὰ κοινὰ στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ φυσικὴ ἐνέργεια τῆς οὐσίας, δηλαδὴ ἡ δόξα. Καὶ κατὰ τί εἶναι ἓν ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἓν καὶ ἐμεῖς θὰ γίνωμε ἓν, δηλαδὴ καὶ μεταξύ μας καὶ μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα; Ποιὸ θὰ εἶναι αὐτὸ τὸ κοινὸ γνώρισμα; Ἀπάντησις: Εἶναι τὸ ἓν κατὰ τὴν δόξαν.

Δηλαδή, ὅπως ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἕνα κατὰ τὴν δόξαν, διότι ἔχουν κοινὴν τὴν δόξαν, ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ γίνωμε ἕνα, ὅταν ὅλοι μας μετάσχωμε στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅταν δηλαδὴ ὅλοι μας ἢ ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς γίνουν ἄξιοι, γίνουν μέτοχοι τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Διότι, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνὸς τῆς ἀκτίστου δόξης τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁπότε ἑνώνεται καὶ μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους συνανθρώπους του εἶναι ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἑνωμένοι καὶ ἐκεῖνοι μὲ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Ὁπότε ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο προσεύχεται ὁ Χριστὸς στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο εἶναι, πρῶτα-πρῶτα γιὰ τὴν κάθαρσί τους, μετὰ γιὰ τὴν φώτισί τους καὶ τέλος γιὰ τὴν θέωσί τους.

Ἑπομένως τό «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν» ἀναφέρεται ὄχι γενικά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλά εἰδικά σέ ὅσους θά λάβουν μέρος στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.

Δηλαδή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάση στήν θέωσι, τότε μόνον ὁδηγεῖται εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν. 

Ἑπομένως ἡ πάσαν ἀλήθειαν (ὄχι περί τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά περί τοῦ Θεοῦ) γίνεται γνωστή μόνο στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.

Ἐπειδὴ ὅλοι οἱ Πατέρες εἶχαν αὐτὴν τὴν ἐμπειρία ἢ παρόμοια, διότι εἴτε ἤσαν σὲ κατάστασι φωτισμοῦ εἴτε ἤσαν σὲ κατάστασι θεώσεως, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι τους ἔχουν τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀντίληψι γιὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ κάνουν ὅλοι τους τὴν ἴδια ἑρμηνεία στὴν Ἁγία Γραφὴ στὰ βασικά της σημεῖα καὶ τὴν ἴδια ἑρμηνεία στὰ κείμενα τῶν ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπὸ τὰ παραπάνω τί συνάγεται; Ὅσοι βρίσκονται σὲ κατάστασι φωτισμοῦ ἢ θεώσεως, αὐτοὶ εἶναι θεόπνευστοι ἢ δὲν εἶναι θεόπνευστοι; Ἀπάντησις: Αὐτοὶ φυσικὰ εἶναι θεόπνευστοι.

Διότι θεοπνευστία σημαίνει τί; Σημαίνει νὰ εἶναι κάποιος ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐν ἀντιδιαστολὴ πρὸς τί; Πρὸς τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τοὺς δαίμονες. Ἐκεῖνος θὰ εἶναι διαβολόπνευστος καὶ δαιμονόπνευστος.

Ἡ ὑψηλοτέρα μορφὴ τῆς Ἀποκαλύψεως ὅσον ἀφορᾶ στὴν θεοπνευστία, ἦταν ἐκείνη ποὺ συνέβη στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

Τό κλειδί λοιπόν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας σχετικά μέ τήν θεοπνευστία εἶναι ἡ Πεντηκοστή. 

Ἐὰν κανεὶς μπορέση νὰ κατανοήση τὴν σημασία τῆς Πεντηκοστῆς γιὰ τὴν Πατερικὴ παράδοσι, τότε καὶ θεολόγος νὰ μὴν εἶναι, τουλάχιστον θὰ ξέρη τί εἶναι Θεολογία καὶ τί θεολόγος.

Ὅπως δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς γιατρὸς γιὰ νὰ ξέρη τί εἶναι ἡ Ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ τί εἶναι γιατρός, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο κάποιος μπορεῖ νὰ ξέρη τί εἶναι Θεολογία, ποιὸς εἶναι ὁ θεολόγος καὶ ποιὸς εἶναι ὁ θεολογῶν, χωρὶς νὰ εἶναι ὁ ἴδιος θεολόγος ἢ θεολογῶν.

Δέν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις, ὅτι μία 
Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.
π. Ἰωάννου Ῥωμανίδου †

Ἀπό τό βιβλίο «Πατερική Θεολογία»




Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Για την Ορθοδοξία η ηθική είναι ανύπαρκτη. ~ † πρωτοπρ. πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης

Για την Ορθοδοξία η ηθική είναι ανύπαρκτη.
† πρωτοπρ. πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης

Όπως όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα, έτσι και ο Χριστιανισμός, που αποκαλύφθηκε από τον Χριστό, έχει την δική του πρακτική εφαρμογή των αληθειών τής πίστεως. Βέβαια, η λέξη Χριστιανός αποδίδεται σε όλες τις ομολογίες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί την αποκαλυφθείσα αλήθεια, γι’ αυτό και θεωρείται ως η ιστορική Εκκλησία, είναι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ενώ οι άλλες Χριστιανικές ομολογίες έχουν διαφοροποιηθεί στο δόγμα και την ηθική.

Ενώ στην Ορθόδοξη διδασκαλία, όπως θα δούμε πιο κάτω, η λεγομένη ηθική συνίσταται στην ασκητική, στις άλλες ομολογίες η ηθική έγινε εξωτερική, μια ηθικολογία. Έτσι, γίνεται λόγος για Χριστιανική ηθική. Η δυτική Χριστιανική μεταφυσική στηρίχθηκε στον Αριστοτέλη, που έκανε λόγο για αρετές, οπότε στην Δύση αναπτύχθηκε η Χριστιανική ηθική, εντελώς διαφορετικά από αυτό που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως την συναντάμε στην Αγία Γραφή και τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας.

«Οι Φράγκοι θεολόγοι είχαν ακολουθήσει τόσο πολύ τον Αριστοτέλη, που η διδασκαλία τού Αριστοτέλη περί αρετών έγινε η ηθική τής Παπικής Εκκλησίας, και εν συνεχεία πολλών προτεσταντικών παραδόσεων. Δηλαδή καταργήθηκε η Ορθόδοξη ασκητική στους Φράγκους κι αντικαταστάθηκε από ηθικολογία, από ηθική. Οπότε, το έργο της θείας Χάριτος είναι συνεχώς να βοηθεί τον άνθρωπο να γίνει ενάρετος, να απόκτηση τις αρετές, όπως τις δίδασκαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών η έδρα της δογματικής και τής ηθικής, ο ίδιος ο καθηγητής που δίδασκε δογματική ήταν υποχρεωμένος να διδάξει και την ηθική. Γιατί; Διότι ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος δογματολόγος της δυτικής παραδόσεως όλων των αιώνων της φραγκιάς, διδάσκει μέσα στο Summa Theologica και την δογματική και την ηθική, και είναι ηθική, ηθικολογία που τώρα έχει αποκηρυχθεί από όλη την Ευρώπη. 

Κανένας σήμερα μοντέρνος άνθρωπος δεν μπορεί να παραδεχθεί αυτήν την ηθική κάποιου θεολόγου της Δύσεως ή φιλοσόφου. Γιατί; Διότι όλα τα θεμέλια της ηθικής έχουν γκρεμισθεί, γι’ αυτό υπάρχει και ο χιπισμός στην Ευρώπη και την Αμερική». Η ηθικολογία αυτή επηρέασε και τον δυτικό μοναχισμό, αλλά και όλη την Χριστιανική ζωή.

«Στην φραγκική παράδοση δεν μπορεί ποτέ να γίνει καλόγρια μια που διετέλεσε πόρνη, ας πούμε. Αυτό είναι μια περίεργη αταξία. Και, ίσως, θα έπρεπε κανείς να κάνει και μια διατριβή να δει και τα θεολογικά πλαίσια αυτής τής διαφοράς στην παράδοση μας.

Στην δυτική παράδοση υπάρχει πάρα πολλή ηθικολογία, διότι έχουν επηρεασθεί πολύ από τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους, αφού οι κακοί δαίμονες της σχολαστικής θεολογίας είναι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Και επειδή είχαν δελεασθεί απ’ αυτούς, γι’ αυτό και βρήκαν τον μπελά τους οι καημένοι οι Φράγκοι».

Φυσικά, και εδώ ισχύει ό,τι αναφέρθηκε προηγουμένως, ότι δηλαδή, αφού στην Δύση, κατά την διάρκεια του Διαφωτισμού, κατέρρευσε η μεταφυσική, ήταν επόμενο να κατάρρευσει και η ηθική που στηριζόταν στην μεταφυσική. «Στην φραγκική παράδοση η μεταφυσική απετέλεσε την σπονδυλική στήλη της γνώσεως τής αληθείας από το ένα μέρος, του νόμου και της ηθικής από το άλλο. Η ιδέα περί αληθείας, περί νόμου, περί ηθικής βασίστηκε στην μεταφυσική.

Οπότε, εφ’ όσον γκρεμίστηκε η μεταφυσική, άρχισε να γκρεμίζεται με τους φιλοσόφους του 18ου αιώνος και η Χριστιανική ηθική. Και ολοκληρώθηκε το γκρέμισμα με την εμφάνιση της θεωρίας της εξελίξεως του Δαρβίνου. Αλλά και με την νεωτέρα αστρονομία, κυρίως από τις αρχές αυτού του αιώνος, η μεταφυσική πλέον γκρεμίστηκε και δεν υπάρχει κανένας σοβαρός άνθρωπος να παραδέχεται την μεταφυσική».


Σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της ηθικολογίας στην Δύση και της ηθικής διαδραμάτισαν οι απόψεις του ιερού Αυγουστίνου.

«Στην αυγουστίνεια παράδοση εμφανίσθηκε η αμαρτία υπό μία ηθική μορφή, ενώ στους Πατέρες της Εκκλησίας έχει μορφή αρρώστιας και εμφανίζεται η εξάλειψη της αμαρτίας με μορφή θεραπείας. Όποτε έχουμε αρρώστια και έχουμε θεραπεία».

Ο ιερός Αυγουστίνος δεν γνώριζε την Ορθόδοξη ασκητική παράδοση, όπως εκφράζεται από την νηπτική θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. «Ο Αυγουστίνος δεν έχει ιδέα περί νοεράς προσευχής, καρδίας, νοός κλπ, και έχει μια ηθική αντίληψη περί του ανθρώπου, αλλά με διαφοροποίηση ότι ο άνθρωπος για να κάνει καλά έργα, δεν μπορεί χωρίς την Χάρη του Θεού. Δηλαδή, μια παραλλαγή της πατερικής διδασκαλίας: 

Ο άνθρωπος μόνον όταν έχει νοερά ευχή και γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος μπορεί να κάνει τα έργα σωστά, διότι έχει αγάπη, η οποία ου ζητεί τα εαυτής και εξελίσσεται στην ανιδιοτελή αγάπη και, επομένως, κάνει σωστά τα έργα του. Γι’ αυτό και τα έργα του Φαρισαίου είναι απαράδεκτα στον Θεό, διότι είναι ηθικά έργα. Δεν είναι έργα που προέρχονται από την ανιδιοτέλεια».

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει Χριστιανική ηθική, όπως την συναντάμε στην δυτική θεολογία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν πνευματικοί ιατροί, που θεράπευαν τους ανθρώπους. Στα συγγράμματά τους συναντάμε μια ιατρική προοπτική.

«Οι Πνευματικοί Πατέρες είναι γιατροί, δεν είναι ηθικοπατέρες, δεν είναι για να φυλάξουν την ηθική των ανθρώπων εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους, για να έχουμε καλύτερους Έλληνας. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της Ορθοδόξου πνευματικής ζωής.

Γι’ αυτό και τονίζω στους φοιτητές ότι δεν υπάρχει Ορθόδοξη ηθική, δεν υπάρχει για μας Χριστιανική ηθική. Το γεγονός ότι ιδρύσαμε έδρες Χριστιανικής ηθικής, είναι μία απόδειξη πόσο μακριά φύγαμε από την Ορθοδοξία».

Σε κάποια Ιστορική φάση μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα η Χριστιανική δυτική ηθική, η οποία αντικατέστησε την Ορθόδοξη ασκητική. Αυτή η εκκοσμικευμένη ηθική διδασκόταν παλαιότερα στις Θεολογικές Σχολές.

«Με την νεοελληνική θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών που τα ξέρανε οι καθηγητές αυτοί που σπουδάσανε στη Ρωσία, Γερμανία -αυτοί ήσαν οι πλέον μορφωμένοι θεολόγοι, ξέρανε καλύτερα απ’ αυτούς τους αγράμματους- και από την έδρα τους τι μας δίδαξαν; Χριστιανική ηθική και μια θεολογία χωρίς κάθαρση, φωτισμό και θέωση. Και αντικατέστησαν την κάθαρση, φωτισμό, θέωση με τι; Η κάθαρση έγινε απαλλαγή από ηθικά παραπτώματα, από ηθικής απόψεως».

«Με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, με τον πόλεμο εναντίον των Μοναστηριών και των μοναχών, του μοναχισμού γενικά, εισήχθηκε για πρώτη φορά στην Ορθόδοξη θεολογία ένα μάθημα που λέγεται Χριστιανική ηθική. Δεν υπάρχει Χριστιανική ηθική. 

Στην Ορθόδοξη θεολογία υπάρχει ασκητική, που είναι θεραπευτική. Δεν είναι ηθική, με την έννοια της φιλοσοφικής ηθικής, που δέσποζε τόσους αιώνες στους Φράγκους και μετά και στους Ρώσους. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα· είσαι καλός ή κακός, εάν είσαι καλό παιδί θα πας στον Παράδεισο, άμα είσαι κακό παιδί θα πας στην Κόλαση. Δεν υπάρχει τέτοιος προσανατολισμός στους Πατέρες της Εκκλησίας. Αλλά τι υπάρχει; 

Υπάρχει η ασκητική, η οποία είναι η θεραπευτική, για να θεραπευθεί η νοερά ενέργεια του ανθρώπου, να διακριθεί από την λογική του ενέργεια, να λειτουργήσει μέσα στον άνθρωπο μία ενέργεια, η οποία έχει μείνει ανενέργητος ή ασχολείται με ενέργειες οι οποίες δεν αρμόζουν στον προορισμό του ανθρώπου»...

Για την Ορθοδοξία η ηθική είναι ανύπαρκτη.
† πρωτοπρ. πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης

Από το βιβλίο του μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου
"Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας 
κατά τις προφορικές παραδόσεις 
του π. Ιωάννου Ρωμανίδη" 
Τόμος Α'

Share this

Εναλλακτικές αναρτήσεις

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...